Κυριάκος Έλληνας (1917-1974)

Λιμάνι Κερύνειας Κύπρος

Το λιμάνι της Κερύνειας στην Κύπρο υπό την κατοχή από τα τουρκικά στρατεύματα από το 1974

Ο Κυριάκος Έλληνας γεννήθηκε στην Κερύνεια στις 14 Ιανουαρίου 1917. Ήταν το δεύτερο παιδί του Νικόλα Κ. Έλληνα και της Αγγελικής Γιωρκάτζη Χατζηνικόλα. Αδέλφια του είναι ο Γιώργος, η Μαρούλα, ο Αντρέας, ο Σωτήρης και η Ουρανία.

Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Κερύνειας και μετά στο μεικτό ημιγυμνάσιο, που τότε δεν ήταν εξατάξιο. Τελειώνοντας την Ε’ τάξη πήρε το βραβείο του επιμελέστερου και χρηστότερου μαθητή 1934.

Τον επόμενο χρόνο πήγε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο στη Λευκωσία και αποφοίτησε κανονικά το 1935.

Σαν μαθητής ήταν άριστος και πολύπλευρος. Ασχολείτο με τη μουσική κι έπαιζε βιολί. Πήρε με αλληλογραφία μαθήματα ζωγραφικής και γυμναστικής από την Αμερική.

Του άρεσε πολύ η ποίηση. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Πάφος’ και στην εφημερίδα ‘Πρωινή’ με το ψευδώνυμο Τίμος Αγρίλης.

Όταν τέλειωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο πήγε στην Αθήνα, όπου φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική κατοχή του στέρησαν την πραγματοποίηση του ονείρου του. Ευαίσθητος όπως ήταν επηρεάστηκε πολύ από τον πόλεμο και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Κύπρο μαζί με τον αδελφό του Γιώργο.

Η τουρκική εισβολή τον βρήκε στην Κερύνεια. Με την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάκτηση της πόλης στις 22 Ιουλίου 1974, εγκλωβίστηκε στο σπίτι του. Στις 7 Αυγούστου 1974, συνελήφθηκε από τον κατοχικό στρατό και μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα Κερύνειας• έκτοτε αγνοείτο η τύχη του. Ο Κυριάκος Έλληνας εκτελέστηκε εν ψυχρώ από μέλη της ΤΜΤ και ενταφιάστηκε μαζί με άλλους Κερυνειωτές κοντά στον Άγιο Ιλαρίωνα όπου βρέθηκαν οστά του που ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο DNA.

* * * * * * * * * *

Δυο ποιήματα του Κυριάκου Έλληνα που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Πρωινή» τον Σεπτέμβριο του 1935 με το ψευδώνυμο ‘Τίμος Αγρίλης’:

ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Ένα καράβι, από καιρό, δω πέρα αγκυρωμένο
με τα ψηλά τα ξάρτια του γυμνό μεσ’ τον αγέρα,
το σκοτεινό το πέλαγο κοιτάει, κοιτάει θλιμμένο
και ν’ αρμενίσει στ’ ανοιχτά πως πεθυμάει μια μέρα!

Πιο πέρα εκεί εν’ απόμαχο καΐκι στ’ αμμογιάλι,
με τη σπασμένη πρύμνη του, κομμένα τα μαδέρια
ναύτες τα’ αποτραβήξανε απ’ το γιαλόν αγάλι-αγάλι,
ναύτες σιδεροπόδαροι και μ’ ατσαλένια χέρια.


ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Τ’ ολόδροσο ψηλό βουνό
με τις περήφανες κορφές του,
τα σκόρπια του μικρά χωριά
κι όλες τις ομορφιές του,
ψηλό, χυτό καμαρωτό
κοιτάει στην πόλη κάτω,
κι απ’ τα ροδοχαράματα
τ’ αγέρι σκορπάει δροσάτο.

Εκεί, ραχούλες πράσινες
κ’ ένα βοσκόπουλο παρέκει,
με τ’ άσπρα προβατάκια του,
στα βουνοπλάγια στέκει.
Πιο πέρα, γάργαρα νερά
βρυσούλες ασημένιες
δασάκια ανεμόδαρτα,
λιμνούλες κρουσταλλένιες.



Πηγή: Cyprus History Notch

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *