“Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται.”

Αποχώρηση Ελλήνων στρατιωτών από το οχυρό Ρούπελ.

Αποχώρηση Ελλήνων στρατιωτών από το οχυρό Ρούπελ.
Πηγή: Αρχείο Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού

28η Οκτωβρίου – Ένα αφιέρωμα μνήμης στην ελευθερία, την αξιοπρέπεια και το χρέος απέναντι στην ιστορία.

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που μια και μόνο λέξη αποκτά μεγαλύτερη δύναμη από χιλιάδες όπλα. Για την Ελλάδα, μια τέτοια στιγμή ήταν η 28η Οκτωβρίου 1940.

Το “ΟΧΙ” εκείνης της ημέρας δεν ήταν απλώς μια απάντηση σε ένα τελεσίγραφο. Ήταν η έκφραση μιας βαθιάς πεποίθησης πως υπάρχουν αξίες που δεν διαπραγματεύονται, ακόμη κι όταν το τίμημα της υπεράσπισής τους μοιάζει δυσβάσταχτο.

Εκείνο το ξημέρωμα, μπροστά στην απειλή της υποταγής, ηγεσία και λαός βρέθηκαν στην ίδια πλευρά, αποφασισμένοι να υπερασπιστούν την ελευθερία και την εθνική αξιοπρέπεια. Η στάση ήταν ξεκάθαρη: “Αντίσταση μέχρις εσχάτων”. Δεν ήταν μια υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα, αλλά μια απόφαση που επιβεβαιώθηκε με πράξεις και θυσίες. Εκείνες τις κρίσιμες ώρες, πάνω από τις όποιες διαφορές, υπήρχε κάτι που τους ένωνε: η Ελλάδα.

Πίσω από εκείνο το “ΟΧΙ” υπήρχαν άνθρωποι. Άνθρωποι απλοί, με οικογένειες, όνειρα, αγωνίες και φόβους. Νέοι που άφησαν πίσω τους μια ζωή που ήθελαν να ζήσουν. Δεν ήταν γεννημένοι ήρωες, ούτε άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τον θάνατο. Ήταν άνθρωποι που, όταν βρέθηκαν μπροστά σε μια σκληρή ιστορική δοκιμασία, στάθηκαν όρθιοι και υπερασπίστηκαν όσα πίστευαν.

Και αυτή η στάση δεν περιορίστηκε στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, στα οχυρά της Μακεδονίας, το ίδιο “ΟΧΙ” ακούστηκε ξανά. Μέσα στις σκοτεινές στοές, κάτω από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς, απέναντι σε μια πολεμική μηχανή που είχε σαρώσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης, οι Έλληνες στρατιώτες συνέχισαν να αντιστέκονται.

“Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται.”

Μια φράση που έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο ως απάντηση ενός αξιωματικού στον εχθρό, αλλά ως έκφραση του φρονήματος των ανθρώπων που υπερασπίστηκαν τα οχυρά.

Για εκείνους τους ανθρώπους, το καθήκον δεν ήταν μια λέξη που ακουγόταν όμορφα στις επετείους. Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρουν τη στιγμή που όλα γύρω τους κατέρρεαν.

Και ίσως εδώ, 85 χρόνια μετά τη Μάχη των Οχυρών, η μνήμη να συναντά ένα ερώτημα που αξίζει να μας απασχολήσει.

Tι σημαίνει σήμερα να διαφυλάσσουμε εκείνο το πνεύμα της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της κοινής ευθύνης απέναντι στην πατρίδα;

Δεν ζούμε τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Δεν μας ζητείται να πολεμήσουμε στα βουνά ούτε να υπερασπιστούμε υπόγεια οχυρά με τη ζωή μας. Και ασφαλώς οι δυσκολίες του σήμερα δεν μπορούν να συγκριθούν με τη θυσία εκείνων των ανθρωπων.

Ούτε χρειάζεται να συγκρίνουμε ανθρώπους και γενιές, να επαινούμε τους μεν και να καταδικάζουμε τους δε. Κάθε εποχή έχει τις δικές της συνθήκες, τις δικές της δυσκολίες και τις δικές της ευθύνες.

Όμως η ελευθερία δεν δοκιμάζεται μόνο στα πεδία των μαχών. Δοκιμάζεται και στην καθημερινοτητα. Στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που κρίνουμε, που αποφασίζουμε και που αντιλαμβανόμαστε τη θέση μας μέσα στην κοινωνία.

Σήμερα, ο προβληματισμός δεν αφορά μόνο τις αποφάσεις της εκάστοτε εξουσίας, αλλά και την ίδια τη σχέση του πολίτη με την πολιτική και την έννοια της δημοκρατίας.

Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται, οι υποσχέσεις ανανεώνονται, όμως συχνά οι βασικές πολιτικές κατευθύνσεις μοιάζουν να παραμένουν αμετάβλητες. Αποφάσεις με σοβαρές συνέπειες για την κοινωνία παρουσιάζονται ως μονόδρομοι. Κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες εγκρίνουν νομοσχέδια και δεσμεύσεις, ακόμη κι όταν η κοινωνική αποδοχή τους παραμένει αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης.

Και κάπου εδώ, το ιστορικό “ΟΧΙ” μάς φέρνει μπροστά στα σύγχρονα “ΝΑΙ σε όλα” της πολιτικής εξουσίας.

Όχι επειδή οι συνθήκες είναι ίδιες, ούτε επειδή κάθε πολιτική απόφαση αποτελεί πράξη υποχώρησης. Αλλά επειδή αξίζει να αναρωτηθούμε πόσο συχνά όσα παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα αποτελούν πράγματι τη μοναδική επιλογή.

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δίνει σε μια κυβέρνηση τη θεσμική δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε απόφαση απολαμβάνει αυτομάτως την συναίνεση του λαού. Γιατί το ότι μια απόφαση είναι νόμιμη δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι και δίκαιη ή πως υπηρετεί το πραγματικό συμφέρον της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ο πολίτης. Εκείνος που δεν ψηφίζει τα νομοσχέδια στη Βουλή, αλλά ζει με τις συνέπειές τους. Που καλείται να εμπιστευτεί θεσμούς και πρόσωπα, συχνά χωρίς να αισθάνεται ότι έχει ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του.

Και όταν αυτή η αίσθηση παγιώνεται, γεννιέται κάτι βαθύτερο από τη δυσαρέσκεια: η πεποίθηση πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.

Δεν είναι, όμως, κάθε σιωπή αποδοχή. Ούτε κάθε αποχή συναίνεση.

Πίσω από την απομάκρυνση ενός ανθρώπου από τα κοινά μπορεί να βρίσκεται η αδιαφορία, μπορεί όμως να βρίσκεται και η απογοητευση, η δυσπιστία, η αίσθηση ότι η φωνή του δεν ακούγεται. Δεν είναι το ίδιο να συμφωνείς με όσα συμβαίνουν και το να έχεις πάψει να πιστεύεις πως μπορείς να τα επηρεάσεις.

Και ίσως αυτός να είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για μια κοινωνία: όχι μόνο να περιορίζεται η δυνατότητά της να αποφασίζει, αλλά να χάνει σταδιακά και την πίστη της πως αξίζει να προσπαθεί.

Σε μια εποχή όπου η ανθρώπινη συμπεριφορά μελετάται, επηρεάζεται και επιχειρείται να καθοδηγηθεί με ολοένα πιο σύνθετους μηχανισμούς, η ανεξαρτησία της σκέψης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Συχνά περιοριζόμαστε στο να αντιδρούμε σε γεγονότα που έχουν ήδη διαμορφωθεί, μέσα σε πλαίσια και επιλογές που έχουν καθοριστεί από τρίτους. Όμως η αντίδραση από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί ακόμη και να είναι προβλέψιμη, όταν κάποιος άλλος ορίζει τις συνθήκες που την προκαλούν.

Η πραγματική ελευθερία αρχίζει από τη συνειδητή δράση. Από την ικανότητα να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε και να αποφασίζουμε αυτόνομα, πριν οι περιστάσεις μάς αναγκάσουν να ακολουθήσουμε έναν δρόμο που άλλοι έχουν χαράξει για μας.

Αυτό δεν απαλλάσσει την εξουσία από τις ευθύνες της, ούτε τις μεταφέρει στον πολίτη. Οι ευθύνες δεν είναι ίδιες και δεν μπορούν να εξισωθούν. Όμως η διαφύλαξη της ελευθερίας και της δημοκρατίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην εναλλαγή κυβερνήσεων και στην περιοδική προσφυγή στις κάλπες.

Άλλωστε, η ουσία της δημοκρατίας δεν βρίσκεται μόνο στη διαδικασία με την οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις, αλλά και στο κατά πόσο ο λαός παραμένει πραγματικά συμμέτοχος στη διαμόρφωση του μέλλοντός του.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σύνδεση με το πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου.

Το 1940, μπροστά σε μια ιστορική απειλή, η υπεράσπιση της πατρίδας έγινε κοινή υπόθεση ηγεσίας και λαού. Η απόφαση δεν έμεινε στα λόγια. Απέκτησε το βάρος και το νόημά της μέσα από τις πράξεις εκείνων που κλήθηκαν να την υπηρετήσουν.

Δεν χρειάζεται να αναζητούμε σήμερα αντίστοιχες συνθήκες για να κατανοήσουμε τη σημασία εκείνης της στάσης. Ούτε να μετατρέπουμε το παρελθόν σε μέτρο σύγκρισης με το παρόν.

Αρκεί να θυμόμαστε πως η ελευθερία δεν είναι μια κατάκτηση που εξασφαλίζεται για πάντα. Χρειάζεται συνείδηση, ευθύνη και διαρκή φροντίδα.

Τα σημερινά μας οχυρά δεν είναι φτιαγμένα από πέτρα και σκυρόδεμα. Είναι η αξιοπρέπεια, η ελεύθερη σκέψη, οι αρχές μας, η ανεξαρτησία της κρίσης μας, η αίσθηση του κοινού καλού.

Και αυτά τα οχυρά δεν κινδυνεύουν μόνο όταν κάποιος επιχειρεί να τα καταλάβει. Κινδυνεύουν και όταν πάψουμε να πιστεύουμε στην αξία τους. Όταν η συνήθεια αντικαταστήσει τη σκέψη και η απογοήτευση μάς πείσει ότι δεν έχει πλέον νόημα να τα υπερασπιζόμαστε.

Ας είναι, λοιπόν, η 28η Οκτωβρίου κάτι περισσότερο από μια τυπική επέτειος με σημαίες, στεφάνια και πανηγυρικούς λόγους. Ας είναι μια ημέρα πραγματικής μνήμης, περισυλλογής και ευγνωμοσύνης.

Ας σταθούμε για μια στιγμή στη σκέψη εκείνων των νέων ανθρώπων που γνώριζαν ότι μπορεί να μην επέστρεφαν ποτέ στα σπίτια τους. Εκείνων που μέσα στον φόβο, την πείνα, το κρύο και την αγωνία βρήκαν το κουράγιο να υπερασπιστούν κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.

Ας θυμηθούμε όσους δεν γύρισαν ποτέ. Εκείνους που γύρισαν, αλλά κουβάλησαν για πάντα μέσα τους τις πληγές του πολέμου. Και όσους έζησαν εκείνες τις ημέρες με την αγωνία για έναν δικό τους άνθρωπο, περιμένοντας μια είδηση, ένα γράμμα, μια επιστροφή που μπορεί να μην ήρθε ποτέ.

Δεν χρειάζονται οι άνθρωποι αυτοί την εξιδανίκευση για να τους τιμήσουμε. Η ίδια τους η θυσία αρκεί.

Η μνήμη τους αποκτά ακόμη βαθύτερο νόημα όταν δεν περιορίζεται στο παρελθόν, αλλά γίνεται αφορμή να συλλογιστούμε τη δική μας σχέση με την ελευθερία, την ευθύνη και την πατρίδα.

Γιατί το χρέος απέναντι σε όσους θυσιάστηκαν για την ελευθερία δεν είναι απλώς να θυμόμαστε πώς την υπερασπίστηκαν.

Είναι να αναρωτιόμαστε τι κάνουμε εμείς για να τη διαφυλάξουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο μήνυμα της σημερινής ημέρας.

Εκείνοι δεν παρέδωσαν τα οχυρά τους αμαχητί. Ας φροντίσουμε να μη μείνουν αφύλακτα τα δικά μας.

Αιώνια τιμή και ευγνωμοσύνη σε όλους όσοι αγωνίστηκαν, θυσιάστηκαν και κράτησαν όρθια την Ελλάδα.

Χρόνια πολλά, Ελλάδα. Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!



Ἑλλήνων Φῶς

Ίσως σας ενδιαφέρουν…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

The maximum upload file size: 64 MB. You can upload: image, audio, video, document, spreadsheet, interactive, text, archive, code, other. Links to YouTube, Facebook, Twitter and other services inserted in the comment text will be automatically embedded. Drop file here