Τουρκικός ταύρος σε ελληνικό υαλοπωλείο

Bull in a China Shop: You break it, you buy it,

Του Γ. Βοσκόπουλου, Αναπληρωτή Καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών, π. Προέδρου Τμήματος ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

Οι επιλογές στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής προσδιορίζουν το ρόλο μίας χώρας σε μία διευρυμένη και δομικά πολύπλοκη χωροταξία δράσης, σε ένα άναρχο περιβάλλον. Ο τρόπος δράσης των κρατών (ενίοτε στη διεθνή βιβλιογραφία χρησιμοποιείται ο όρος «ο χαρακτήρας των κρατών») προσδιορίζεται από τους στόχους που θέτουν.

Η Τουρκία του Τ. Ερντογάν δρα στα όρια του προσδιορισμού μίας χώρας παρία. Ανεξέλεγκτη, αναθεωρητική, επιθετική, ρατσιστική, μία χώρα απομονωμένη από μία ηγεσία που βλέπει παντού εχθρούς. Μετά τους «δυόμιση πολέμους» και τη λογική των «μηδενικών προβλημάτων» ο Τ. Ερντογάν υιοθετεί μία στρατηγική ρήξης με τους παραδοσιακούς συμμάχους του. Επαναπροσδιορίζει τον προσανατολισμό της χώρας του με το βλέμμα στα νότια σύνορα της.

Όπως εύστοχα έγραψε πριν χρόνια ένας Τούρκος δημοσιογράφος με αφορμή τα γεγονότα στο πάρκο Γκέζι ο Ερντογάν «πυροβολεί τα πόδια του». Δυστυχώς για τις όμορες Ελλάδα και Κύπρο αυτό συνιστά πρωτεύουσα απειλή να πληγούν από εξοστρακισμό ή στα πλαίσια ενός μακροστρατηγικού σχεδιασμού να αποτελέσουν θύματα μίας συνολικής διευθέτησης των προβλημάτων ασφαλείας της Τουρκίας.

Ο μοναχικός δρόμος του Ερντογάν πολλαπλασιάζει το απρόβλεπτο των επιλογών του. Έχοντας επιλέξει ένα νέο-οθωμανικό μοντέλο διακυβέρνησης που ουσιαστικά καθιστά τον Κεμαλισμό μία ιδεολογία περιορισμένης εσωτερικής οργάνωσης, προωθεί τους στόχους του κάνοντας επιλογές υψηλού ρίσκου. Απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας, περιφρόνηση διεθνούς δικαίου ή ad hoc επίκληση του, επίδειξη σκληρής ισχύος. Σε αυτό το σημείο η Άγκυρα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, αφού η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν χαράσσεται με κριτήριο, μεταξύ άλλων, την ανάληψη ρίσκου.

Οι επιλογές του Ερντογάν τα τελευταία χρόνια αποτελούν αρνητικές εισροές στα επικαλυπτόμενα ή/και παράλληλα υποσυστήματα ασφαλείας στα οποία δρα η Τουρκία. Στα Βαλκάνια ο νέο-οθωμανισμός του λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός και παράγοντας ενίσχυσης των ενδο-Βαλκανικών διαφορών. Το ζητούμενο είναι ο μελλοντικός τρόπος διάδρασης του νέο-οθωμανισμού του Ερντογάν και του παν-σλαβισμού των Ρώσων. Οι δύο αυτές παράμετροι λειτούργησαν ιστορικά με μη συμβατό τρόπο και δεν μπορούν να προσδιοριστούν εντός μίας win-win προσέγγισης, τουλάχιστον επί μακρόν.

Η διεθνής απομόνωση της Τουρκίας την καθιστά επικίνδυνη, κάτι που εξωτερικεύεται στο Αιγαίο και στην Κυπριακή ΑΟΖ. Η διεθνής της δράση περιορίζεται στην περιφέρεια την ίδια στιγμή που ανοιχτά πλέον αμφισβητείται ο ρόλος της στο ΝΑΤΟ. Η κριτική αυτή ωστόσο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως μία de facto περιθωριοποίηση της. Η Άγκυρα διαχρονικά αποτελεί το enfant gaté του Πενταγώνου, ως εκ τούτου η απομόνωσης της δεν αποτελεί στόχο των ισχυρών νατοϊκών συμμάχων. Η διεθνής συμπεριφορά της υπό την ηγεσία Ερντογάν αξιολογείται από πολλούς ως μία εκτροπή (deviation) η οποία θα επανέλθει σε μία πιο συνεργατική τροχιά μετά το τέλος της πολιτικής κυριαρχίας του Τ. Ερντογάν.

Η λογική των ίσων αποστάσεων που κρατάει η Ουάσινγκτον εδώ και δεκαετίες ουσιαστικά επαναπροσδιορίζει την αντίληψη που είχε αναλυθεί ενδελεχώς σε μελέτη του RAND πριν από περισσότερα από 15 χρόνια. Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν έναν ενιαίο στρατηγικό χώρο που δεν μπορεί να κατατμηθεί. Η Τουρκία αποτελεί έναν πολυστημικό αποσταθεροποιητή σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή. Ο όρος δεν είναι τυχαίος αλλά χρησιμοποιείται σε συστημικές αναλύσεις (systemic stabilizer / systemic destabilizer). Αν και η ευρωπαϊκή της πορεία θα πρέπει να θεωρείται μη πολιτικά και οικονομικά εφικτή, αποτελεί σημαντικό παράγοντα της Συμμαχίας και της μεταπολεμικής γεωστρατηγικής διευθέτησης που προέκυψε.

Ωστόσο οι επιλογές της Άγκυρας δημιουργούν διλήμματα στους συμμάχους της. Η αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων, ο άξονας με Ρωσία και Ιράν, οι σχέσεις της με το Ισλαμικό Κράτος, ο εξανδραποδισμός των Κούρδων, η στήριξη στη Χαμάς και η «ανοχή» της στη δράση μελών της από το τουρκικό έδαφος είναι ενδεικτικά μόνο ζητήματα υψηλής πολιτικής που προσδιορίζουν τις σχέσεις της με τη Ατλαντική Συμμαχία.

Αιγαίο – Κυπριακή ΑΟΖ

Σε Αιγαίο και κυπριακή ΑΟΖ εκφράζει δύο στρατηγικές που έχουν το ίδιο νοηματικό υπόβαθρο αλλά διαφορετικούς άξονες δράσης, χρήσης μέσων και έντασης. Στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις με σημείο αναφοράς το Αιγαίο καταγράφονται συστηματικές προκλήσεις και αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Απώτερος στόχος-εδώ η Τουρκία έχει μείνει αμετακίνητη επί χρόνια- η συνεκμετάλλευση, επιλογή που έμμεσα στηρίζουν και εξωγενείς παράγοντες προς όφελος της ομαλής λειτουργίας της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Στην περίπτωση της Κύπρου αν η πρόταση για «πακετοποίηση» Κυπριακού-ενεργειακών υλοποιηθεί, ουσιαστικά θα δικαιώσει την τουρκική επιθετικότητα και το στόχο της Άγκυρας να καταστήσει εξ αρχής σαφές στα τρίτα εμπλεκόμενα μέρη ότι χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να προχωρήσει τίποτα. Δύο σημεία θα πρέπει να επισημανθούν εδώ. Η άποψη ότι η εμπλοκή της Τουρκίας στα ενεργειακά δρώμενα είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα στην περιοχή και την ομαλή λειτουργία της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ. >>

Μέχρι σήμερα η οντολογία της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης συνιστά ένα τανγκό για έναν, αφού στο δίπολο σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας αντιπαρατίθενται μία αναθεωρητική δύναμη και μία χώρα που στηρίζει το εδαφικό καθεστώς. Η Τουρκία εξέλαβε την ελληνική δημοσιονομική κρίση ως μία ευκαιρία προώθησης νέο-οθωμανικών φαντασιώσεων, επενδύοντας στον επίκτητο φόβο της ελληνικής πλευράς σε συνθήκες κλιμακούμενων προκλήσεων σε επιχειρησιακό και ρητορικό επίπεδο.

Σε επίπεδο δηλώσεων είναι σαφής η προσπάθεια υποβάθμισης της στρατηγικής σημασίας της Ελλάδας και της ταπείνωσης της χώρας με κύριο αποδέκτη την τουρκική κοινή γνώμη. Ας θυμηθούμε τη δήλωση του π. αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης πριν μερικά χρόνια: «Σε λίγο οι Έλληνες θα ανοίξουν μαντήλι για να ζητιανεύουν». Οι αξιολογήσεις αυτές «διευκολύνουν» τη νοηματική εμπέδωση προτάσεων του παρελθόντος όπως «μπορούμε να μοιραστούμε το πετρέλαιο στο Αιγαίο» (Α. Παμίρ, μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ενέργειας της Τουρκίας). Αυτά τη στιγμή που η Άγκυρα οικοδομεί έναν άξονα αναθεωρητισμού με την ΠΓΔΜ. Η σχέση Άγκυρας-Σκοπίων είναι αυτή του patron-client.

Ο παράγοντας ΗΠΑ

Η επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων είναι ένας σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από την Αθήνα. Στο παρελθόν οι ομαλές σχέσεις των δύο επέτρεπαν στην Ουάσινγκτον να έχει μεγαλύτερη παρεμβατική ικανότητα σε περιόδους κρίσεων, ωστόσο σήμερα οι διμερείς σχέσεις βρίσκονται σε ιστορικό ναδίρ. Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζητούν ειρηνική διευθέτηση των όποιων διαφορών με συνομιλίες. Ωστόσο η διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος αντιπαράθεσης στην Τουρκία σε συνδυασμό με τη συμμαχία Ερντογάν-Γκρίζων Λύκων καθιστούν την αμερικανική παρέμβαση εξαιρετικά δύσκολη, εκτός κι αν συντελεστεί σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.

Στα θετικά η μη ολοκλήρωση μέχρι σήμερα της πώλησης αμερικανικών οπλικών συστημάτων στην Τουρκία. Μία τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ένα καταλυτικό πλαίσιο ασύμμετρων απειλών για Ελλάδα και Κύπρο. Οι όποιες προτροπές από παράγοντες στις ΗΠΑ για σκλήρυνση της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας θα πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την αντικειμενική αξιολόγηση ότι η Τουρκία δεν αποτελεί μία αναλώσιμη σύμμαχο. Η ρητορική των Τούρκων ακόμα και κατά των ΗΠΑ εκλαμβάνεται ως μία συγκυριακή ανωμαλία. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και η μία πιθανή διάδοχη κατάσταση στην Τουρκία θα φέρει στην εξουσία ακραία στοιχεία. Υπό αυτή τη λογική θα υπάρξει συνέχεια στην τουρκική επιθετική πολιτική.

Ο Τ. Ερντογάν ομολόγησε δημόσια ότι ενισχύεται ο αντι-αμερικανισμός στην Τουρκία. Ως αποτέλεσμα, η όποια «συμμόρφωση» στις παραινέσεις των ΗΠΑ ή άμβλυνση της επιθετικής συμπεριφοράς της Άγκυρας θα εκληφθεί από την τουρκική κοινή γνώμη και τους πολιτικούς αντιπάλους του ως μία ζωτική υποχώρηση. Με απλά λόγια όποια πολιτική δύναμη υποχωρήσει από τη γραμμή αναθεωρητισμού δεν έχει πολιτικό μέλλον, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στην Ελλάδα και καταδεικνύει ότι η πολιτική Ερντογάν έσπειρε τον νέο-οθωμανισμό, τον σπόρο του κακού που καμία δύναμη στην Τουρκία δεν μπορεί να αποκηρύξει υπό το βάρος της ανάγκης πολιτικής επιβίωσης.

Στο οικονομικό πεδίο η υποβάθμιση της τουρκικής οικονομίας από τον οίκο Moody’s ενέχει περισσότερο ένα πολιτικό μήνυμα παρά μία αμιγώς οικονομικής υφής αξιολόγηση της τουρκικής οικονομίας, αφού αιτιολογείται ως μία απόφαση που αξιολογεί τα πολιτικά δρώμενα ως αρνητικές ή πιθανά αρνητικές εισροές στην τουρκική οικονομία.

Οι Κούρδοι

Το Κουρδικό Ζήτημα αποτελεί παράγοντα επιβίωσης της χώρας και θα προσδιορίσει μεταξύ άλλων και το πολιτικό μέλλον του Ερντογάν. Η πολιτική της Τουρκίας έναντι των Κούρδων στο Αφρίν ουσιαστικά ανατρέπει την αμερικανική στρατηγική. Πλήττοντας τον πλέον αξιόμαχο και πιστό σύμμαχο των ΗΠΑ στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους η Άγκυρα δημιουργεί πρόβλημα σε Ουάσινγκτον αλλά και Τελ Αβίβ, αφού διαχρονικά οι Κούρδοι λειτουργούν ως ανάχωμα έναντι της ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Η απόφαση να δημιουργηθεί μία δύναμη από 30000 Κούρδους ήταν αυτή που επιτάχυνε την τουρκική επέμβαση και τη λήψη δράσης. Ο Ερντογάν υπήρξε δριμύτατος προς τους Αμερικανούς με αφορμή το YPG. «Ποιος θα πληρώσει τους μισθούς του YPG; Οι ΗΠΑ. Όταν μιλάω στους Αμερικανούς για αυτό ενοχλούνται. Γιατί όμως; Το YPG βρίσκεται στον προϋπολογισμό σας. Τους παρείχατε θωρακισμένα οχήματα και οπλικά συστήματα.». Αυτές είναι οι δημόσιες παρατηρήσεις του σε ομιλία του στην Ακαδημία Πολιτικών Επιστημών στις 9 Μαρτίου. «Τι είδους σύμμαχοι είσαστε» είχε ρωτήσει τον Ρ. Τίλερσον στη συνάντηση τους το Φεβρουάριο, όταν αποφασίστηκε η δημιουργία τριών μηχανισμών εξομάλυνσης των Τουρκο-αμερικανικών σχέσεων (Συρία, δίκτυο Φ. Γιουλέν, Ιράκ). Η πίεση προς τις ΗΠΑ μειώνει τα ονομαστικά περιθώρια παρέμβασης της Ουάσινγκτον και περιορισμού τη τουρκικής επιθετικότητας.

Η οργάνωση σε στρατιωτικό πεδίο των Κούρδων του YPG με τη στήριξη των ΗΠΑ και την παροχή αμερικανικού στρατιωτικού υλικού θεωρήθηκε από τον Ερντογάν ως μία άμεση απειλή και τον οδήγησε στην απόφαση για δημιουργία μίας de facto ουδέτερης ζώνης (buffer zone). Η Τουρκία αγωνίζεται να αποτρέψει τη δημιουργία Κουρδικού κράτους. Μία τέτοια εξέλιξη έχει τη δυναμική να ανατρέψει οριστικά την πολιτική και ιδεολογική παντοδυναμία του Τ. Ερντογάν και να τον φέρει αντιμέτωπο με τη μεγαλύτερη εθνική ήττα της χώρας στη σύγχρονη ιστορία της [1].

Κυπριακή ΑΟΖ

Η παρούσα πολιτική της Άγκυρας έναντι της Κύπρου δεν έπεσε ως αερόλιθος εξ ουρανού. Τον Σεπτέμβριο του 2011 δια στόματος του επικεφαλής των διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, Εγκεμέν Μπαγίς, απείλησε με στρατιωτική επέμβαση σε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρούσε σε γεωτρήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ. Τότε ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης είχε διακηρύξει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα καταστεί όμηρος της Άγκυρας. Σήμερα η Τουρκία καθιστά περισσότερο σαφές προς όλες τις έμμεσα ή άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές ότι δεν θα δεχθεί «μονομερείς» ενέργειες από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η τουρκική πολιτική ευθέως θέτει ως προϋπόθεση συνέχισης των δραστηριοτήτων την επίλυση του Κυπριακού. Η πολιτική αυτή παραπέμπει σε δύο σοβαρά ζητήματα. Πρώτον, αν η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα μπορούν να ανταπεξέλθουν στην «πολιορκία» της Κυπριακής ΑΟΖ. Δεύτερον, αν σύμμαχοι και εταίροι είναι διατεθειμένοι να στηρίξουν την Κυπριακή Δημοκρατία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της εκτός του πολιτικά ασφαλούς πεδίου της ρητορικής. Αυτό είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Η έλευση του αμερικανικού στόλου στη Μεσόγειο δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένα σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα, αφού επίσημα αυτή γίνεται για τη διεξαγωγή κοινών ασκήσεων με το Ισραήλ. Η τουρκική πλευρά πάντως επισημαίνει ότι τα αμερικανικά πλοία δεν βρίσκονται εκεί προκειμένου να παράσχουν προστασία στην Exxon. Η τουρκική αντίδραση και κυρίως ο τρόπος που θα εκφραστεί θα αποδείξει σύντομα του λόγου το αληθές.

Επίλογος

Η Τουρκία συμπεριφέρεται ως μαινόμενος ταύρος σε ελληνικό (κυπριακό) υαλοπωλείο. Απειλεί να καθαιμάξει τα πάντα φτάνοντας στα άκρα, ακόμα και σε ένα θερμό επεισόδιο ή κάτι περισσότερο. Η τελευταία επιλογή είναι το τελευταίο που θα επιθυμούσε μία ειρηνική χώρα όπως η Ελλάδα (το ίδιο ισχύει και για την Κύπρο), ωστόσο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι στις διεθνείς σχέσεις η συμπεριφορά μίας χώρας προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, και από τους στόχους μίας άλλης. Οι επιλογές του ακραίου δίπολου συνεργασία-σύγκρουση καθορίζονται όχι από μονομερείς στόχους αλλά από την κοινή αντίληψη τουλάχιστον δύο πλευρών.

Οι συνθήκες δεν επιτρέπουν υψηλές προσδοκίες παρέμβασης από τις ΗΠΑ, ενώ η ΕΕ βρίσκεται σε μία παρατεταμένη κατάσταση ομφαλοσκόπησης, αμφισβήτησης, αμυντικών ανεπαρκειών (παρά τους φιλόδοξους στόχους της PESCO). Η αμερικανική εμπλοκή θα έρθει μόνο αν η Άγκυρα κάνει το στρατηγικό λάθος να απειλήσει ουσιαστικά, επιχειρησιακά, στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία της EXXON MOBIL. Αυτό δεν χρειάζεται απαραίτητα να το πράξει η Άγκυρα, αφού το τελευταίο διάστημα κατάφερε να «γκριζάρει» τμήματα της Κυπριακής ΑΟΖ. Αυτό είναι και το όφελος της στο παρόν στάδιο, κάτι που συντελέσθηκε από την ατυχή επιλογή από πλευράς Λευκωσίας της ιταλικής ENI που βρίσκεται στο επίκεντρο έρευνας του μεγαλύτερου σκανδάλου στην ιστορία της [2].

Η ελληνική+κυπριακή πλευρά οφείλουν να διαχειριστούν την κρίση με κριτήριο τις συμμαχίες που έχουν συνάψει σε τριμερές επίπεδο και την αποφασιστικότητα τρίτων μερών να τις συνδράμουν ουσιαστικά. Οι ρητορικές διακηρύξεις περί κόκκινων γραμμών που «δεν θα πρέπει να κάνουν το λάθος οι Τούρκοι να περάσουν» προκαλούν περισσότερο γέλια παρά προβληματισμό στην Άγκυρα. Εξάλλου η απάντηση που λάβαμε από τον εκπρόσωπο του Τ. Ερντογάν είναι μάλλον απαξιωτική. Ένα επιπλέον αδύναμο σημείο του διπόλου Ελλάδα-Κύπρος είναι η πιθανότητα να υπονομευθεί, μέσω συνεχών, σπονδυλωτών κρίσεων που θα επιβάλλει η Τουρκία, το ανεκτίμητο τουριστικό προϊόν των δύο χωρών.

Στην περίπτωση της Κύπρου είναι μάλλον σαφές ότι η Λευκωσία θα δεχθεί ισχυρές πιέσεις να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τ/Κ, κάτι που εκτιμώ ότι θα συμβεί.

Στην περίπτωση του Αιγαίου είναι πιθανό να κλιμακωθούν οι τουρκικές προκλήσεις και μάλιστα να λάβουν ανεξέλεγκτη μορφή με την ουσιαστική αμφισβήτηση [3] των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Καστελόριζο, η ΑΟΖ του οποίου σύμφωνα με γερμανικές πηγές προσδιορίζεται ως η χωροταξία με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στον κόσμο σήμερα.



[1] Επισήμανση μου στο Γ. Βοσκόπουλος, Κουρδικό δημοψήφισμα: η εξίσωση ασφαλείας και το Ισραήλ, Σεπτ. 2017, insider.gr
[2] Eni, Shell to Face Trial in Italy in $1 Billion Bribery Case – Bloomberg
[3[ Μπορεί ο καθένας να κατανοήσει πως προσδιορίζεται το «ουσιαστική»



Πηγή: voskopoulos

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.