Μια ΑΛΗΘΙΝΗ προσφυγική αφήγηση, Ελληνίδας από την Ανατολική Θράκη

ΕΚΚΕΝΩΣΗ ΘΡΑΚΗΣ

Τέτοια εποχή πριν 94 χρόνια υποχρεώθηκε η Ελλάδα να παραδώσει και να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη στην Τουρκία. Η γιαγιά του Ναζίρη Γεωργίου απο τη Σιταριά, πρόσφυγας μεγάλης ηλικίας που γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, αφηγείται τα γεγονότα της ζωής, όπως τα πρώτα χρόνια της ζωής της, το δράμα της προσφυγιάς όπως το έζησε η ίδια, τους πολέμους που ακολούθησαν και επίσης σχολιάζει και κριτικάρει τα γεγονότα με την δική της κρίση που μέσα από την αφήγηση της αυτή αντανακλάται η ιστορία και οι περιπέτειες του Ελληνικού Έθνους. Η γιαγιά χρησιμοποιεί τη θρακιώτικη ντοπιολαλιά.

Όπως μι μουλόγσι μάνα μ’, γινίθκα τ’ θεριστή ποια χρουνιά δεν ξέρω, μα τότι θαρρείς όπως έλιαν μιτά, η τουρκιά ανακατεύουνταν (1910). Τουν μπαμπά μ’ δεν τουν θ’μάμι θα σι πω του γιατί τουν έλιγαν Κυργιάκη κι τ’ μάνα μ’ Θαλάσσω. Είχα δυα αδιρφές τρανίτιρις που μένα κι έναν αδιρφό τρανίτιρους τέσσιρα χρόνια. Ύστιρα απ’ μένα γινίθκι κόμα ένα κουρτσούδ, πουλί λίγο του θ’μάμι πέθανι του καημένο απ’ την πείνα, θ’μάμι που βουσκούσι χουρταράκια δεν μπόρσι ν’αντέξι, μαθές μαξουμάκι ούδι κει απόμκει.

Του χουριό μας του έλιγαν Μαλκότσι, Γραβιά στα Ρουμέϊκα ήταν κουντά στ’ Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιουπρού) είχαμι κι ένα πουτάμι που του έλεγαν Εργίνα (Εργινήτ). Στου χουριό μας δεν είχαμι τούρκους ούλοι είμασταν ρουμιοί κι ακκλησιά είχαμι κι Παπά κι Ρουμιό Δραγουμάνο είχαμι. Ήταν καμπιάσιου, κάμπου να δγιούν τα μάτια σ’ μπαμπάτσκις κουλουκίθις μπόλκου ζαυζά ότι ήθιλνις έβγαζαν τα χουράφια μας. Στα τσιαΐρια βουσκούσαν τα βόδια μας, τα γιλάδια μας, τα προβατά μας. Τα πβάλια μας πάλι, γκλιόνταν τσ’ γκιόλις. Παράδεισους ήταν του χουριό μας, μα παν ούλα τά ‘χασάμι. Έτσι ήθιλνι ου θιός κι έτσι γίνκι.

Ήμαν δεν ήμαν δυό χρουνή κι μια μέρα ήρθαν τούρκοι τζανταρμάδις πήραν του μπαμπά μ’ούλνους τσ’ άντρις κι τα παλληκάρια κι η μάνα μ’έλιγι τσ’ πήραν αιχμάλωτοι για να δλέβουν στου Τούρκικου τ’ ασκέρι. Αυτά τώρα που λέου κι αυτά που θα πω δεν τα θ’μάμι μι τα μουλόγσι η μάνα μ’. Όταν τράνιψα καμπόσου, του τι πέρασαμι τα θ’μάμι πουλί καλά μέχρι κι σήμιρα.

Μια φ’ρα μπαμπάς μ’ μαζί μι τουν νουνό μ’ έκαμαν κατσιάκι. Έφκαν απ’τ ‘ς τούρκοι κι ήρθαν στου χουριό για να μας πάρουν, να πιράσουμι τ’ Μαρίτσα(έβρος) κι να πάμι κατ’ του Διμότχου που του’χαν Βούλγαροι να γλιτώσουμι. Ου νουνός μ’ μαζί με την οικογένεια τ’ έφκαν κι, γλίτουσαν μα μπαμπάς μ’ φουβήθκι μη μας πιάσουν κι τυραγνάν ούλη την οικογένεια κι έτσι απόμκαμι στου σπίτ’ μας. Ήρθαν πάλι τούρκοι τζανταρμάδις τουν πήραν τουν μπαμπά μ’ κι ξανά δεν τουν είδγιαμι. Πέθανι απ’τα αρρώστιες; τουν σκότουσαν; Ποιος ξέρει για,πάντως ένας χουριανός που γύρσει απέκει είπι στη μάνα μ’ ότι σκοτώθκαν σ’ένα αμπρί στου Τσανάκαλε (Δαρδανέλλια). Ύστιρα απ΄ αυτά που γένουνταν οι τούρκοι του χουριό μας του χάλασαν πήραν τα γελάδια μας, ούλα τα ζουντανά μας, τα στιάρια μας καν τίπουτας δεν μας άφσαν (επίταξη).

Οι χουριανοί μας άλλοι κ΄ρλάτσαν κατ΄ τν Ανδριανού (Ανδριανούπολη) άλλοι κατ΄ τ’ Βουλγαρία (Διδυμότειχο) άλλοι σι άλλα χουριά οπ΄έβρισκι καθένας νταγιάντι… τι να κάμ΄κουσμακ΄ς; Μάνα μ΄χήρα τι να καμ’ καημένσα μας πήρει κι μας γκιζιρνούσι από χουριό σι χουριό μπας κι βρει καμιά δ’λειά κι κάνα κουμμάτι ψουμί. Γω ήμαν 2-3 χρουνί κι όπως σας είπα δεν τα θ’μάμι πουλύ καλά, μα θ’μάμι που αρχίνσαμι να πεινάμι θ΄μάμι που μικρή αδιρφή μ’ πέθανι απ’την πείνα. Αρχίνσαμι να διακουνεύουμι μαζί μι του μπάτη μ’ (αδερφός) κι γκιζιρνούσαμι από χουριό σι χουριό. Φτουχοί κι αυτοί, σάγκιμ’ τι είχαν να μας δώσουν; Μένα κατ’ μ’έδιναν λίγου ψουμάκι, φαίνιτι μι αψχούσαν γιατί είμαν λιανούτσκη, μικρούτσκι, κουντούτσκι, ξυπόλτι. Μα τουν καημένο τουν αδερφό μ’ δεν τουν έδιναν τίπουτα και τουν έλιγαν «συ να πας να δλέψ’ς τσιουρακούδι, τσιουμπανάκι στα πρόβατα τρανούτσκους είσι» (6-7 χρονών).

Πουλύ τουν αψχούσα κι όταν κάθουμασταν αποσταμένα κι τα δυό μας μοιράζουμασταν του ψουμί κι ότι πιρίσιυει του πάηναμι σ τ‘ Μάνα μ’ κι τ’ς αδιρφές μας. Καμμιά φ’ρά Μάνα μ΄ μι τ’ς μπούλις μ’ (αδερφές) έβρισκαν κάνα μεροκάματο στα χουράφια, τ’ς έδιναν κάνα σεκλέμ’ στιάρι , αλεύρι ίσια-ίσια να ζάμι, που λεν, να μην πιθάνουμι. Γω απ΄την πείνα κι απ’ τη γκιζέρια αρρώχτσα πουλί, γέμσα σπυριά, είχα θερμασιά κι τσιρλίζουμαν συνέχεια. Γίν’κα σα τζιαντάκ’, πάλι μη τουν αδερφό μ’ σκώνουμασταν κι πάηναμι να διακουνέψουμι.

Μια μέρα γίγκα ντάμα πια, απόκαμα κουντά σι ένα τσισμέ κι καημένους αδερφό μ’ μη πήρει αγκαλιά κι μη δρόσιζει, έκλιγει κι φοβήθκει μη πιθάνω. Να που καμμιά φ’ρά υπάρχει κι Θιός. Έριτι ένας τούρκους αξιουματικός (γιατρός) καλή τ’ ώρα όπου κι αν βρίσκετι, να πουτίσι τ’ άλογου τ’ μας βλέπ’ κι τα δυό αγκαλιασμένα, ντυμένα μι κουρέλια κι ξυπόλτα, μας λυπήθκι κι μας ρώτσι: πούθι ήμιστει γιατί κλαίμι, ύστερα είδγει τα σπυριά μ’ φαίνιτι κατάλαβι που είχα θερμασιά κι μ’ έκανι βιλόνα (ένεση). Μας ανέβασει στου άλουγου τ’ μας πήγει στου σπίτ’ που είμασταν, έδουσι στ’Μάνα μ’ φάρμακα κάτι τ’ν είπι καμτσίκουσι τ’ άλογου τ’ κι έφκι. Γειτόνσεις τουρκάλις έφιραν στ’ Μάνα μ’ αργιάνια κι τσιουρμπάδις μη τάισαν γιρά κάμπουσες μέρες κι γίγκα καλά.

Όσο ήμαν άρρωστη, η μάνα μ’ βρήκε δ΄λειά σι ένα Τούρκικο χουριό, σι έναν τσιουρμπατζή Τούρκο. Είχι πουλλά χουράφια, πρόβατα, πβάλια κι ήθιλνι χέρια γιατί καημένους έπαθι πουλί ζημιά. Τα δυο πιδιά τ΄ που ήταν στρατιώτοι σκοτώθκαν κι απόμκει μι δυο κουρίτσια. Καλός άθραπους κι η γναίκα τ΄ κι κείνη πουλύ καλή. Μας έδουσαν ένα καλυβάκι να κάτσουμι κι η μάνα μ΄μαζί μι τ’ς αδερφές μ’ ούλη τη μέρα δούλεβαν στα χουράφια, άρμιγαν, άλλες δ’λειές έκαμναν, ύφαιναν ότι δλειά είχι την έκαμναν. Ου αδερφός μ’ που κάμπουσου τράνιψι βουσκούσι τα γελάδια τα πβάλια τα πρόβατα κι βουηθούσι κι σι άλλες δ’λειές. Τράνεψα κι γώ, γίγκα 9-10 χρουνή, βουηθούσα στου σπιτ’ την καντ’να, ήμαν δούλα, τράνεψα του μικρό κουρίτς του σαίμπί μ’ (αφεντικό). Συνέχεια μας έλεγε να τρώτι να μη σακ’ντάτι (διστάζετε). Πρέπει να γίγκα 12 χρουνώ αρχίνσα κι γω να απκάζου ότι γένουνταν κι ίδγια τα αφεντικό μας σταναχωρημένο κι λέω μι του νου μ’ κάτ’ γένετι, τούπα στη μάνα μ’. Παένι κι μάνα μ’ στ’ αφεντικό κι τουν ρώτσι τι γένετι πάλι; Τότι κείνους την είπι ότι ήρθι του ρουμέικο ασκέρ’ κι θα πάρουν ούλα τα ζουντανά. Δεν ξέρ’ τι να κάμ’ , μπουρεί κι να φύβγω σι άλλου μέρους. Πάλι καλός λέει στη μάνα μ’ να κρύψει δυο καλά δαμάλια να τα ζέψ’ μι τ’ αμάξ’, να πάρ’ τα πιδιά τ’ς, να φορτώσ’ κι κάμποσα ντουζένια στιάρια, να πάει στου χουριό τ’ς, τώρα γίγκει ξανά ρουμέικο.

Γύρσαμι μεις κι ούλοι χουριανοί, ξαναμαζεύκαμι ύστιρα απ’ τόσα χρόνια του σπίτ’ μας του βρήκαμι όπους ήταν δεν του πείραξαν. Βρήκαμι τα χουράφια μας αρχίνσαμι να τα δλέβουμι κι κείνις τις χρουνιές έβγαλαμι πουλί σουδειά για θάμα ήταν. Μα δε βάσταξει πουλί, κάνα 2-3 χρόνια κι ένα προυί σαμπάχλια σαμπάχλια έρουντει στρατιώτοι κι μας λέν΄: να μαζέψτει ούλα τα πράματά σας, τα ζουντανά σας κι ότι άλλου έχτι, σκόνιστι απ’ του χουριό σας, θα πατι πέρα απ’ τη Μαρίτσα στου Διμότχου γιατί τα μέρια σας τα πήραν ξανά Τούρκοι.

Νταμπλάς μας ήρθι, τι φταίμι, τι έκαμαμι τόσου πια, γιατί μας τυραγνάει Θιός. Πουλί σταναχουρέθκαμι, η μάνα μ’ μέχρι που να μαζέψουμι τα πράματά μας μια έκλιγι κι μια καταριόνταν την τύχ’ μας. Άμα τα μάζιψάμι ούλα λέι μάνα μ’ μένα κι τσ’ αδιρφές μ’ να παστρέψουμι του σπιτ’ καλά κι όταν θα γυρίσουμι να του βρούμι καθαρό. Φόρτουσαμι τ’ αμάξ’ μας…, τι θα βαλ’ς ; 2-3 τσ’φάλια στιάρι, κάνα δυο σικλέμια αλεύρι, τα μπακ’ρια μας, τα κουρέλια μας κι μεις.

Ούλοι χουριανοί κίνσαμι μαζί καραβάν’ κι μαζώθκαμι στη Μακρά γέφυρα (ουζούν κιουπρού), κει βρήκαμι κόσμου και από άλλα χουριά, Κιστριτσιώτοι, Τσιαλιώτοι, Κουρτιώτοι, Ζαλουφιώτοι δε θ’ μάμι κι πόσοι άλλ’. Μπρουστά πάεινι στρατός πίσου ούλα τα χουριά, κίνσαμι για του Διμότχου.

Άντι – άντι ούλη τη μέρα πιρπατούσαμι, πέρασαμι τ’ Μαρίτσα κι κατ’ του βράδυ έφτασαμι. Μας πήγαν στου Μπουλκάρκιο (Ελληνοχώρι) σι κατ’ τσαΐρια. Κουσμούρα να δγιεις. Στρατός γιλάδια ούλοι μαζί κούρνιασαμι σαν τα π’λια μπαϊλντισμένοι, αποσταμένοι, άπλυτοι, νισκοί, άτζιμπα τι θα αποΐνουμι;

Κάμπουσις μέρες τρουιρνούσαμι μες στα τσαΐρια, ου στρατός έβαλι καζάν’ κι έτρουαμι απεκεί. Οι άντροι ρουτούσαν τ’ς αξιουματικοί τι θα ένι, που θα μας πάτι τι θα καμ’ τόσους κόσμους; Κείνοι έλιγαν, να μη φύγτει σιακάτ’ μπουρεί να τα ξαναπάρουμι τα μέρια σας, έτσι νόμιζαν κι αυτοί. Άμα τα είδγιατι σεις τα είδγια κι γω.

Ήρθι μια πιτρουπή κι μας μοίρασαν στα μαρέικα χουριά κι δούλιβαμι αργαταίοι, καλοί αθρώποι πουλί μας βουήθσαν, από κείνα τα χρόνια κόμα φιλνάδις έχου. Σκρόπσαν χουριανοί μας ζερβά δεξά, τα σόια χάθκαν, η μάνα μ’ μι του λάλου μ’ (θείος) κι άλλις οικουγένειες ανακατιμένες απ’ άλλα χουριά ήρθαμι σι τούτου του χουριό που είμιστι. Έφκιασαμι καλύβις μι σάζια που τα κουβάλσαμι τσιακ απ’ τουν Άρδα κι στα καλυβάκια μας έκατσαμι κάνα χρόνου. Ύστιρα ου Βενιζέλος έστειλι πιτρουπή κι μας μοίρασι χουράφια, σπόρια, βόδια, μας έδουσι ξύλα, κεραμύδια κι έφτιαξαμι κυρπιτσένια σπίτια, έφκιασαμι ακκλησιά, τσισμέδες κι άλλα πράματα. Ιδώ που μας έφιραν ένα σκέτου ξηρουμπάιρου είνι.Που είνι του Μαλκότσι (χωριό), κάμπους, πουτάμ, παράδεισος ήταν. Μα τι μπουράς να καν’ς; Άλλ’ ουρίζουν τα τυχιρά μας.

Τράνιψα κοπέλα πια μη πάντριψαν κι πήγα στα πεθερκά μ’. Κει βρήκα κουνιάδις, κουνιάδια ούλοι μαζί κιμάμασταν στην ψάθα κι ούλοι έτρωαμι από μια τσιανάκα. Τα κουνιάδια μ’ κι κείνα παντρεύκαν κι μαζώθκαμι ένα κ’ρλιάν’ κόσμους. Τότι χώρσαμι απ’ τα πθερκά μ’ κι έκαμά μι θ’κό μας νοικοκυριό. Ου πεθερός μ’ μας βουήθσι να φτιάξουμι σπιτ. Μι τουν άντρα μ’ δούλιψαμι γιρά κι γένσα ένα πιδί κι τέσσιρα κουρίτσια. Γένσα κόμα ένα πιδί μα του ζαβάλικο πέθανι μικρό. Φτουχά χρόνια κι ήσυχα ήταν κι καλά πιρνούσαμι.

Μόλις ησιάσκαμι ήρθι ου τρανός τρανός ου πόλιμος, μιτά ήρθαν Γιρμανοί, άντρας μ’ πήγι στουν πόλεμο κι μιτά πήγι κι στουν Ελάς. Ύστιρα αρχίνσι ανταρτουπόλεμος, χειρότερου πράμα δεν έζησα… Τι να σι μουλουγήσου για αυτά τα χρόνια… Κανένας να μη τα ζήσ’. Πούθι να φυλαχτείς, φόβους κι τρόμους ψ’χή μας βήκι. Άντρας μ’ αναγκάσκει κι έφκι αντάρτ’ς τι να κάμ; Τουν κνιούσαν μπουραντάδις, γιατί πολέμσι μι τουν Ελας κι κ’ρλατσι μιτά σι άλλου κράτους, νέα τα’ έμαθα ύστιρα από δέκα χρόνια μέχρι τότι δεν ήξηρνα ζάει ή σκουτόθκι.

Γω τι τράβηξα , τι πέρασα δεν λέγουντι. Θέλ’ δυο μέρις να στα λέου. Στάθκα σκληρή μα δεν τόβαλα μέσα μ’, ούτι μι πήρι σιακάτ… κει μπρουστά!!! Τα πιδιά μ’ τα τράνιψα, τα προίκουσα κι τα καλουπάντριψα, πουλύ καλά ζαν.

Τώρα είνι ζουή οτ’ θέλ’ς του έχ’ς, ότ’ τραβάει ψ’χής του έχ’ς, τώρα είνι τα καλά τα χρόνια.Καμμιά φουρά ακούω που παραπουνιούντι που δεν τσ’ φτάνουν παράδις για να αγουράσουν λούσα κι γω τ’ς λέου ψουμάκι έχ’ς, υγειά εχ’ς μη φουβάσι τίπουτας μουνάχα Θεός να σι φ’λάει.



Πηγή: ΜΗΛΙΑ
(αναδημοσίευση: Ελευθέριος Θ. Χατζόπουλος, Πρόεδρος Π.Ο.Θ.Σ.)



Πηγή: Αντιφωνητής

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *