ὁ γέρος ἀετός

kalvos

(γράφτηκε γιὰ τὸν Ἀνδρέα Κάλβο)

Λένε πὼς ἡ μορφή του δὲν εἶναι πουθενὰ χαραγμένη, μὰ θυμοῦμαι πὼς τὴν εἶδα κάποτε πολὺ καθαρά, ἴσως κανένα βράδυ φυλλομετρῶντας τὶς Ὠδὲς κοντὰ σ’ ἕνα παράθυρο ἀνοιχτό, στὴν εὐωδιὰ τῶν χρυςῶν κίτρων ποὺ ἀγαποῦσε.

Μυτερὸ ράμφος, σφιγμένα χείλια, ζαρωμένα φρύδια πυκνά, ἕνα ἀνθρωπάριο φαλακρό κι ἀναιμικὸ μὲ μαῦρες τρίχες ποὺ ἀνεμίζανε πλατιὰ στὸ πελώριο μέτωπο. Ὡραῖος δὲν ἦταν βέβαια ὁ δύστηνος. Ἴσια – ἴσια μοῦ φάνηκε πολὺ κακοφτιαγμένος καὶ βλοσυρός καὶ μάλιστα μὲ κάτι ἀστεῖο στὴν ἐμφάνιση, μὲ μιὰν ἀπέραντη πρασινωπὴ ρεντιγκότα λεκιασμένη, μὲ λασπωμένα παντελόνια κι’ οἱ ὦμοι του φορτωμένοι σκόνη, οἱ τσέπες του γεμάτες παλιὰ κιτάπια καὶ χειρόγραφα. Μὰ τὸ βλέμμα του γυάλιζε μὲς στὸ σύθαμπο τόσο λαμπερό, ποὺ θάρρεψα πὼς εἶδα σ’ αὐτὴν τὴν κατσιασμένη φάτσα κάποιο φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Τώρα τὸν συλλογίζουμαι ἔτσι δὰ νὰ περιδιαβάζη μοναχὸς στὴν Εὐρώπη πέρα ὡς πέρα, στὶς κοσμοξάκουστες πολιτεῖες, δασκαλάκος ἄσημος, παθιασμένος καὶ καταφερτζής, πασκίζοντας νὰ ξεσκαλώση πῶς καὶ πῶς, μερικὰ μίζερα λεφτά, μὰ συχνὰ νηστικὸς καὶ γεμάτος στοχασμοὺς καὶ ὀράματα, ὁ μικρὸς τιποτένιος Γραικὸς μὲ τὴ φωτιὰ στὴν ψυχή, μοναχὸς ὅλη μέρα μὲς στοὺς θορυβώδεις λαοὺς καὶ τὴ νύχτα μοναχὸς ἀντίκρυ στὸ δαίμονα, ταξιδιώτης τοῦ ἀπείρου κι’ ἐραστὴς ἰδεῶν αἰωνίων, σκίζοντας πότε – πότε τὸ βαρὺ σκοτάδι μὲ μιὰ μεγάλη κραυγὴ ποὺ θαρρεῖς ἀντηχεῖ ἀπ’ τὰ βάθη τριάντα αἰώνων καὶ κανεῖς δὲν τὴν ἀκούει ἐξὸν ἀπ’ αὐτόν.

Τὴν λύραν, λέει κτυπάει καὶ ὁλόρθος στέκεται σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός του τ’ ἀνοικτὸ στόμα.

Οἱ συνάδελφοι ἔκαναν καλὴ σταδιοδρομία, μάζεψαν τὶς δάφνες μὲ τὸ κοφίνι κι’ ὁ κόσμος τοὺς χαιρετᾶ μὲ βαθιὲς ὑποκλίσεις, μὰ ὁ Ἀνδρέας Κάλβος δὲν περνᾶ, δὲν εἶναι ποιητὴς μηδὲ ἄλλο τίποτα κι’ οἱ πατρίδες δὲ σκοτίζουνται γι’ αὐτόν. Ἡ Αὐσονία πῆρε τὸ Φώσκολο κι’ ἔχει κι ἄλλους πολλούς, ἡ Ἑλλάδα τώρα ἔχει τὸ Διονύσιο Σολωμό, σὲ τί χρησιμεύει ὁ Ἀνδρέας Κάλβος;

Αὐτός ὅμως ἐννοεῖ νὰ χρησιμέψη σὲ κάτι καὶ κάθεται καὶ γράφει στὸ στρατηγὸ Λαφαγιέτ καὶ τοῦ λέει λόγια μεγάλα καὶ συγκινητικὰ γιὰ ἠθικὴ καὶ γιὰ δικαιοσύνη. Μὰ ποιὸς εἶναι τέλος πάντων αὐτός ὁ ἄγνωστος γραφιᾶς ποὺ μιλᾶ στὸ ὄνομα ἑνὸς Ἔθνους. Τὸ ξέρει ἄλλωστε πὼς ἦρθε πολὺ νωρίς, πὼς ἡ Ἑλλάδα δὲ θὰ ἀκούση καὶ δὲ θὰ καταλάβη καὶ θὰ περάσουν κάμποσες γενεὲς καὶ πάλι δὲ θὰ καταλαβαίνη. Γιὰ τοῦτο στὴ Σπανιάδα δὲν κάνει παρέα μὲ κανέναν. Κάλλιο νὰ λείπουν οἱ στεῖρες αὐτὲς συζητήσεις κ’ οἱ καβγάδες. Γυρνᾶ τὰ καντούνια μοναχὸς καὶ ἀμίλητος. Οὔτε νὰ τοὺς χαιρετᾶ δὲν ἀξίζει ὁ κόπος. Τὸ βράδυ κλείνεται καὶ διαβάζει Πίνδαρο κι Αἰσχύλο. Μ’ αὐτοὺς ἐπὶ τέλους μπορεῖ κανεῖς νὰ συννενοηθῆ.

Κάποτε ποὺ τὸν πιάνει τὸ παράπονο (ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός) σηκώνει πάλι στὸν ὦμο τὸ δισάκι τῆς ἐξορίας καὶ παίρνει σβάρνα τὰ μεγάλα ἔθνη δίχως νὰ ξέρη κι ὁ ἴδιος ποῦ πηγαίνει ἔτσι μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δώση ὁ νοῦς του, νὰ ἐλαφρώση λιγάκι ἡ ψυχή του ἀπὸ τοῦ δαίμονα τὶς τρομερὲς ἐπιταγές.

Ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ μὲς στοὺς κρύους ἀνέμους ὁ λαβωμένος γέρος ἀετὸς κτυπάει βαριὰ τὶς λαμπρὲς φτεροῦγες μόνος στὸν ἥλιο τῆς δόξας.

Καημένε μεγάλε ἄνθρωπε, μᾶς χώρισαν οἱ καιροί, ἦρθες πολὺ νωρὶς γιὰ τὴν Ἑλλάδα κι’ ἐμεῖς ἤρθαμε πολὺ ἀργὰ γιὰ σένα καὶ δέ μποροῦμε πιὰ νὰ σοῦ ποῦμε πόσο μεγάλος εἶσαι, δὲ θὰ μάθης ποτὲ πὼς βρέθηκαν μερικοὶ γιὰ νὰ σ’ ἀγαπήσουν, πὼς βρέθηκε στὸν κόσμο καὶ γιὰ σένα λίγη ἀγάπη.

Γιῶργος Θεοτοκᾶς



Γ. Θεοτοκᾶ: «ὁ γέρος ἀετός», «Σκόρπια φύλλα», 1936, καὶ «Νέα Ἑστία», 1 Δεκεμβρίου 1941.



Πηγή: tiestiousia

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *