Κυπριανός

greek_lithograph_celebrating_the_ottoman_constitution

It was now time to think of proceeding to Greece,
as Cyprus became every day more more
a prey to tumults and massacres.[1]

Letters from the East, Volume 1,

John Carne

Ποιον ήρωα και ποιον άνδρα να υμνήσουμε;

Πίνδαρος

Όταν ο Άγγλος περιηγητής φιλοξενήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο, λίγες μέρες πριν από τον απαγχονισμό του, σε ένα από τα παρακείμενα στην αρχιεπισκοπή σπίτια, είχε εν γένει συλλάβει το πνεύμα μέσα στο οποίο μια εμφανής τάση αυτοθυσίας έσπρωχνε νομοτελειακά τον Κυπριανό προς τον θάνατο. Στη σχετικά σύντομη περιγραφή της εμπειρίας του ο προσδιορισμός του είδους του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τα ιερατικά άμφια θα αναδυθεί μέσα από την απόδοση μιας ιδιαίτερης ανθρωπολογίας, συντιθέμενης πάνω στην τομή της καθημερινής δραστηριότητας και συμπεριφοράς του Κυπριανού. Κι όταν «το βράδυ», όπως περιγράφει, «κατηφορίσαμε το βουνό και τον κάμπο και περάσαμε τις πύλες της Λευκωσίας πριν από το ηλιοβασίλεμα», σίγουρα δεν θα περίμενε ότι τις επόμενες μέρες θα εκμαρτύρευε μια συνθήκη που ξεπερνούσε κατά πολύ την αιτιώδη συνάφεια των γεγονότων και βαθυδινούσε στην πίστη ως το αλάθητο κριτήριο της αυθεντικής αρετής και συνεπώς της προσήλωσης προς έναν σαφή και ενάρετο σκοπό.

Η οξυδερκής, όμως, φύση του δείχνει να τον βοηθά να συλλάβει μεγάλο μέρος από τους συσχετισμούς, τους οποίους θα αποτυπώσει συνθέτοντας την ατμόσφαιρα της εποχής και τη φυσιογνωμία του Αρχιεπισκόπου χωρίς κανενός είδους πολιτική φόρτιση: «Αφού είχαμε ήδη στείλει μια συστατική επιστολή στον Έλληνα Αρχιεπίσκοπο του νησιού, μας παραχώρησε αμέσως ένα εξαιρετικό σπίτι με κήπο για τη διαμονή μας. Όταν βράδιασε μας τίμησε με την παρουσία του –ο Κυπριανός– ένας έξοχος και αξιοπρεπής άνθρωπος, που τόσο άγρια δολοφονήθηκε λίγο μετά την αναχώρησή μας. Ήρθε για να μας συνοδεύσει στο βραδινό που μας παρέθεσε στο αρχοντικό του. Περάσαμε μέσα από μια σειρά με φανούς, όπου ο Αρχιεπίσκοπος βάδιζε μπροστά και οι ιερείς που τον συνόδευαν ακολουθούσαν ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία. Το τραπέζι του ήταν πλουσιοπάροχα στρωμένο. Κάθε πρωί μας έστελνε το πρωινό, το οποίο μας σέρβιραν οι υπηρέτες του, ενώ το μεσημέρι τρώγαμε στο αρχοντικό του. Κάθε βράδυ ερχόταν να συνομιλήσει μαζί μας για καμιά ώρα και στη συνέχεια μας συνόδευε με την ακολουθία του για βραδινό και για να περάσουμε μαζί το βράδυ. Η καλοσύνη του και η προσοχή με την οποία μας αντιμετώπιζε ήταν υποδειγματικές, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν κάτω από συνεχή πίεση».

Ο Carne θα λειτουργήσει ως κήρυκας του επικείμενου ιστορικού διασκελισμού που θα πάρει τη φορά αυτήν τη μορφή ενός ιεράρχη που συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως εκφραστή ενός κοινού συνόλου αξιών και ως συνδιαμορφωτή των στοιχείων εκείνων της συνείδησης και των χαρακτηριστικών ενός κόσμου του παρελθόντος, που ενυπάρχει, και εξακολουθεί να υπάρχει, ως κληρονομιά μιας μακραίωνης παράδοσης. Συνεπώς, η ταυτότητα του θεσμικού ρόλου του Αρχιεπισκόπου απλώς εκχέρσωνε μορφολογικά το βαθύ χριστιανικό του υπόστρωμα, διακρίνοντας, ορίζοντας και ερμηνεύοντας τα ζητήματα μέσα από το έσοπτρο των ευαγγελικών κριτηρίων που υπαγορεύουν έναν κώδικα, το περιεχόμενο και το νόημα του οποίου όχι μόνο αντλήθηκε από το παρόν και το παρελθόν, αλλά κυρίως από το μέλλον.

Μέσα από τα ρήματα μιας ήδη ειλημμένης ελεύθερης προσωπικής απόφασης, ο Κυπριανός παίρνει ακριβώς τον ρόλο για τον οποίον η ιστορική αφορμή τον είχε προορίσει. Η αναμενόμενη κρίση κάνει τα πεπραγμένα και το παρελθόν να συνοψίζονται στη διαλεκτική ενός επιταχυνόμενου γίγνεσθαι, ενώ η προβολή τους πάνω στον χαρακτήρα του δημιουργεί στο εκτύπωμα της εικόνας του το εθνομαρτυρικό στίγμα. Έχοντας ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τον εύλογο φόβο που προκύπτει από τα αντικειμενικά εμπόδια της πραγματικότητας και υπό το καθεστώς μιας τραγικής για τον ίδιο και τον τόπο μοίρας, ετοιμάζεται να οδηγηθεί στο κατώφλι ενός ευκλεούς θανάτου.

Ο συγγραφέας θα εννοιολογήσει μία σαφή εικόνα της περιόδου και της πρωτοφανούς αποδόμησης του αρχιεπισκοπικού θεσμού, ενώ δεν θα διστάσει να αναδείξει, μέσα από την έκπαγλη βαναυσότητα του οθωμανικού ζυγού, τα ακραία όρια των διλημμάτων και της αποστροφής[2] που βίωνε ο Κυπριανός: «Ποία κατάσταση θα μπορούσε να τον επηρεάζει περισσότερο και να είναι πιο οδυνηρή. Επιλεγμένος για το υψηλό αξίωμά του από την Υψηλή Πύλη, καθώς και από τους ανθρώπους του, είχε παλαιότερα μεγάλη επιρροή στο νησί, ακόμη και πέρα από αυτό του κυβερνήτη, μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης. Εδώ και αρκετό καιρό είναι υποχρεωμένος να βλέπει τις σφαγές των συμπατριωτών του και τη λεηλασία των περιουσιών τους και να καταπνίγει κάθε έκφραση συναισθήματος. Οι καταπιεσμένοι και απειλούμενοι Έλληνες συχνά τον αναζητούν για να τους προσφέρει καταφύγιο, αλλά παρακολουθείται άγρυπνα από τις τουρκικές αρχές και δεν τολμά να παρέχει προστασία στον οποιονδήποτε, προκειμένου να συνεχίσει τη διεκπεραίωση των φιλανθρωπικών του υποθέσεων, που είναι αμέτρητες».

Εξ ορισμού οντολογικά απομονωμένος, ο Αρχιεπίσκοπος θα δείξει ακριβώς με τη στάση του τη διαλεκτική σχέση που αναπτύχθηκε σε ένα πλαίσιο εντάσεων και αντιθέσεων που προέκυψε κατά τη μετάβαση από το προεπαναστατικό στο μετεπαναστατικό καθεστώς. Η διαφορετική τροπή που πήραν τα πράγματα είτε θα απαιτούσαν υποτιμητικές εκπτώσεις στην τιμή, ενσωματώνοντας στον μονίμως παρόντα πλέον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό και στη νέα πολιτική διαμόρφωση τα παλιά αρχιεπισκοπικά προνόμια, είτε θα εξωθούνταν στα άκρα, με τον Κυπριανό να επωμίζεται την ιδιαζόντως σχηματοποιημένη απόδοση του ιστορικού συγκείμενου. Καθώς «η κατάσταση κατάντησε πιο σκοτεινή και πιο απειλητική, αφού απειλείται και η δική του πλέον ασφάλεια, ενώ προκαλείται συχνά από τους Τούρκους στρατιώτες και ο κυβερνήτης είχε μιλήσει με υβριστικούς όρους γι’ αυτόν» και μέσα από τις άσπονδες προσχώσεις της εποχής, η επιλογή του Κυπριανού να μη μεταθέσει το πρόβλημα σε άλλα πεδία ή να το περιγράψει με άλλους όρους τον επενδύει με μια αξιοπρέπεια, που γύρω της περιστρέφεται μια από τις πιο θεμελιώδεις και πιο δυναμικές αντιλήψεις της ελληνικής εθνοσυλλογικότητας. Στην ουσία, η κατά μέτωπον σύγκρουσή του με τον Κουτσιούκ Μεχμέτ, πέραν του ότι συνιστά θεμελιώδη ιστορική επιλογή για τον ίδιο απέναντι σε ένα καθεστώς που είχε ήδη αποδεσμεύσει πάνω στην τοπική κοινωνία τεράστια φορτία βίας, σήμαινε και την ενίσχυση της Ελληνικής Επανάστασης που είχε ξεκινήσει λίγους μήνες προηγουμένως, πρωτίστως σε επίπεδο συμβολισμών.

Η ανεξάντλητη πνευματική ροπή του Κυπριανού αδυνατούσε εγγενώς να ανακοπεί απ’ το παράβλημα της οποιασδήποτε εκλογικευμένης ατομοκεντρικής ή πολιτικής αντίληψης των πραγμάτων ή ακόμα και από τον στενά θεσμικό του ρόλο, ακριβώς γιατί ενισχυόταν από τους δέλτους της εκκλησιαστικής διακονίας, σε βαθμό που ενώ προανήγγελλε στους ξένους συνομιλητές του ότι «Ο θάνατός μου δεν είναι πολύ μακριά. Ξέρω περιμένουν μόνο για μια ευκαιρία για με σκοτώσουν», μπορούσε παράλληλα να παραμένει ακύμαντος και να εμπλέκεται με συνέπεια στην εμψύχωση των ανθρώπων του. «Και αυτό πράγματι φάνηκε ένα βράδυ, όπως καθίσαμε στο δείπνο, τον κάλεσε ένας από τους συνοδούς του σχετικά με ένα μήνυμα που ήρθε από τον κυβερνήτη. Τον συνοδεύσαμε σε άλλο δωμάτιο όπου κάποιος στρατιώτης τον περίμενε και ο οποίος του μίλησε με τον πλέον προσβλητικό τρόπο. Η ηρεμία του Αρχιεπισκόπου δεν τον εγκατέλειψε και απάντησε με μεγάλη ζεστασιά, αρνούμενος να υπακούσει το μήνυμα. Ο στρατιώτης αναχώρησε και επιστρέψαμε στο τραπέζι, αλλά η ηρεμία είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Οι κληρικοί ήταν ωχροί και τρομοκρατημένοι και ο Κυπριανός κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τους ενθαρρύνει, παρά το ότι ήταν βαθύτατα ταραγμένος ο ίδιος και επηρεασμένος από την κατάσταση».

«Τα λεπτά του χαρακτηριστικά φωτιστήκαν με μια απόκοσμη ενέργεια. Καθώς βίωνε και ο ίδιος τις ωμότητες των καταπιεστών, ανακοίνωσε ότι δεν είναι διευθετημένος να δεχτεί πλέον τέτοιες προσβολές. Την ίδια στιγμή προειδοποιούσε αυτούς που τον άκουγαν να προετοιμαστούν για το χειρότερο. Κανείς δεν τον διέκοψε όσο μιλούσε, ενώ τα λόγια του ακούστηκαν σαν η αποχαιρετιστήρια ομιλία ενός σπουδαίου κληρικού προς τους τρεμάμενους ανθρώπους του, ο οποίος δεν είχε καμία αμφιβολία ότι, όταν το υψηλό και ευγενές πνεύμα που τους παρηγορούσε και τους καθοδηγούσε θα έσβηνε, θα έπεφταν σαν μια ανήμπορη λεία στα χέρια των εχθρών τους. Το φως του λαμπτήρα έπεφτε πάνω στους κληρικούς που άκουγαν και στην εξαιρετικά εκλεπτυσμένη όψη του ηγέτη τους, του οποίου η μακριά γενειάδα έφτανε μέχρι κάτω σχεδόν στο ζωνάρι του. Αυτή ήταν μια σκηνή που δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί. Το περιστατικό έγινε σχετικά αργά το βράδυ και περιμέναμε όλοι με αγωνία τον στρατιώτη που θα μπορούσε πιθανότατα να επέστρεφε φέρνοντας ένα σκληρότερο μήνυμα από το προηγούμενο, αλλά προς ανακούφιση όλων δεν επέστρεψε. Άκρως επιφανής, μορφωμένος και ευσεβής, με ακλόνητο σθένος, ο Κυπριανός υπήρξε το τελευταίο σημείο συσπείρωσης της άθλιας κατάστασης στην οποίαν είχαν περιέλθει οι Έλληνες του νησιού. Οι συχνές διαμαρτυρίες και αποδοκιμασίες του προς το καθεστώς τον κατέστησαν ιδιαίτερα αντιπαθή στις τουρκικές αρχές. Συχνά δάκρυζε όταν μας μιλούσε για τις σφαγές των συμπατριωτών του. Εμείς τον ρωτήσαμε γιατί με τόσους κινδύνους δεν φεύγει από το νησί να αναζητήσει τη δική του ασφάλεια και μας δήλωσε ότι θα παραμείνει για να δώσει στους ανθρώπους του όλη την προστασία που απορρέει από τη θέση του μέχρι τέλους και θα χαθεί μαζί τους».

Με αυτόν τον τρόπο μαρτυρείται από τον Carne η διατήρηση των δυναμικών εκείνων φορτίων, στο σώμα της πραγματικότητας, που επιτρέπουν ερμηνεύσεις με την άμεση εμπλοκή ηθικών μεγεθών και που ανέκαθεν ζωοθετούσαν την ελληνική ιδιοπροσωπία, αφήνοντας στην ιστορία τη συνεχή διάπλαση των ιχνών και του περιεχομένου τους. Αυτό που στην αντίληψη του αλλοδαπού επισκέπτη δεν συνιστούσε, παρά τη συνεπή αφοσίωση σε μια στάση ζωής, που ενώ αφορούσε στο πρόσωπο, την ίδια στιγμή έδειχνε να το υπερβαίνει, στοχεύοντας σε κάποιο θολό και απροσδιόριστο όμως για τον ίδιο σχήμα, που για τον Αρχιεπίσκοπο φαινόταν να μην επιδέχεται κανενός είδους συμβιβασμό. Και πράγματι, αυτήν προφανώς την αλήθεια θα διάγγελλε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, όταν την 9η Ιουλίου, μετά την ανάγνωση της σουλτανικής καταδικαστικής απόφασης, απευθυνόμενος απαξιωτικά στον Τούρκο κυβερνήτη, θα του υπενθυμίσει ρητώς τη σαθρότητα ως κεντρικό χαρακτηριστικό της υπαρκτικής του θεώρησης:

«Οποίοι είσθε σεις, και τι ζητείτε από τεσσάρων ήδη αιώνων εις τας Ελληνικάς ημών χώρας, ως βδέλλαι εκμυζώντες το αίμα μας, και ως δαίμονες της κολάσεως κατατυραννούντες τα πτωχά σώματά μας; Οποίοι είσθε σεις, οι δίκην τίγρεων εισβαλόντες εις το ποίμνιον του Κυρίου και κατασπαράσσοντες τας σάρκας των αθώων προβάτων Του; Τρέφεσθε εκ των αχνιζόντων από του αίματος σπλάγχνων των! Τα πονηρά πνεύματα κρημνισθήσονται και αύθις εις τα σκότη του Άδου και εξαφανισθήσονται από προσώπου της γης, και ο Σταυρός υψωθήσεται… Χριστέ μου! Τώρα εννοώ ποία μαρτύρια εδοκίμασας, όταν υβρίζεσο και ερραπίζεσο υπό των δημίων Σου! Θεέ μου, ενδυνάμωσόν με, όπως πίω το ποτήριον τούτο εν χριστιανική υπομονή και θεία καρτερία, χάριν του Μεγάλου Ονόματός Σου και του πολυπαθούς Έθνους μου! Η ημέρα της θανατώσεώς μου θα είναι η ενδοξοτέρα της ζωής μου».

Ο Αρχιεπίσκοπος, υπερβαίνοντας την ατομική του μοίρα, θα έσωζε με τα λόγια αυτά τη διαυγή σύμπραξη του αυτοσεβασμού και μαρτυρίου και θα ενσάρκωνε με σεμνότητα την ιδεατή πνευματική τάξη, στέλνοντας τη θυσία του στο νίπτρον των ιστορικών καταβολών της πατρίδας, κρατώντας το όραμα της παλιγγενεσίας της νήσου ζωντανό.

Α.Χ.

Εκ των αντιθέτων η αρμονία


  1. Ήταν πλέον καιρός να σκεφτούμε πως θα φεύγαμε για την Ελλάδα αφού η Κύπρος γινόταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο το θήραμα του χάους και των σφαγών.
  2. Letters from the East, Volume 1, σελ. 455-456: Ο Carne περιγράφει μια σκηνή που τους διηγήθηκε ο Κυπριανός, όπου αποκεφαλίστηκε αριθμός Ελλήνων ευυπολήπτων πολιτών και εμπόρων. Την επόμενη μέρα της σφαγής, ο Δήμιος τον περίμενε και του ζήτησε ανταμοιβή για το γεγονός ότι τους αποκεφάλισε με μόνο ένα πέρασμα του σπαθιού και δεν πόνεσαν! Στα αγγλικά το κείμενο έχει ως εξής: «The archbishop described this scene, which was quite recent and the anguish of his feelings was bitterly augmented on the following day, when the Sclavonian soldier waited on him and demanded a reward. Cyprian asked for what! The other answered because he had put the archbishop’s countrymen to death with so little pain, having beheaded each at a single blow and that he deserved a recompense».



Πηγή: Εφημερίδα Ένωσις

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *