Η Φωτεινή Αρκαδία

lca-arcadia-Nicolas_Poussin-Et_in_Arcadia_ego_(deuxième_version)

Το Αρκαδικόν Ιδεώδες και η Σύγχρονη Παρακμή

«Αρκαδίαν μ’ αιτείς; Μέγα μ’ αιτείς ου τοι δώσω»
Χρησμός του Μαντείου των Δελφών στον βασιληά της Σπάρτης

του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη*

Η Αρκαδία είναι αναμφισβήτητα η πατρίδα της ελληνικής Παλιγγενεσίας του 1821. Από τα χρόνια της Άλωσης, στα μέσα του 15ου αιώνα, οι Αρκάδες αγωνίζονταν να αποτρέψουν την παράδοση της Πελοποννήσου στους Οθωμανούς. Συμμάχησαν με την Βενετία όταν πολεμούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα 1463, ξεσηκώθηκαν στα 1532 όταν ο Γενουάτης Αντρέα Ντόρια καταναυμαχούσε τους Τούρκους, επαναστάτησαν μετά το 1686 όταν ο Μοροζίνι πήρε το Ναύπλιο και κατέλαβαν το κάστρο της Καρύταινας. Μετά την ειρήνη του Ποσάροβιτς (1718), ο Δήμος Κολοκοτρώνης έκανε νέο ξεσηκωμό, στα Ορλωφικά (1770) πρωτοστάτησαν και πνίγηκαν στο αίμα. Δεκάδες Αρκάδες ήταν μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία συγκροτώντας έτσι ένα δυναμικό αγωνιστικό πυρήνα στις παραμονές του '21.

Ώσπου έφτασε η πολυπόθητη ώρα: στις 28 Απριλίου 1821, οι οπλαρχηγοί του Μωριά αποδέχτηκαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ως στρατιωτικό ηγέτη του Αγώνα. Λίγους μήνες μετά, ο Δράμαλης με το σουλτανικό στράτευμα θα πάθαινε πανωλεθρία στα Δερβενάκια, παγιδευμένος από την στρατιωτική ιδιοφυΐα του Γέρου του Μωριά. Ο δρόμος θα άνοιγε για την νικηφόρα Επανάσταση και την δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Στα σχολεία μαθαίναμε, τουλάχιστον οι παλιότεροι προ της εθνομηδενιστικής επέλασης, ότι οι πρόγονοί μας ξεσηκώθηκαν γιατί αρνούντο να είναι φόρου υποτελείς στους Τούρκους, να πληρώνουν χαράτσια και κεφαλικούς φόρους. Έπιασαν λοιπόν τους φοροεισπράκτορες και τους ξέκαναν, έτσι ξεκίνησε η εξέγερσή τους. Τι πλήρωναν τότε οι Αρκάδες παππούδες μας; Την “Δεκάτη”, δηλαδή το 10% από τα εισοδήματά τους... Πολλές φορές μάλιστα, στις ήρεμες περιόδους, κέρναγαν τους εισπράκτορες λίγα τσίπουρα, τους έδιναν κανένα μπαξίσι και τους ξαπέστελναν απλήρωτους. Αυτή ήταν η “φοροεισπρακτική λαίλαπα” της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν οι πρόγονοί μας του '21 υποπτεύονταν τι θα πλήρωναν σήμερα ως “ελεύθεροι” υποτακτικοί της “Ευρωένωσης”, δεν θα σκέφτονταν καν να κάνουν την Επανάσταση. Φόρο εισοδήματος, τεκμήρια διαβίωσης, τέλος επιτηδεύματος, ΕΝΦΙΑ για τις κατοικίες, χαράτσια στην βενζίνη, στο πετρέλαιο, ΦΠΑ, φόρους μεταβίβασης, χαράτσι ακόμα και για τα παιδιά τους... Τα νέα Ελληνόπουλα που θα μείνουν αγέννητα γιατί κανένας δεν σκέπτεται να κάνει σήμερα παιδιά, ενώ οι ελληνικές οικογένειες επί Τουρκοκρατίας (και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) ήταν πάντα πολύτεκνες.

Το πλιάτσικο που έχει κάνει, και συνεχίζει, στην πατρίδα μας η τωρινή ευρω-κατοχή και οι δωσίλογοι συνεργάτες της ΔΕΝ έχει προηγούμενο σε όλη την ελληνική ιστορία. Το κακό που γίνεται σήμερα από τους ξενοκίνητους πράκτορες και μισθοφόρους, κατά τις διαταγές που λαμβάνουν από τα ευρωπαϊκά κέντρα τους, δεν τόχε ξαναδεί ο τόπος μας ούτε, ελπίζω, θα το ματαδεί ποτέ.

Αλλά η Αρκαδία, πέρα από επίκεντρο των πολεμικών ενεργειών του '21, συμβολίζει και κάτι άλλο που η Φράγκικη και φθονερή Δύση φοβόταν να αναγνωρίσει στον Ελληνισμό. Τα δύο συστατικά του: Αρχαία Ελλάδα και Βυζαντινή Ρωμιοσύνη.

Ενώ οι λόγιοι Φιλικοί εμπνέονταν από την ελληνική αρχαιότητα, οι ίδιοι οι εξεγερμένοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους “Ρωμιούς” ή “Γραικούς”, απογόνους της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου) και πολεμούσαν ως Ρωμιοί εναντίον των Οθωμανών. Γρήγορα, όμως, γενικεύτηκε η χρήση του αυτοπροσδιορισμού “Έλληνες” από τους επαναστατημένους που τους διέκρινε από τους άλλους ραγιάδες γιατί ήταν ταυτόσημη έννοια της ανδρείας και του μεγαλείου!

Οι Δυτικοί έπρεπε να πυροβολούν ή και να σκοτώσουν, αν μπορούσαν, το ένα από τα δύο συστατικά μας για να είμαστε πάντα ανάπηροι και ανήμποροι και όχι απειλητικοί για τα συμφέροντά τους. Και εύρισκαν πάντα “χρήσιμους ηλίθιους” και γενίτσαρους για να συντελούν σ' αυτό. Όμως, όποτε ο Ελληνισμός «πετάχτηκε όρθιος» με το ’21, τους Βαλκανικούς πολέμους, την γενηά του ’30 που προετοίμασε το έδαφος για το Έπος του ’40, τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου, ήταν όταν αυτά τα δύο θεμελιώδη συστατικά του τον γονιμοποίησαν αρμονικά.

"Αρματωλοί και Κλέφτες". Έργο του Φώτη Κόντογλου

"Αρματωλοί και Κλέφτες". Έργο του Φώτη Κόντογλου

Η Πατρίδα των θεών

Βουνίσια, κακοτράχαλη, περήφανη Αρκαδία,
του Αλφειού το κύλισμα, δικό σου χαμογέλιο,
τα μοναστήρια, και οι βωμοί του πρώτου θεού, του Δία
κρατούν τα σκήπτρα του καιρού, σ’ άγιο Ευαγγέλιο

[…….]
Σπονδή, χωρίς χοές παλιές, θα κάνω για τον Πάνα,
στην Παναγιά την Μαλεβή, δέηση και άγιο δάκρυ

βουβή, και μυστηριακή σκέψη στην Δημητσάνα
και ένα μου χάδι, αόρατο, πάνω σου, απ’ άκρη σ’ άκρη

[Πόπη Πασπαλιάρη: Σπονδή στην Αρκαδία]

Η Αρκαδία, μετά τις τελευταίες ανατρεπτικές επιστημονικές έρευνες και αρχαιολογικές ανακαλύψεις, ήταν τελικά η “γενέθλια γη” του Δία, του πατέρα των θεών. Ή μάλλον καλύτερα, οι Αρκάδες πρώτοι μυθολόγησαν την γέννηση του υπέρτατου Θεού που λάτρευαν οι Έλληνες πριν από το Χριστό. Γιατί όσο και αν η αρχαιολογία δεν ταυτίζεται με την μυθολογία, δεν παύουν οι ανασκαφές να μπαίνουν στον πειρασμό να δώσουν απαντήσεις που αφορούν και την θεογονία.

Το όρος Λύκαιο (υψόμετρο 1421 μέτρα), το ιερό βουνό των αρχαίων Αρκάδων, βρίσκεται ακριβώς στα σημερινά σύνορα Αρκαδίας και Μεσσηνίας, από την αριστερή όχθη του Αλφειού ποταμού μέχρι την βόρεια πλευρά του κόλπου της Κυπαρισσίας. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής το λένε ακόμα και Διαφόρτι (δηλ. «πέρασμα του Διός»). Η ψηλότερη κορυφή του (σήμερα λέγεται Προφήτης Ηλίας) ήταν στην αρχαιότητα σημαντικό θρησκευτικό κέντρο όπου λατρευόταν ο Δίας, ο Απόλλων, ο Πάνας και η Δέσποινα. Ο πολιτισμός του Λυκαίου και της αρχαίας Παρρασίας χάνεται στο βάθος των αιώνων τότε που γεννήθηκε η ιδέα για το «Κοινό των Αρκάδων» και το «Αρκαδικόν Ιδεώδες». Αυτό που ενθουσίασε τους ποιητές της Ευρώπης, όπως ο Σίλλερ που αναφώνησε το «et in Arcadia ego».

Στην ψυχή των Αρκάδων το Λύκαιο ήταν ο ιερός τόπος της «κιβωτού της διαθήκης» που διασώζει τα ενωτικά αισθήματα και τον ιδεαλισμό του Αρκαδικού Ιδεώδους, αυτού που ο Αριστοτέλης έφερε σαν παράδειγμα στα Πολιτικά του: «διοίσει δε των τοιούτω και πόλις έθνους, όταν μη κατά κώμας ωσί κεχωρισμένοι το πλήθος, αλλ’ οίον οι Αρκάδες».

Ο υπέρλαμπρος ήλιος που φωτίζει την κορυφή του εικάζεται ότι είναι η αιτία για το όνομα του βουνού κατά την αρχαιότητα αφού «Λύκαιο» σημαίνει «λαμπρό φως» και ετυμολογείται από την πανάρχαια ρίζα «λυκ» (λυκαυγές, λυκόφως, LUX στα λατινικά, όπως FIAT LUX: γεννηθήτω φως, light κ.ο.κ.).

Οι ανασκαφές στο όρος Λύκαιον είναι μεγάλου ενδιαφέροντος δεδομένης της σπουδαιότητας του όρους Λυκαίου για τους αρχαίους Αρκάδες της Κλασσικής περιόδου που το έβλεπαν ως σύμβολο της Παν-Αρκαδικής ενότητας, της θέσης του μεταξύ των Παν-Ελλήνιων αθλητικών εορτών, της παρουσίας αρκετών μοναδικών αρχιτεκτονικών στοιχείων και των μυστηριωδών και απόκρυφων τελετουργιών του.

Δύο θεότητες ετιμώντο στο Όρος Λύκαιον, ο Δίας και ο Πάνας, οι οποίοι είναι σύμβολα της Εθνικής Ταυτότητας των Αρκάδων. Ο Δίας είναι ο παν-Έλληνας θεός που ελέγχει, όπως και αλλού στην Ελλάδα, τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα.

Το ιερόν του Διός στο όρος Λύκαιον δεν είναι το τυπικό ελληνικό ιερό, αν δεχθούμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Το τοπίο είναι φανταστικό. Και οι αναφορές που υπάρχουν σε γραπτά κείμενα για το ιερό είναι πλούσιες και γοητευτικές. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η τοποθεσία είναι μεγαλειώδης, μαγική και μυστηριώδης, αν όχι υποβλητική. Έχει πολλές εκπληκτικές ομοιότητες με το ιερό του Διός στην Ολυμπία: και τα δύο έχουν έναν τεράστιο βωμό, ενδείξεις για αρχαία λατρεία του Διός και τα δύο φιλοξενούσαν σημαντικά αθλητικά γεγονότα κατά την αρχαιότητα.

Οι αρχαιολόγοι, που είναι αισιόδοξοι από την πορεία των ανασκαφών, φαίνεται να είναι σίγουροι τώρα ότι ο Δίας, καθώς και μια θηλυκή εκδοχή του νωρίτερα, λατρεύονταν ήδη στην Αρκαδία στους προϊστορικούς χρόνους. Για τον Κεν Ντάουντεν, διευθυντή του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρμπινχαμ, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι οι Αρχαίοι Έλληνες υιοθέτησαν ιερό χώρο που πρωτύτερα ήταν αφιερωμένος σε παλαιότερους θεούς: «Όπως και οι Χριστιανοί υιοθετούσαν παγανιστικά ιερά με σκοπό να εδραιώσουν τον χριστιανισμό εις βάρος της προηγούμενης θρησκείας». Πρόκειται για μια πρακτική πανάρχαιη που συνέβαινε παλαιότερα –πριν εμπεδωθεί η έννοια της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς- σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και σε όλους τους πολιτισμούς.

Στο Λύκαιον όρος, που γεννήθηκε ο Δίας, ο Λυκάων (χαρισματικός ηγέτης των Αρκάδων) έδωσε στον Δία το προσωνύμιο Λύκαιος (δηλ. Φωτεινός) και ίδρυσε τα Λύκαια, την μεγάλη γιορτή με αθλητικούς αγώνες, «και αγώνα έθηκε Λύκαια», όπως αναφέρει ο Παυσανίας. Εκτενή περιγραφή των μαρτυριών αυτών κάνει το Ημερολόγιο των «Αρκαδικών» του 1990 (Τόμος Θ).

 Ειδυλλιακή απεικόνιση της ζωής στην Αρκαδία από τον Γερμανό ζωγράφο Friedrich August von Kaulbach.

Ειδυλλιακή απεικόνιση της ζωής στην Αρκαδία από τον Γερμανό ζωγράφο Friedrich August von Kaulbach.

Ο Παυσανίας στα Αρκαδικά του 8, 5 μας αναφέρει σχετικά με τα Λύκαια ότι, στο Λύκαιον όρος υπάρχει ιερό του Πανός με άλσος γύρω του, με ιππόδρομο και πριν απ’ αυτόν στάδιο, όπου παλαιά εγίνοντο οι αγώνες των Λυκαίων. «Έστι δε εν των Λυκαίω Πανός τε ιερόν και περί αυτό άλσος δένδρων και ιππόδρομος τε και προ αυτού στάδιον· το δε αρχαίον των Λυκαίων ήγον τον αγώνα ενταύθα». Οι αγώνες, κατά τον Παυσανία 2, 1, θεσπίσθηκαν από τον Λυκάονα. Μας αναφέρει ότι ο γιος του Πελασγού Λυκάων έκανε τα εξής σημαντικά έργα. Συνοίκισε την πόλη Λυκόσουρα η οποία ήταν η αρχαιότερη απ’ όλες τις πόλεις που υπήρξαν πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη. Ήταν η πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, χρησίμεψε δε ως υπόδειγμα για την δημιουργία άλλων πόλεων. Αν δεχθούμε την άποψη αυτή του Παυσανία, τότε μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι στη Λυκόσουρα, εκεί δηλαδή που γεννήθηκε η πρώτη πόλη, κατ’ επέκταση γεννήθηκε και ο πολιτισμός της ανθρωπότητας.

Τα Λύκαια θεωρούνται τα αρχαιότερα από τις μεγάλες και περίφημες γιορτές της αρχαιότητας, όπως τα Πύθια, τα Ίσθμια, τα Νέμεα, τα Ολύμπια, και νεώτερα μόνο από τα Ελευσίνια, που εγίνοντο προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης.

Η φήμη των αρχαίων Λυκαίων είχε ξεπεράσει τον Αρκαδικό και Πελοποννησιακό χώρο αφού και ο μεγάλος Θηβαίος ποιητής Πίνδαρος αναφέρεται στους αγώνες και στους νικητές των Λυκαίων, «τα δε Παρρασίω στρατώ θαυμαστός εών φάνη Ζηνός αμφί πανάγυριν Λυκαίου». Και όταν οι Μύριοι υπό τον Κύρον ξεκίνησαν εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη, ο αρχηγός των Ελλήνων μισθοφόρων Ξενίας σε ανάμνηση και προς τιμή του Λυκαίου Δία οργάνωσε τελετή αγώνων στις Πέλταις, όπως μας αναφέρει ο Ξενοφών στην Κύρου Ανάβαση. «Ενταύθα έμεινεν (ο Κύρος) ημέρας τρεις· εν αις Ξενίας ο Αρκάς τα Λύκαια έθυσε και αγώνα έθηκε· τα δε άθλα ήσαν στλεγγίδες χρυσαί· εθεώρη δε τον αγώνα και Κύρος».

Τα Λύκαια είναι τα ιδανικά αγωνίσματα της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, της αδελφοσύνης και της ειρήνης. Γι’ αυτό αναβιώνουν και θα αναβιώνουν συνεχώς.

Το Λύκαιο αποκαλείτο και Όλυμπος γιατί εκεί πίστευαν οι Αρκάδες πως ήταν ο θρόνος του Δία. Η άποψη αυτή φαίνεται να τεκμηριώνεται πλέον από μια σειρά ευρημάτων, στοιχείων και μνημείων που οδηγούν στα πολύ παλιά χρόνια. (Παυσανίας Η' 38,2)

Ο Καλλίμαχος θεωρούσε την Αρκαδία πνευματική του πατρίδα και γεννήτορα του πρώτου μεγάλου θεού – θεών τε και ανθρώπων. Την δοξασία, ότι ο μέλλοντας κυρίαρχος του Ολύμπου γεννήθηκε στο Λύκαιο, μας την παραδίδει και ο Καλλίμαχος, προσθέτοντας μάλιστα τις λεπτομέρειες ότι η Ρέα, καθώς κτυπούσε το έδαφος για να αναβλύσει νερό, επικαλέσθηκε την μητέρα της Γαία και ότι από το Λύκαιο έστειλε τον Δία με τις νύμφες στην Κρήτη. Το τελευταίο τούτο μπορεί να συνδυαστεί με την νεώτερη παράδοση, ότι δηλαδή ο Κρόνος έφθασε στην Αρκαδία και εκεί η Ρέα του παρέδωσε το σπαργανωμένο λιθάρι, αφού είχε φυγαδεύσει το παιδί στην Κρήτη.

Στο έξοχο ποίημά του, το αφιερωμένο στην πρώτη θεά, την Ρέα-Κυβέλη, την θεοποιημένη Γη, προβάλλει μ’ έμφαση και πειστικότητα την ιδέα, πως η πρώτη «Βηθλεέμ» της ελληνικής θρησκείας του Δωδεκαθέου ήταν το Παρράσιον, πάνω στο Λύκαιον όρος της Αρκαδίας.

Μια πολύ όμορφη περιγραφή των μαρτυριών για την γέννηση του Δία στην Αρκαδία μας έχει παραδώσει η αείμνηστη αρχαιολόγος Ευγενία Δερεχάνη στην μοναδική μελέτη της (δυσεύρετη πλέον) «Το Όρος Λύκαιον και οι Αρχαίοι Αρκάδες».

Η Ευγενία του Λυκαίου  Η φιλόλογος και αρχαιολόγος Ευγενία Β. Δερεχάνη, που από μικρή αγάπησε την Αρκαδία και ασχολήθηκε με τα πανάρχαια Λύκαια γράφοντας μια μοναδική μελέτη για την οποία βραβεύθηκε. Από μικρό κοριτσάκι ακόμα γύριζε τα πατρώα εδάφη της Αρκαδίας με ένα σημειωματάριο στο χέρι και μια φωτογραφική μηχανή στον ώμο. Δυστυχώς, η ειμαρμένη της έκοψε το νήμα της ζωής πολύ νωρίς, στα 24 της χρόνια, σκορπίζοντας απέραντη θλίψη σε όσους την γνώριζαν. Τον Σεπτέμβριο του 1981 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και κηδεύτηκε την επόμενη ημέρα με πρωτοφανή συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων. Αν και έζησε λίγα χρόνια, άφησε μεγάλη πνευματική παρακαταθήκη. Η ποιησή της έτυχε ευμενούς υποδοχής, αλλά ξεχωριστή θέση στο έργο της έχει το βιβλίο της “Το όρος Λύκαιο και οι Αρχαίοι Αρκάδες”, μια τεκμηριωμένη καταγραφή της αρχαίας Αρκαδίας. Αν αυτό το κράτος ήταν ελληνικό και η αδιάφορη και αποστασιοποιημένη ακαδημαϊκή μας κοινότητα είχε αίσθηση πατρίδας, τότε όλοι οι Έλληνες θα την ήξεραν και τα Ελληνόπουλα θα ήθελαν να της μοιάσουν... Οι ερινύες θα υπονομεύουν τον ύπνο της συλλογικής μας συνείδησης όσο είμαστε ανίκανοι να προστατεύσουμε τέτοια σπάνια λουλούδια του τόπου μας από το αδυσώπητο πρόσωπο της σημερινής παρακμής. Μετά τον θάνατό της εκδόθηκαν τα ποιήματά της με πρόλογο του Αρκάδα, πρώην προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού, Μιχαήλ Στασινόπουλου.

Η Ευγενία του Λυκαίου
Η φιλόλογος και αρχαιολόγος Ευγενία Β. Δερεχάνη, που από μικρή αγάπησε την Αρκαδία και ασχολήθηκε με τα πανάρχαια Λύκαια γράφοντας μια μοναδική μελέτη για την οποία βραβεύθηκε. Από μικρό κοριτσάκι ακόμα γύριζε τα πατρώα εδάφη της Αρκαδίας με ένα σημειωματάριο στο χέρι και μια φωτογραφική μηχανή στον ώμο. Δυστυχώς, η ειμαρμένη της έκοψε το νήμα της ζωής πολύ νωρίς, στα 24 της χρόνια, σκορπίζοντας απέραντη θλίψη σε όσους την γνώριζαν. Τον Σεπτέμβριο του 1981 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και κηδεύτηκε την επόμενη ημέρα με πρωτοφανή συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων. Αν και έζησε λίγα χρόνια, άφησε μεγάλη πνευματική παρακαταθήκη. Η ποιησή της έτυχε ευμενούς υποδοχής, αλλά ξεχωριστή θέση στο έργο της έχει το βιβλίο της “Το όρος Λύκαιο και οι Αρχαίοι Αρκάδες”, μια τεκμηριωμένη καταγραφή της αρχαίας Αρκαδίας. Αν αυτό το κράτος ήταν ελληνικό και η αδιάφορη και αποστασιοποιημένη ακαδημαϊκή μας κοινότητα είχε αίσθηση πατρίδας, τότε όλοι οι Έλληνες θα την ήξεραν και τα Ελληνόπουλα θα ήθελαν να της μοιάσουν...
Οι ερινύες θα υπονομεύουν τον ύπνο της συλλογικής μας συνείδησης όσο είμαστε ανίκανοι να προστατεύσουμε τέτοια σπάνια λουλούδια του τόπου μας από το αδυσώπητο πρόσωπο της σημερινής παρακμής.
Μετά τον θάνατό της εκδόθηκαν τα ποιήματά της με πρόλογο του Αρκάδα, πρώην προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού, Μιχαήλ Στασινόπουλου.

Το Αρκαδικόν Ιδεώδες και οι Σύγχρονοι Αρκάδες

Ο δεύτερος μεγάλος θεός της Αρκαδίας είναι ο Πάνας, που οι μύθοι τον θέλουν παιδί του Δία και της Καλλιστώς, γεννημένον παράλληλα με τον Αρκάδα αλλά στην συνέχεια λατρεύτηκε ως παγκόσμια θεότητα από τους Έλληνες –από το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα- οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό του το μέγα παν – το σύμπαν. Ένας ορφικός ύμνος λέει χαρακτηριστικά: «Επικαλούμαι τον Πάνα, θεό ισχυρό, θεό ποιμενικό. Τον Πάνα, σύνολο του κόσμου, ουρανό, θάλασσα, κυρίαρχη γη και αθάνατη φωτιά, γιατί αυτά είναι τα μέλη του Πάνα… θεού που οι μελωδικές του συμφωνίες υμνούν την παγκόσμια ζωή, θεού με τα χίλια ονόματα, απόλυτα κυρίαρχου του κόσμου, που όλα τα γεννάει και όλα τα παράγει».

Αυτό το παν όμως δεν είναι μονολιθικό, αλλά αποτελείται από επί μέρους οντότητες που συνθέτουν την διαλεκτική της φύσης: ναϊάδες, δρυάδες, αμαδρυάδες, νύμφες, επιμηλίδες, μούσες με τις οποίες ο γλεντοκόπος ζωογόνος θεός βρίσκεται συνέχεια σε διάλογο ερωτικό. Ο Έλληνας δεν άφηνε τίποτα που να μην το στόλιζε με ωραιότατες νύμφες και αγαθοδαίμονες.

Η Αρκαδία ήταν ο τόπος που ταίριαζε με την ανέμελη και παιχνιδιάρικη φυσιογνωμία του Πάνα. Το μέλι, που ήταν άφθονο στην περιοχή, ήταν αυτό που του άρεσε να του προσφέρουν για θυσίες. Από τα πουλιά, ο αετός, και από τα φυτά, το πεύκο ήταν ταυτισμένα με τον θεό. Υπάρχει ένας ομηρικός ύμνος που δίνει την ομορφότερη περιγραφή του χαρακτήρα του και αρχίζει με αυτά τα λόγια: «Μούσα κουβέντιασε μου για τον αγαπημένο γιο του Ερμή, τον τραγοπόδαρο θεό με τα δύο κέρατα, ξετρελλαμένον για γλέντια και χορούς. Ξεδίνει στα σύδεντρα και τα λειβάδια μαζί με νύμφες, ξεφτέρια σε τραγούδια, που σκαρφαλώνουν σε κακοτράχαλα βράχια και τάζονται στο όνομα του Πάνα, των τσομπάνηδων θεό με τα φουντωτά κι ανάκατα μαλλιά… Κάποιες φορές μονάχος το βραδάκι, στον γυρισμό απ’ το κυνήγι, εμπνευσμένος από την γλυκιά μούσα, τραγουδάει με το σουραύλι του. Κι ούτε το πουλί, που την ανθισμένη εποχή της Άνοιξης τραγουδάει τα πιο γλυκά τραγούδια του, όταν μέσα στις φυλλωσιές σκορπάει τις πιο μερακλιασμένες νότες του, δεν θα τον ξεπέρναγε σε μελωδία…».

Δεν είναι τυχαίο ότι ο μύθος του Οδυσσέα -πρωταγωνιστή στο έπος του Ομήρου- συνδέεται με την Αρκαδία.

Ο Οδυσσέας, που αντιπροσωπεύει τον διαχρονικό Έλληνα ο οποίος πάντα θα επινοεί τρόπους για να εξαπατά τον Κύκλωπα, είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια στην Αρκαδία, όπως έχουν γράψει οι Ακαδημαϊκοί Ιωάννης Κακριδής και Σπύρος Μαρινάτος: «ο πάππος του Οδυσσέα λέγεται Αρκείσιος και είναι φυσικά Αρκαδικής προελεύσεως». Ένας μεταομηρικός μύθος έλεγε ότι ο Αρκείσιος, ο πατέρας του Λαέρτη, ήταν γιος του Δία και της Ευρυοδίας. «Διογένες Λαερτιάδη πολυμήχαν’ Οδυσσεύ» και «Λαέρτην Αρκεσιάδην πάτερ εμμέναι αυτώ» (Οδύσσεια Ω270).

Ο Σπύρος Μαρινάτος στο βιβλίο του για την Κεφαλληνία (1962) συνάγει το συμπέρασμα ότι εκεί και στην Ιθάκη είχαν καταλήξει Αχαιοί Αρκαδομινυακής καταγωγής εκ της δυτικής Πελοποννήσου. Γι’ αυτό τονίζει ο Οδυσσέας: «Βραχότοπος, μα ξακουστών παλληκαριών γεννήτρα, δεν είδα από την πατρίδα μου γλυκύτερο στον κόσμο».

Αφού και ο Ποσειδώνας γεννήθηκε στην Αρκαδία, στην πηγή Άρνη της Μαντινείας, φαίνεται ότι σαν συμπατριώτες… είχαν μεγαλύτερη έριδα (άλλο χαρακτηριστικό του Έλληνα) λόγω της τύφλωσης του Πολύφημου. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο λαογράφος Ν. Πολίτης, υπάρχει μέχρι σήμερα ένα παραμύθι για τον μονομάτη Κύκλωπα και τον κοσμογυριστή Οδυσσέα (Νίκου Ι. Κωστάρα «Ο Αρκαδικός Οδυσσέας», ΑΡΚΑΔΙΚΑ, Τόμος Θ, 1990, σελ.77).

Ο Αρκαδικός Οδυσσέας συνδυάζει και τους δύο βασικούς ανθρώπινους χαρακτήρες των Ελλήνων: τον βουνίσιο (σκληραγωγημένος, λιτοδίαιτος, οξυνούστατος) και τον θαλασσινό (ευπροσάρμοστος και εξωστρεφής).

lca-arcadia-centr-2

Οι Αρκάδες πίστευαν ότι ήταν οι μόνοι γηγενείς κάτοικοι της Ελλάδας («πέλασγος αυτόχθων, ισόθεος στα όρη της Αρκαδίας») γι’ αυτό και πολλοί θεοί του Ολύμπου γεννήθηκαν στα μέρη αυτά της Πελοποννήσου, κατά την μυθολογία τους.

Ο Δίας στο Λύκαιο, αλλά και ο Ποσειδώνας, η Ήρα, ο Ερμής, ο Ασκληπιός και προπάντων ο μέγας Παν, που με την σύριγγά του έκανε να αντιλαλούν τα δάση και οι βουνοκορφές. Αλλά έκανε και ψυχολογικό πόλεμο στον εχθρό όταν αυτός απειλούσε την πατρίδα των πιστών του, όπως στον Μαραθώνα, με τον πανικό.

Χίλια ολόκληρα χρόνια μετά τον Χριστιανισμό και η λατρεία του Πάνα δεν είχε σταματήσει στον Μωριά. Μετά από τότε έχουμε στον Μωριά μια εντυπωσιακή λατρεία της Παναγίας, το πανίερο όνομα της οποίας τιμάται σε εκατοντάδες εκκλησιές, μοναστήρια και ξωκκλήσια!! Όπως η Παντάνασσα στον Μυστρά απ’ όπου ξεκίνησε ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Γένους Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Όμως, ο Πάνας ποτέ δεν εγκατέλειψε την γενέθλια γη του, καθώς μας διαβεβαιώνει και ο εθνικός μας ποιητής Κ. Παλαμάς… «Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας / αθέλητα κρυμμένη· / ο Μέγας Παν δεν πέθανεν, όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!». Είναι αυτή η ελληνολατρεία της γενηάς των σύγχρονων μεγάλων μυστών του Ελληνισμού των αρχών του 20ου αιώνα, που δεν δίχαζε το έθνος όπως οι ευρωλάγνοι “διαφωτιστάδες”. Αντιθέτως, η αρχαία θρησκεία φώτιζε τη νέα: «του Γολγοθά το σύννεφο πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα» («Το τραγούδι του Σταυρού», Άπαντα Γ, 192).

Πάρα πολλά μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως ο Πασκάλ, ο Ραμπελαί, και Έλληνες όπως ο Εμπειρίκος και ο Σικελιανός ταυτίζουν τον Πάνα με τον Σωτήρα, ο οποίος θανατώθηκε ατίμως εις την Ιουδαία από το άνομο ιερατείο. Είναι σύμπτωση άραγε ότι ο αναγραμματισμένος «σάτυρος» γίνεται «σταυρός»; …Για σκεφτείτε το! Όλα τα μεγάλα πνεύματα της μεταχριστιανικής εποχής, που λάτρεψαν την Ελλάδα και τις παρακαταθήκες της, αντιδρούσαν πάντα στον παραγκωνισμό του Χριστιανισμού.

Ευφυείς και σκληροτράχηλοι, μα συνάμα καλοσυνάτοι, οι Αρκάδες αναδείχθηκαν στους μεγαλύτερους πατριώτες και αγωνιστές αλλά και επιχειρηματίες και έμπορους του νεώτερου Ελληνισμού. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ομολογούν οι ίδιοι οι Εβραίοι, «όπου υπάρχει Αρκάδας, και δη Γορτύνιος, Εβραίοι δεν πατούν»…

Επειδή ο τόπος τους ήταν πάντα δύσκολος, αναζήτησαν από παληά την τύχη τους στην ξενιτειά γι’ αυτό συμμετείχαν από τους πρώτους στον ελληνικό αποικισμό κατά την αρχαιότητα και μετέπειτα σε όλα τα μεταναστευτικά ρεύματα του λαού μας. Στον χαρακτήρα τους βρίσκουμε τα εθνικά μας χαρακτηριστικά, την ευφυΐα, τον πατριωτισμό και την περιπέτεια.

Αυτή η λάμπουσα παρθένα Αρκαδία κράταγε τους Έλληνες γιους της και κόρες της αμιγείς πενήντα τουλάχιστον αιώνες τώρα, μέχρι να έρθει ο «εκσυγχρονισμός» και η ερήμωση από την αστυφιλία.

Αλλά και στην πολιτική οι Αρκάδες έχουν αφήσει έντονο το στίγμα τους διακρινόμενοι κυρίως από την τάση τους να ενώνουν παρά να χωρίζουν σε όποιον πολιτικό χώρο και να βρίσκονται.

Στα «πέτρινα αλώνια» της Αρκαδίας «χορεύει ο Απόλλωνας ταγκό με την Γκόλφω» και από την Λυκόσουρα «κατεβαίνουν οι πενήντα γιοι του Λυκάονα φουστανελλοφόροι να σμίξουν με του Κολοκοτρώνη τα παλικάρια», που πάνε για να πατήσουνε την Τροπολιτσά, όπως θάλεγε ο Αρκάδας λογοτέχνης Χρίστος Πλακονούρης.

Σήμερα μέσα στα πλαίσια της γενικής παρακμής και των απειλητικών σχεδιασμών της Νέας Τάξης προωθούνται συνεχώς πολυδιασπαστικές κινήσεις. Ας επαγρυπνούμε και να έχουμε την ικανότητα της διάκρισης και της λογικής, για να ξεχωρίζουμε την (νεοταξική) ήρα από το (εθνικό) στάρι.

Κι ας στείλουμε, κλείνοντας, ένα μήνυμα στους Επικυρίαρχους του σημερινού κόσμου και στους οσφυοκάμπτες της πολιτείας μας: “όσο αυτός ο τόπος θα γεννάει μια Ευγενία, τόσο αυτός ο κόσμος θα είναι ελληνικός και ελεύθερος”!



*Οι αρχαιολογικές αναφορές του άρθρου είναι από παλαιότερη έρευνα που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικο Τρίτο Μάτι, τ.160 (Απρίλιος 2008), αφιερωμένη στις ανασκαφές της αμερικανικής αρχαιολογικής αποστολής και στο μοναδικό έργο της Ευγενίας Δερεχάνη.

Κεντρική Εικόνα: Ο γνωστός πίνακας του Νικολά Πουσέν (1594-1665), που βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου και έχει τον τίτλο “Οι Ποιμένες της Αρκαδίας”. Η λατινική φράση “Et in Arcadia Ego” υπαινίσσεται ότι στην Αρκαδία, που έχει συνδεθεί με την αρχαία ειδυλλιακή ζωή, κρύβεται το “μυστικό των μυστικών”. Τα περίφημα “μυστικά της Αρκαδίας” και το “Αρκαδικό Ιδεώδες” αποτέλεσαν θέματα της ευρωπαϊκής Αναζήτησης για πολλούς αιώνες.



Πηγή: Πύλη των Φίλων

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *