Αντώνης Οικονόμου (16 Δεκεμβρίου 1821)

Peter von Hess, Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν».

Peter von Hess, Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν».

Κώστα Δ. Παπαδημητρίου

Μάρτης του 1821 βρισκόταν στο έβγα του, όταν η φλόγα της επανάστασης μεταπήδησε απ” τη στεριά και στα νησιά μας. Και συγκεκριμένα στην Ύδρα. Εκεί στην παραλία του νησιού, μπροστά σε πήχτρα από λαό, ο καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου μίλησε με ενθουσιασμό:

-«Αδέρφια, είπε, οι πατριώτες στο Μωριά ξεσηκώθηκαν κι εμείς καθόμαστε αργοί, γιατί δε θένε οι νοικοκυραίοι να κινηθούμε, μην κιντυνέψουν τ” αγαθά τους. Να τα καράβια, πάρτε τα. Δικά σας είναι. Εσείς θαλασσοδαρθήκατε με δαύτα μια ζωή, για να τα χαίρονται άλλοι. Ήρθε η ώρα να πολεμήσουμε μ” αυτά για τη λευτεριά της πατρίδος».

Δύσκολη ώρα για τους μεγαλονικοκυραίους. Είναι ανέτοιμοι ν” αντιδράσουν γιατί αιφνιδιάστηκαν. Λουφάζουν για να κερδίσουν καιρό. Κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία. Και δεν παραχωρούν μόνο τα καράβια τους στους επαναστάτες, μα ανοίγουν και τις στέρνες τους που ήταν γεμάτες χρήματα. Εξακόσιες πενήντα χιλιάδες γρόσια τους δίνουν. Για ν” αποφύγουν τη λαϊκή οργή, υπογράφουν ένα χαρτί που δίνουν στον Οικονόμου απόλυτη εξουσία. «Ο ρηθείς διοικητής κύριος καπ. Αντώνιος», έγραφαν, «έχει απόλυτον εξουσίαν, χρείας τυχούσης, να εκστρατεύση δια ξηράς τε και θαλάσσης κατ” αρέσκειαν πάσαν αναγκαιούσαν δύναμιν, επικεφαλής της οποίας δύναται να απέλθη και ο ίδιος οψέποτε βουληθή. Ημείς δε οι κάτωθι γεγραμμένοι προεστώτες, οι φέροντες το πρόσωπον του κοινού τούτου, υποσχόμεθα ετοίμως και αναντιρρήτως προμηθεύσαι την τοιαύτην δύναμιν και την ένδοξον τοιαύτης εκστρατείας…».

Σε λίγες μέρες, 18 τ” Απρίλη, ο Οικονόμου βγάζει προκήρυξη που έλεγε και τούτα:

«Όσοι έχετε καράβια μικρά και μεγάλα, αρματώσατε τα και ενωθήτε με τον Ελληνικών στόλον, όπου συγκροτείται από τας ναυτικάς δυνάμεις των Υδραίων, των Σπετσιωτών και των Ψαριανών… Μη δειλιάσετε, απόγονοι του Μιλτιάδου και του Θεμιστοκλέους, μη φανήτε ανάξιοι της ελευθερίας. Ο πόλεμος γίνεται δια την πίστιν και την πατρίδα… Δεν πρέπει να λυπηθήτε μήτε άσπρα, μήτε κορμιά, μήτε κανένα άλλο πράγμα, δια να κερδίσετε την ζωήν και την ελευθερίαν. Τώρα είναι καιρός εις τον οποίον όστις θέλει να σώση την ψυχήν του, πρέπει να την απολέση…».

Α, το θράσος του δέν έχει όρια, σκέφτονταν οι μεγαλονοικοκυραίοι. Τι λοιπόν, ένας ξωφλημένος μικροκαπετάνιος θα κουμαντάριζε την πορεία του νησιού μας; Τι είχε ν” αντιτάξει ο Οικονόμου μπροστά στα δικά τους αξιώματα και στα δικά τους πλούτη, που είχαν τις στέρνες τους γεμάτες γρόσια; Αυτός ένας αργόσχολος ήταν κι ένα σαπιοκάραβο που είχε πριν, είχε βουλιάξει εδώ και αρκετούς μήνες στο Γιβραλτάρ. Όχι λοιπόν, δε θα τους έβαζε στην άκρη ο Οικονόμου. «Παρά τοις προκρίτοις – γράφει ο Φιλήμων – εκυρίευσεν ο φόβος μη στερεωθή ο Αντώνιος Οικονόμου επί της αρχής, ης εκηρυχθη παρά των ιδίων ο άνθρωπος κατά την τριακοστήν πρώτην Μαρτίου. Τεσσαράκοντα δύο ημέραι ήρκεσαν προς προπαρασκευήν μιας αντεπαναστάσεως εσωτερικής». Αποφασίζουν λοιπόν, ύστερα από προτροπή του Λάζαρου Κουντουριώτη, να τον ξεκάμουν.

Ήταν δώδεκα του Μάη 1821. Ο στόλος έλειπε απ” το λιμάνι της Ύδρας με τον περισσότερο αρματωμένο λαό. Η φρουρά στο Διοικητήριο λιγοστή. Ο μεγαλονοικοκύρης Αντώνης Κριεζής με δύο άλλους καπετάνιους, τον Λάζαρο Παναγιώτα και το Θεόφιλο Δρένια και δέκα άλλους πληρωμένους μπράβους, όλοι αρματωμένοι σαν αστακοί, ορμούν στο Διοικητήριο που βρισκόταν ο Οικονόμου. Πρώτος μπουκάρει ο Παναγιώτας.

-Τι θες, τον ρωτά ο Οικονόμου.

-Σε θέλω, τ” αποκρίνεται εκείνος και τραβά την πιστόλα του.

Τραβάει και ο Οικονόμου τη δική του και προφταίνει τον Παναγιώτα που σωριάζεται κάτω βαριά πληγωμένος. Τον Δρένια που έτρεξε ν” ανεβεί τη σκάλα τον πυροβολεί και τον σκοτώνει ο γιός του Οικονόμου. Σε λίγο όμως το Διοικητήριο έχει κλειστεί από παντού. Ο Οικονόμου βλέπει τον κίνδυνο. Πηδά από ένα παράθυρο και τρέχει να σωθεί. Ένα τσούρμο από μπράβους των μεγαλονοικοκυραίων τον κυνηγά στα στενά σοκάκια του νησιού, ώσπου τον πιάνουν.

Οι πρόκριτοι έχουν τη διάθεση να τον ξεπαστρέψουν, μα φοβούνται το λαό και τα δικά τους κεφάλια. Να τον κρατήσουν πάλι στο νησί, αυτό θα ερέθιζε καθημερινά το λαό. Και αποφασίζουν να τον στείλουν στην απέναντι Μωράίτικη στεριά και κει να τον καθαρίσουν. Ύστερα θα λέγανε πως πήγε να το σκάσει, πως χαθηκε, πως δεν ξέρουν, τέλος, τίποτα γι” αυτόν.

Έτσι, μια θεοσκότεινη νύχτα, αρμάτωσαν μια βάρκα με μπράβους τους και τους ξαπόστειλαν απ” το νησί. Η τελευταία εντολή ήταν να τον σκοτώσουν και ύστερα να τον φουντάρουν στ” ανοιχτά.

Ο Οικονόμου κατάλαβε το σχέδιο τους και μίλησε στους συνταξιδιώτες του. Τους είπε για το σκοπό του, για την πατρίδα, για την λευτεριά, γιατί τον κυνηγούσαν οι αφεντάδες τους. Και τους συγκίνησε, μάλαξε η καρδιά τους. Και άλλαξαν γνώμη- αντί να τον στείλουν στον πάτω της θάλασσας, τον ξεμπαρκάρουν κάπου κοντά στο Κρανίδι.

Οι Κρανιδιώτες την άλλη μέρα που τον βρήκαν, ενθουσιάστηκαν που είχαν ανάμεσα τους έναν τέτοιον ήρωα, γνωστό για τους ηρωισμούς του. Του έδωσαν σπίτι να μένει και χρήματα να πορεύεται.

Τον ίδιο καιρό, όμως, οι Μωράίτες πρόκριτοι για να ενισχύσουν τον Αγώνα οικονομικά και με στόλο, κατέφυγαν στους Υδραίους., Οι Υδραίοι όμως έδεσαν τα καράβια τους και τους απάντησαν: «Φυλλάτομεν δια τον εαυτόν μας τα καράβια, ενόσω βλέπομεν αντικρύ μας τον καπετάν Αντώνη ελεύθερο». Η ανάγκη σπρώχνει τους Μωραϊτες να στείλουν το Θεοχαρόπουλο στην Ύδρα, να παραστήσει τη μεγάλη ανάγκη να βγει ο στόλος. Οι Υδραίοι, όμως, μένουν αμετάπιστοι. Αναγκάζεται τότε ο Θεοχαρόπουλος να πάει στο Κρανίδι, να πείσει τους Κρανιδιώτες να του παραδώσουν τον Οικονόμου. Εκείνοι ξεσηκώνονται και αντιστέκονται. Τους καταφέρνει όμως ο Θεοχαρόπουλος με τη συμπαράσταση μερικών ντόπιων πρόκριτων και με την υπόσχεση πως δεν έχει κακό σκοπό, ώστε να πάρει τον Οικονόμου και να τον κλείσει στο μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στα Καλάβρυτα. Ο ηγούμενος με δυνατή φρουρά παίρνει την ευθύνη να τον φυλάει φυλακισμένο. Μήτε πετούμενο πουλί δε μπορούσε να τον ζυγώσει. Κι έτσι ο τρομερός εφιάλτης των Υδραίων προκρίτων, δεν είχε βέβαια πάψει να ζει, έγινε όμως ανίκανος να τους βλάψει. Και ο υδραίίκος στόλος σήκωσε πανιά να δώσει βοήθεια στην Επανάσταση.

Ήρθε και ο Δεκέμβρης εκείνης της χρονιάς. Στο Άργος θα μαζεύονταν αντιπρόσωποι απ” όλη την Ελλάδα σε συνέλευση, για να εκλέξουν μια κεντρική κυβέρνηση, να συντονίζει τον αγώνα. Είχαν έρθει εκεί όλα τα γνωστά ονόματα των πολέμαρχων και των πρόκριτων.

Ο κλεισμένος στο μοναστήρι Οικονόμου, βρήκε τρόπο και μάθαινε τα νέα. Δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ήθελε να παρευρεθεί κι αυτός στη Συνέλευση, να πει το δίκιο το δικό του και του λαού. Τα καταφέρνει μια νύχτα και το σκάει απ” το μοναστήρι. Συναντιέται με μερικούς συντρόφους του και τραβά για το Άργος.

Το μαντάτο όμως, του ερχομού του στο Άργος, φτάνει στη Συνέλευση, ενώ αυτός βρισκόταν στο δρόμο. Κρύος ιδρώτας πιάνει τους Υδραίους πρόκριτους που βρίσκονταν εκεί. Γίνονται απανωτά συμβούλια και διαβούλια. Πρέπει οπωσδήποτε να βγει απ” τη μέση. Αυτή είναι η απόφαση τους.

Πάνε στο Δημήτρη Υψηλάντη και ζητούν το σκοτωμό του Οικονόμου. Αλλιώς αυτοί αποχωρούν απ” τη συνέλευση, κι απ” τον αγώνα. Του μιλούν ανοιχτά και του θέτουν το δίλημα. Ή αυτός ή εμείς. Του δίνουν και γραφτό υπόμνημα που έλεγε ανάμεσα στα άλλα:

«Ενώ δε η είδησις της αυτών (του Οικονόμου και των συντρόφων του) πλησιάσεως προξενεί το φρικτότερον αποτέλεσμα μεταξύ των ημετέρων, η αναρχία μέλλει εντός ολίγου ν” αναφανή μεταξύ ημών, ημείς μέλλει να χαθώμεν όλοι και η Ελλάς πρέπει να μη λογαριάσει πλέον ότι έχει την Ύδραν, αν ίσως και αμέσως δεν προφτασθεί το πράγμα» (ο σκοτωμός δηλαδή του Οικονόμου) και συνεχίζει: «Η υμετέρα εκλαμπρότης ημπορεί να συσκεφθεί μυστικώς μετά των ημετέρων πρέσβεων περί του πως να επιτευχθεί το ποθούμενον. Χωρίς όμως αυτό, ημείς το λέγομεν πάλι, η Ύδρα έχασε το παν και η Ελλάς έχασε διαπαντός την Ύδρα.
Οι πρόκριτοι της Ύδρας».

Ο Υψηλάντης βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Δεν τον βαστούσε η καρδιά του να γίνει συνεργός σε φονικό. Υποχώρησε όμως και έδωσε εντολή να πιάσουν μόνο τον Οικονόμου και να τον φέρουν στο Άργος. Δεν μπόρεσε να συλλάβει το σατανικό σχέδιο που έβαζαν μπροστά οι Υδραίοι πρόκριτοι.

Ο Ανδρέας Λόντος πήρε την ευθύνη να εκτελέσει τη διαταγή του Υψηλάντη.

Συνεννοήθηκε κρυφά με τους Υδραίους πρόκριτους και στέλνει ισχυρό απόσπασμα αρματωμένων με αρχηγό τον Ξύδη, και με την εντολή να συναντήσουν στο δρόμο τον Οικονόμου και να τον σκοτώσουν.

Ο Κολοκοτρώνης που περίμενε τον Οικονόμου σαν πολίτιμο συνεργάτη και φίλο, υποψιάζεται κάτι απ” τα μυστικά διαβούλια που έγιναν, και στέλνει 200 ανθρώπους του με τον Τσόκρη για να φέρουν με ασφάλεια τον Οικονόμου στο Άργος. Ήταν όμως αργά. Ο Ξύδης πρόλαβε τον Οικονόμου και τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης με τους 200 συντρόφους του, βρήκαν το κουφάρι του «τολμηρού ναύτου και τολμηρότατου επαναστάτου» στο ρέμα Ξηριά, ανάμεσα Άργος και Κουτσοπόδι. Τον έθαψαν κοντά σε μια μάντρα από ξερολιθιά. Ήταν 16 του Δεκέμβρη 1821.

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988). Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).
Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Τοιούτον έλαβε τέλος ο Οικονόμος» θα γράψει ο Τρικούπης, «όστις δια της μεγαλοτολμίας του, ανυψώθη υπεράνω της παντοδυνάμου αριστοκρατίας της πατρίδος του, και πρώτος ωδήγησε φιλοκινδύνως εις τον αγώνα της ελευθερίας και της δόξης ένα λαόν, του οποίου τα ναυτικά κατορθώματα ανεκαίνισαν τα προπατορικά τρόπαια της Σαλαμίνης και της Μυκάλης».

Και ο Φωτιάδης θα προσθέσει:

«Εκείνοι που τον ξέκαναν, θα γευτούν τους καρπούς από το δέντρο της λευτεριάς που φύτεψε. Θα γίνουν ναύαρχοι, υπουργοί και πρωθυπουργοί ακόμα. Ο ίδιος, αυτό που απόχτησε, ήταν λίγη γη, όση χρειαζόταν για ν” αναπαυτούν τα κόκκαλά του».

Απόχτησε όμως, την ευγνωμοσύνην και το θαυμασμό κάθε αγνού πατριώτη, που δεν αναπληρώνονται με όλα τα άλλα αγαθά που απόχτησαν εκείνοι.


Από το βιβλίο του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ -ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ του 21.» Αθήνα, Φλεβάρης 1993.



Πηγή: Ορθόδοξη Πορεία

Σχετικά άρθρα...

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *