ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ἀλληλογραφία στὸ Ἀλβανικὸν Μέτωπον.

«Σοῦ γράφω... Κι ὅμως τόση εἶν' ἡ σιγὴ ποὺ μὲ κυκλώνει,
πού, λέω, ἂν ἄνοιγα τὰ χείλη θ' ἄκουες τὴ φωνή μου...

Ἐχτὲς ἀκόμα ὅλο βροντοῦσε τὸ κανόνι
σὰ νὰ βρουχιόνταν γύρω-γύρω στὶς κορφὲς λιοντάρια
σ' ἄγρια σφαγή, κι ἀπάνωθέ μας οἱ ἀτσαλένιοι
γυρνοῦσαν γυπαϊτοί, γυρνοῦσαν ὁλοένα,
τὸν ἴσκιο ρίχνοντας τοῦ Χάρου καὶ τὸ Χάρο
στὰ νύχια τους κρατώντας...
                                 Ἀλλ' ἀπ' ὅλα
εἶναι τρανότερη ἡ σιγὴ π' ἀκολουθάει
κατόπι ἀπὸ τὴ μάχη, σὰ βαθιά μας
τὸ μεσότοιχο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου
γκρεμίζεται κι ὁλόγυμνη ἡ ψυχή μας,
θωρώντας ζωντανούς καὶ πεθαμένους
νὰ τοὺς τυλίγει γύρα ἕνα σουδάρι
μονάχα, τὸ σουδάρι τοῦ χιονιοῦ, δὲν ἀπαντέχει
σὰν ἄλλοτε ἕνα ξύπνημα μὰ κάποιαν
ἀνάσταση ἀπὸ σάλπισμα μεγάλο,
μιὰ ἀνάσταση σὲ ὁρίζοντες ποὺ πρῶτα,
ξυπνώντας, δὲν τοὺς ζούσαμε...

                                 Καὶ μήπως
θαρρεῖς ποὺ ἐδῶ ψηλὰ κρατοῦμε ἀχνάρια
φτωχὰ τοῦ χρόνου, ἢ γνοιάστηκε ἡ ψυχή μας
ἄν θὲ νὰ λιώσουν κάποτε τὰ χιόνια,
ἂν εἶναι νὰ γυρίσουμε στὴν ἴδια
ποὺ ξέραμε ἄνοιξη;...

                       Ἀπ' τό 'να στ' ἄλλο
ποὺ παίρνουμε ὕψωμα ὁ ὀχτρὸς κυλιέται
στὰ βάραθρα, μὰ τώρα ἔχουμε φτάσει
σὲ μιὰ κορφὴ ποὺ λέω, πὼς ἀγναντεύει
τὰ μέλλοντα... Τί, ἀλήθεια, τὰ κανόνια,
εἴτ' ἐχτρικά 'ναι εἴτε δικά μας, κάθε μέρα
γκρεμίζουν τοὺς στενοὺς ὁρίζοντες ἀπὸ μπροστά μαςμ
κ' ἡ σκέψη μας, καθὼς ἡ λόγχη μας, πλαταίνει
τὰ σύνορα... Καὶ νά ποὺ ἀπόψε, ὅπως στεκόμουν
φρουρὸς κ' εἶχα τριγύρα μου κοπάδι
τὰ νέφη ὡς μπιστικός, (νὰ μὲ ρωτοῦσες
ἂν ἦταν δείλι ἢ νά 'ταν μεσημέρι,
δὲν ξέρω νὰ σ' τὸ πῶ), μιὰ ἀχτίδα ξάφνου
σαΐταψε τὸ διάστημα, κι ὡς πρῶτα
στὴ λόγχη μου ἀντιχτύπησεν, ἀκέριες
τὶς κορυφὲς ἐχρύσωσε, τὰ βάθη
ξεσκέπασε τῆς ἄβυσσος, λαγκάδια,
νερά, ποτάμια· ὅμως ἀπάνω ἀπ' ὅλα
σάμπως ρομφαία μοῦ διάβη τὴν καρδιά μου,
γυρίζοντάς τη μονομιὰ ξοπίσω,
ἀπ' τὶς κορφὲς τοῦ λυτρωμοῦ στὴν ἔννοια
ὅλων ἐσᾶς ποὺ μένετε αὐτοῦ κάτου,
μὲ κρυφοχτυποκάρδι καρτερώντας
τὴν ἄνοιξη ἀπὸ μᾶς... Τὶ ἀλίμονό μας
ἂν καρτερεῖτε μιὰ ἄνοιξη σὰν πρῶτα 
κι ὄχι τὴν ἄνοιξη ποὺ λέω πὼς θά ρτει
σπαθὶ κρατώντας δίστομο, φερμένη
μὲ τὰ φτερὰ τῆς Νίκης, νὰ θερίσει
ὅ,τι δὲν εἶν' ἀνάμεσό σας ἄξιο
νὰ τὴ δεχτεῖ...

                  Κι αὐτό 'ναι ποὺ μὲ κάνει
τὴν ὥρα τούτη νὰ Σοῦ γράφω, φίλε,
νὰ Σὲ ρωτήσω: «Εἶστ' ἕτοιμοι ἢ δὲν εἶστε
νὰ τὴ δεχτεῖτε τέτοιαν ἄνοιξη;»

                                 Ἴσως
νὰ πεῖς μπορεῖ τὴν περιμένουν κάποιοι
τέτοια ποὺ λέω, βγαλμένη ἀπ' τὸ καμίνι
τῆς μάχης, ἀπ' τὶς μάχες πυρωμένη,
σάμπως χαλκὸ ἀναμμένο, μὲ τὴ ζώνη
πολεμικὰ ζωσμένη, μὲ τὰ μάτια
σὰ φλόγα καὶ στὰ χείλη της ἀπάνω
τοῦ λαοῦ τὴ γλώσσα, ἀπόκριση ζητώντας
στὴν ἴδια γλώσσα ἀπ' ὅλους σας...
                                 Ἔτσι, ἴσως
μ' ἀποκριθεῖς, τὴν περιμένουν κάποιοι,
καὶ πὼς σ' αὐτόν, πού 'ν' ἕτοιμος, τὸ θάμα
τῆς δύναμής της νὰ κατέβει αἰφνίδια
μπορεῖ, καθώς, τὴν ὥρ' αὐτὴ ποὺ γράφω,
δὲν ξέρω ποῦθε, ἀντρίκρυ μου, στὸ σύρμα
τ' ἀγκαθωτὸ ποὺ χτὲς εἴχαμε κόψει
τοῦ ὀχτροῦ γιὰ νὰ περάσουμεν ἀγνάντια,
κατέβη ἕνα μικρὸ - μικρὸ πουλάκι,
κι ὡς μιὰ στιγμὴν ἐστάθηκε κι ἀφῆκε
μιανῆς στιγμῆς κελαηδισμό, ξεχύθη
θά 'λεες παντοῦ, ἐπῆε παντοῦ, ξαπλώθη
παντοῦ, βαθιὰ στὰ σύμπαντα ἡ Ἀλήθεια...

Μὰ οἱ ἄλλοι; Ἀκόμα εἶναι πολλοὶ αὐτοῦ κάτου;
Αὐτοί, ποὺ στὸ ζεστό τους τὸ κρεβάτι
τρεμολογᾶν νὰ ὀνειρευτοῦν τὸ χιόνι,
μὰ ἀπ' τὰ παχιὰ τὰ στρώματά τους ξάφνου
πετιῶνται ὡσὰ βρυκόλακες, νὰ μποῦνε
στὸν ψεύτικό τους τάφο, νὰ γλιτώσουν
μιὰν ἔρμη ζωὴ ποὺ οἱ ἴδιοι ὁρίζοντές της
πλατύτεροι ἀπ' τὸν τάφο αὐτὸ δὲν εἶναι;
Αὐτοί, ποὺ τρέμουνε τοῦ λαοῦ τὴ γλώσσα
σὰν ἄκουσμα σειρήνας; 
                       Πές μου, φίλε...

Ἀλλ' ὄχι... ἀλλ' ὄχι... Τί θὰ πεῖς, τὸ ξέρω!

— «Πνεῦμα γυμνό! Εὐωδιὰ σπαθιοῦ πλυμένου
μὲς στ' ἄχαρο αἷμα τῶν ὀχτρῶνε! Νίκη,
νίκη στὰ σκιάχτρα ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη... Τρόμος,
ναί, τρόμος στὰ φαντάσματα!...
                              Ἡ Ἑλλάδα
θὲ νὰ γυρίσει νά βρει τὴν Ἑλλάδα!»

                              Φίλε, χαῖρε!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ



Πηγή: «Νέα Ἑστία» τχ. 1280, 1980
Φωτογραφία: Φειδίας Ν. Μπουρλᾶς, Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ

Ἑλληνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *