Η Στάση του Νίκα (Ιανουάριος του 532)

constantinople_hippodrome

του Alexander A. Vasiliev

Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουστινιανός, η εσωτερική ζωή της Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε μια κατάσταση ανώμαλη και ταραχώδη. Η φτώχεια ήταν απλωμένη παντού – κυρίως δε στις επαρχίες – και οι φόροι δεν επληρώνοντο τακτικά. Οι φατρίες του Ιπποδρόμου, οι μεγάλες ιδιοκτησίες, οι συγγενείς του Αναστασίου που διεκδικούσαν τα δικαιώματα στον θρόνο και, τελικά, οι διαφωνίες των θρησκευτικών ομάδων ηύξησαν τις εσωτερικές ανωμαλίες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθή μιά ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.

Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουστινιανός κατάλαβε καλά ότι η εσωτερική ζωή της Αυτοκρατορίας χρειαζόταν μεγάλες μεταρρυθμίσεις και αντιμετώπισε το πρόβλημα αυτό με θάρρος. Κύρια πληροφοριακή πηγή γι’ αυτή τη φάσι της δράσεως του Ιουστινιανού είναι αι Νεαραί, η πραγματεία του Ιωάννου του Λυδού «Διοίκησι (Magistrates) του Ρωμαϊκού Κράτους» και «τα ανέκδοτα» του συγχρόνου του Προκοπίου. Τώρα τελευταία, έχει βρεθεί, στους παπύρους, αρκετό αξιόλογο υλικό.

Στις αρχές της βασιλείας του, ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε μια φοβερή επανάστασι, στην πρωτεύουσα, η οποία παρ’ ολίγο να τον απομακρύνη από τον θρόνο.

Κέντρο των συγκεντρώσεων των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Ιππόδρομος, όπου ο λαός παρακολουθούσε τις τόσο αγαπημένες του αρματοδρομίες. Ένας νέος Αυτοκράτωρ, μετά την στέψι του, συνήθως, παρουσιαζόταν στον Ιππόδρομο, στο Αυτοκρατορικό θεωρείο (το Κάθισμα) για να δεχθή τον πρώτο χαιρετισμό του πλήθους.

Οι «ηνίοχοι» φορούσαν τεσσάρων ειδών χιτώνας: πράσινους, κυανούς, λευκούς και ερυθρούς. Οι ιπποδρομίες ήσαν το πιο αγαπητό θέαμα από την εποχή που η πρώτη Χριστιανική Εκκλησία απηγόρευσε τις μονομαχίες. Γύρω από τους «ηνιόχους» των διαφόρων χρωμάτων είχαν σχηματισθή, καλά οργανωμένες, φατρίες. Οι ομάδες αυτές διέθεταν χρήματα για την αμοιβή των «ηνιόχων», ενώ συγχρόνως συναγωνίζοντο με τα «κόμματα» των άλλων χρωμάτων. Γρήγορα δε έγιναν γνωστοί με τα ονόματα Πράσινοι, Βένετοι (Κυανοί), Λευκοί και Ρούσσιοι (Ερυθροί).

Ο Ιππόδρομος και οι ιπποδρομίες καθώς και οι φατρίες του Ιπποδρόμου, προέρχονται από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αργότερα δε, η φιλολογική παράδοση αποδίδει την προέλευσί τους στην μυθική εποχή του Ρωμύλου και του Ρέμου. Η βασική προέλευσι της σημασίας των ονομάτων των τεσσάρων φατριών, δεν είναι τελείως γνωστή. Οι πηγές του έκτου αιώνος – της περιόδου δηλαδή του Ιουστινιανού – αναφέρουν ότι τα ονόματα αυτά ανταποκρίνονται σε τέσσερις παράγοντες: στην γή (πράσινοι), στο νερό (κυανοί), στον αέρα (λευκοί) και στην φωτιά (ερυθροί). Οι συγκεντρώσεις του Ιπποδρόμου ήσαν χαρακτηριστικές λόγω της εξαιρετικής τους λαμπρότητος και του αριθμού των θεατών, οι οποίοι έφθαναν, μερικές φορές, τις 50.000.

Οι φατρίες του Ιπποδρόμου, γνωστές κατά τη Βυζαντινή περίοδο, ως δήμοι, μετεβλήθησαν, σιγά – σιγά, σε πολιτικά κόμματα, τα οποία αντιπροσώπευαν διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές τάσεις. Η φωνή του πλήθους, στον Ιππόδρομο, μετεβλήθη σε ένα είδος «κοινής γνώμης» ή «κραυγής του Έθνους». «Ελλείψει τυπογραφείου», γράφει ο Θ. Ουσπένσκη, «ο Ιππόδρομος έγινε το μόνο μέρος όπου μπορούσε να εκφρασθή η κοινή γνώμη, η οποία μερικές φορές επέβαλε τη θέλησί της στην Κυβέρνηση» (σ.1). Ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ ήταν, μερικές φορές, υποχρεωμένος να παρουσιασθή στον Ιππόδρομο και να δώσει στον λαό εξηγήσεις για τις ενέργειές του.

Τον έκτο αιώνα η πιό δυναμική φατρία ήτο η των Βένετων (Κυανών), οι οποίοι ήσαν με το μέρος των Ορθοδόξων, θεωρώντας τους «Χαλκηδόνιους» ως αφοσιωμένους στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος και η των Πρασίνων που υπεστήριζαν τον Μονοφυσιτισμό. Την εποχή των Αναστασίου είχε ήδη εκδηλωθή μια επανάστασι εναντίον των Πρασίνων, τους οποίους υπεστήριζε ο Αυτοκράτωρ. Ύστερα από μεγάλες λεηλασίες και καταστροφές, το κόμμα των Ορθοδόξων, ανεκήρυξε νέον Αυτοκράτορα και εισέβαλε στον Ιππόδρομο όπου ο τρομαγμένος Αναστάσιος παρουσιάσθηκε δίχως το διάδημά του και διέταξε τους κήρυκας να ανακοινώσουν στον λαό ότι ήταν διατεθειμένος να παραιτηθή. Ο λαός, βλέποντας τον Αυτοκράτορα σε μια τέτοια κατάστασι, ηρέμησε και η επανάστασι εκόπασε. Αλλά το επεισόδιο αυτό δείχνει την επιρροή που είχε ο Ιππόδρομος και ο λαός της πρωτευούσης επάνω στην Κυβέρνησι και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα.

Όταν έγιναν Αυτοκράτορες ο Ιουστίνος και ο Ιουστινιανός, επεκράτησε η Ορθοδοξία, με αποτέλεσμα να θριαμβεύσουν οι Κυανοί. Η Θεοδώρα όμως υπεστήριζε τους Πρασίνους και έτσι και στο αυτοκρατορικό περιβάλλον ακόμη υπήρχε ο διχασμός.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Δήμοι δεν αντιπροσώπευαν μόνον πολιτικές και θρησκευτικές τάσεις, αλλά και «ταξικά» συμφέροντα. Οι Κυανοί μπορούν να θεωρηθούν ως το κόμμα της αριστοκρατίας και οι Πράσινοι ως το κόμμα των κατωτέρων τάξεων. Εάν αυτό είναι αληθινό, οι φατρίες του Βυζαντίου παρουσιάζουν μιά νέα και ιδιαίτερη σημασία ως κοινωνικοί παράγοντες (σ.2).

Αξιόλογο είναι το γεγονός ότι από τις αρχές του έκτου αιώνος, στην Ρώμη, την εποχή του Θευδέριχου, υπήρχαν δυό αντίθετα κόμματα: Οι Πράσινοι και οι Κυανοί, από τους οποίους οι δεύτεροι αντιπροσώπευαν την αριστοκρατία, ενώ οι πρώτοι τις κατώτερες τάξεις (σ.3).

Μιά σημαντική μελέτη του προβλήματος έχει γίνει τώρα τελευταία. Ένας Ρώσσος επιστήμων, ο A. Dyakonov, σημειώνει «το μεθοδικό σφάλμα» του Rambaud, του Manojlovic και άλλων, που δεν πέτυχαν να κάμουν την διαφοροποίησι μεταξύ των δήμων και των φατριών, που φυσικά, δεδομένου ότι δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα, πρέπει να μελετηθούν χωριστά. Σκοπός της μελέτης του Dyakonov, δεν υπήρξε η λύσι του προβλήματος, αλλά η εκ νέου τοποθέτησί του, έτσι ώστε η νέα αυτή θεώρησί του να μελετηθή στο μέλλον με περισσότερο ειδικές εργασίες (σ.4).

Οι λόγοι της φοβερής επαναστάσεως του 532, στην πρωτεύουσα, υπήρξαν πολλοί και διάφοροι. Η εναντίον του Ιουστινιανού αντίθεσι, είχε τρείς αιτίες: μίαν σχετική με την δυναστεία, μία πολιτική και μία θρησκευτική. Οι επιζήσαντες ανεψιοί του Αναστασίου αισθάνοντο ότι είχαν γελασθή από τον Ιουστινιανό και, με την υποστήριξι των Πρασίνων οπαδών των Μονοφυσιτών, ήθελαν να εκθρονίσουν τον Αυτοκράτορα. Η αντίθεσι του λαού προέκυψε από μία γενική, εναντίον των αξιωματούχων, πικρία και κυρίως από την αντίθεσι προς τον περίφημο Νομομαθή Τριβωνιανό και τον Ιωάννην Καππαδόκη, οι οποίοι προεκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια στον λαό με την βιαιότητα των νόμων και με τους επαίσχυντους εκβιασμούς τους και την σκληρότητά τους.

Τελικά η θρησκευτική αντίθεσι προήρχετο από τους Μονοφυσίτες, που υπέφεραν πολύ στις αρχές της βασιλείας του Ιουστινιανού.

Όλα αυτά μαζί προεκάλεσαν μιά εξέγερσι του λαού στην πρωτεύουσα κατά την οποία Πράσινοι και Κυανοί, λησμονώντας τις αντιθέσεις τους, ηνώθησαν, από κοινού, εναντίον της μισητής Κυβερνήσεως. Ο Αυτοκράτωρ ήλθε σε διαπραγματεύσεις, μέσω των κηρύκων, με τον λαό στον Ιππόδρομο, χωρίς όμως να πετύχη κανένα θετικό αποτέλεσμα (σ.5). Η επανάστασι διαδόθηκε γρήγορα στην πρωτεύουσα και τα ωραιότερα κτίρια και μνημεία κατεστράφησαν ή εκάησαν. Επίσης εκάηκε η Βασιλική της Αγίας Σοφίας, στην θέσι της οποίας αργότερα έγινε ο περίφημος καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας.

Το σύνθημα των επαναστατών «Νίκα» είχε ως αποτέλεσμα να ονομασθή όλη αυτή η ανταρσία «στάσι του Νίκα». Ο Ιουστινιανός υπεσχέθη ν’ απομακρύνη από τις θέσεις τους τον Τριβωνιανό και τον Ιωάννη τον Καππαδόκη, αλλά η έκκλησί του στον Ιππόδρομο δεν πέτυχε και ανεκηρύχθη Αυτοκράτωρ ένας ανηψιός του Αναστασίου. Έχοντας καταφύγει στα Ανάκτορα ο Ιουστινιανός και οι σύμβουλοί του, αντιμετώπιζαν ήδη την φυγή, οπότε επενέβη η Θεοδώρα.

Τα λόγια, τα οποία ακριβώς είπε, βρίσκονται στα «Ανέκδοτα» του Προκοπίου και έχουν ως εξής:

«Είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να γλυτώση τον θάνατο. Αλλά, για ένα Βασιλέα, η εξορία είναι ανυπόφορη… Εάν επιθυμής – ώ Αυτοκράτορ – να σωθής, είναι εύκολο. Διαθέτουμε αρκετά χρήματα, ενώ πέρα εκεί είναι η θάλασσα και τα πλοία. Συλλογίσου όμως μήπως, όταν θα φθάσης σε μέρος ασφαλές, προτιμήσης τον θάνατο παρά την ασφάλεια» (σ.6).

Ο Αυτοκράτωρ ανεθάρρυνε και εμπιστεύθηκε στον Βελισσάριο την καταστολή της επαναστάσεως. Ο στρατηγός οδήγησε τους στασιαστάς στον Ιππόδρομο, τους έκλεισε εκεί μέσα, και σκότωσε τριάντα εώς σαράντα χιλιάδες απ’ αυτούς. Η στάσι κατεστάλη, τα ανήψια του Αναστασίου εκτελέσθηκαν και ο Ιουστινιανός, για μια φορά ακόμη, εξησφάλισε, εκ του ασφαλούς, τον θρόνο (σ.7).



Σημειώσεις

1. F.I. Ouspenski, τόμος 1ος, σελ. 506 (Ρωσσικά)
2. Βλέπε την εξαιρετικά σημαντική μονογραφία του Μ.Manojlovic που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1904 σε Σερβο – Κροατική γλώσσα. Ο Gregoire τη μετέφρασε Γαλλικά με τον τίτλο «Le peuple de Constantinople», Byxantion, XI (1936), 617 – 716. Η άποψι του Manojlovic δεν έχει γίνει από όλους δεκτή. Ο F. Dolger την δέχεται (Byzantinische Zeitschrift, XXXVII, 1937, 542), ο Ostrogorsky την απορρίπτει (Geschichte des byzantinischen Staates, 41, σημ.1). O Ε. Stein την απέρριπτε το 1920 (δεν είχε ο ίδιος διαβάσει το πρωτότυπο Σερβο – Κροατικό κείμενο) αλλά την εδέχθη το 1930 (Byzantinische Zeitschrift, XXX, 1930, 378). Εγώ πιστεύω ότι ο Monojlovic έχει αποδείξει πειστικά την άποψί του.
3. Βλέπε E. Condurachi «Fanctions et Jeux de cirque a Rome au debut du Vie siecle», Revue Historique du sud – est europeen, XVIII (1941), 95 – 102, κυρίως 96 – 98. Ως πηγή για το σπουδαίο αυτό συμπέρασμα χρησιμεύει το έργο του Κασσιόδωρου «Variae». Πρβλ. και άποψιν Manojlovic ο οποίος αναφέρει – χωρίς να στηρίζει την άποψί του αυτή σε κάποια πηγή – ότι η «αποκρυστάλλωσις των τάξεων έχει την προέλευσί της στον ιππόδρομο της παλαιάς Ρώμης» (Byzantion, XI, 1936, 642, 711 – 712).
4. «The Byzantine Demes and Factions (τα μέρη) in the Fifth to the Seventh Centuries» Vizantiysky Sbornik, 1945, έκθεσι M.V. Levchenko, 144 – 227, εισαγωγή, 144 – 149. Βλέπε επίσης G. Bratianu, «La Fin du regime des parties a Byzance et la crise antisemite du VIIe siecle» (Revue hostorique du sud –est europeen) XVIII (1941), 49 – 57. Duakonov, «Byzantine Demes», (Vyzantiysky Sbornik, 1945, 226 – 227). Ο Gregoire είναι κάπως ανακριβής στην άποψί του, ότι «μετά το 641 δεν βρίσκει κανείς πλέον ίχνη της πολιτικής σημασίας των χρωμάτων του Ιπποδρόμου (des couleurs du Girque)», Notules epigraphique» εις «Byzantion, XIII (1938, 175. F. Dvornik, «The Circus Parties in Buzantion», Byzantina Metabyzantina, I (1946), 119 – 133.
5. Βλέπε μία συζήτησι του Αυτοκράτορος και των Πρασίνων που έγινε μέσω των «κυρήκων» εις Theophanes, «Chronographia», έκδοσι de Boor 181 – 184. Επίσης πρβλ. «Chronicon Paschale», 620 – 621. Βλέπε και P. Maas, «Metrische Akklamationen der Byzantiner», Byzantinische Zeitschrift. XII (1912), 31 – 33, 46 – 51. Ο Bury πιστεύει ότι αυτό μπορεί να αφορά μία άλλη περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού: Βλέπε «Later Roman Empire», 11, 40 και σημειώσεις 3, 72. O Bury δίδει μία αγγλική μετάφρασι της συζητήσεως (72 – 74).
6. De bello persico, I 24, 35 – 37, έκδοσι Haury, I, 130, έκδοσι Dewing, I, 230 – 233.
7. Σχετικά με τη Στάσι του Νίκα βλέπε τις απόψεις του Dyakonov εις «The Byzantine Demes», Vizantiysky Sbornik, 1945, 209 – 212.



Πηγή: Α. Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324 – 1453», μετάφρασι Δημοσθένους Σαβράμη, εκδόσεις Μπεργκαδή 1954, σελ. 196 – 200



Για την αντιγραφή: Πετροβούβαλος/Αβέρωφ
Εικόνα: Xαλκογραφία που αναπαριστά την Κωνσταντινούπολη στα 1453 με τον Ιππόδρομο στο κέντρο της, από το Plato’s Academy
Σχετική ανάρτηση στον Αβέρωφ: Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ 483 – 565



Πηγή: ΑΒΕΡΩΦ Διαδικτυακό Θωρηκτό

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *