ΔΟΞΑ ΣΟΙ ὁ Θεός.

Χρήστου Μποκόρου, “Σκιά ελιάς και καντήλι”.

Χρήστου Μποκόρου, “Σκιά ἐλιᾶς καί καντήλι”.

ΔΟΞΑ ΣΟΙ ὁ Θεός.

Σοῦ γράφω ἀπὸ τὸ «στρατόπεδο ἀναπαύσεως». Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς πρόκοψαν ἐπιτέλους νὰ μᾶς βγάλουν ἀπ' τὸ χαράκωμα καὶ νὰ μᾶς κατεβάσουν σ' ἕνα μακεδονίτικο χωριὸ νὰ φᾶμε, νὰ πλυθοῦμε, νὰ ξεψειριαστοῦμε καὶ νὰ συνέρτουμε μιὰ στάλα. Τί ὑπόφερα σ' ὅλη αὐτὴ τὴν πορεία δὲ λέγουνται. Λογάριασε νὰ περπατᾶς τρεῖς βραδιὲς ὁλονυχτὶς ὥσπου νὰ φέξει, καὶ σὲ κάθε βῆμα νὰ νοιώθεις μιὰ σούβλα νὰ σοῦ τρυπάει τὸ καλάμι τοῦ ποδιοῦ, ποὺ νὰ ματώνει ἡ καρδιά σου ἀπ' τὸν πόνο. Ἂ δὲ βρισκόντανε ἕνα κάρρο μ' ἕναν Κινέζο φαντάρο νὰ μὲ κουβαλήσει στὸν πιότερο δρόμο, θ' ἀπόμενα ἀπὸ τὴν πρώτη νύχτα σὲ μιὰν ἄγρια λαγγαδιὰ δίπλα σ' ἕνα μπορμπαδισμένο νερόμυλο. Σὰν ἔφτασα σὲ τοῦτο ἐδῶ τὸ χωριὸ βρῆκα καταυλισμένο τὸ Σύνταγμά μου. Ἔπεσα σὰν κούτσουρο, πιασμένος, γεμάτος πόνους σωματικοὺς καὶ ψυχικοὺς. Ἀπόμεινα μέσα στὸ τσαντήρι τ' ἀδερφοῦ μου δυὸ μέρες καὶ δυὸ νύχτες δίχως νὰ σαλέψω, δίχως νὰ φάγω καὶ δίχως νὰ συλλογιέμαι. Ἤτανε μιὰν ἀποχτήνωση τέλεια ποὺ μοῦ 'φερε ὁ ὑπερβολικὸς κόπος κι ἡ ἐξάντληση. Οἱ φαντάροι ποὺ περνούσανε ἀπ' ἔξω μοῦ ἤτανε σὰν πλάσματα ξένου κόσμου, ἀδιάφορα κι ἀδιαφόρετα γιὰ μένα. Οἱ κρότοι ἤτανε κούφιοι καὶ δίχως σημασία, καὶ τόση ζωὴ ἤτανε μέσα μου ὅση εἶναι μέσα στὸ ταπεινὸ χορτάρι ποὺ μοιραῖα φύτρωσε καὶ ὑπάρχει, καὶ δὲν εἶναι ἄξιο ν' ἀντιδράσει ἀκόμα καὶ νὰ τὸ κάνεις λιῶμα κάτου ἀπ' τὴ φτέρνα σου. Δὲν ἄφησα νὰ μὲ πᾶνε στὸ Νοσοκομεῖο γιατὶ πάντα αἰστάνουμαι μιὰ φρίκη γιὰ τὰ Στρατιωτικὰ Νοσοκομεῖα, ὅσο ἀνθρωπεμένα κι ἂν τύχει νά 'ναι. Μὰ σὰν πέρασε ἡ μεγάλη κούραση κι ὁ πολὺς πόνος, ἡ ζωὴ ἄρχισε νὰ μὲ χαιρετᾶ καὶ νὰ μοῦ χαμογελᾶ μὲ μιὰ καινούργια ἔνταση. Τὴν πρωτοκατάλαβα τὸ μεσημέρι τῆς τρίτης μέρας, σὰν ἄνοιξα τὰ μάτια ξυπνώντας ἀπ' τὸ βραχνὰ τῆς νάρκης ποὺ ἔδενε τὸ δυστυχισμένο κορμί μου. Ὁ ἀδερφός μου ἔλειπε στὴ διανομὴ τοῦ συσσιτίου κι ἤμουνα ὁλομόναχος μὲς στὸ τσαντήρι. Πάνου στὰ στημένα ἀντίσκηνα ἔχουνε ἁπλώσει χλωρὰ κλαδιὰ γιὰ νὰ μὴ φαίνουνται ἀπ' τὰ ὀχτρικὰ ἀεροπλάνα. Αὐτὰ τὰ κλωνάρια μὲ τὰ φύλλα τους τὰ ντελικάτα, μὲ τοὺς κόμπους τους, μὲ τὰ λουλουδάκια τους καὶ μὲ τὶς κλωστές τους, ὁ ἥλιος πού 'πεφτε κατάκορφα στὸ τσαντήρι, τὰ σκιαγραφοῦσε χαριτωμένα πάνω στὸ τεντωμένο ἀντίσκηνο. Ἤτανε ἕνα σωστὸ διακοσμητικὸ ἀριστούργημα, ποὺ ἄρχισα νὰ τὸ καμαρώνω σ' ὅλες του τὶς λεπτομέρειες μὲ μιὰ ξεχωριστὴ χαρά. Ἔτσι ποὺ τά 'χανε πλαγιαστὰ τὰ κλωνάρια, ζωγραφιζόντανε ὁ ἴσκιος τους πάνω στὸ τσιτωμένο πανὶ σὲ ἀναπάντεχα συμπλέγματα, ἀκουμπισμένα, θαρρεῖς, μὲ μιὰ κοκέτικη ἐπιμέλεια, μ' ἕνα φροντισμένο δέσιμο πολυμελετημένης τεχνικῆς ἀφέλειας. Ὅλα αὐτὰ τὰ τρισχαριτωμένα σχήματα, ποὺ κεντούσανε μὲ τόση ἁπλότητα οἱ ἴσκιοι καὶ τὸ φῶς καὶ λίγα φτωχὰ κλαδιὰ ποὺ ποζάρισαν, ξανάφεραν μές στὴν ψυχή μου τὴν «αἰσθητικὴ χαρὰ» ποὺ τόσον καιρὸ εἶχα χάσει. Αἰσθάνθηκα ἀμέσως ὅλη τὴ δύναμη τῆς ὀμορφιᾶς ποὺ ὑπάρχει χυμένη στὸν κόσμο, καὶ μιὰ φωνούλα χαρούμενη ἀνταποκρίθηκε σ' αὐτὴ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ μέσ' ἀπ' τὴν καρδιά μου. Εἶναι πολὺ ὡραία ἡ ζωή. Τὴν ἀγαπῶ καὶ τὴν ἐχτιμῶ. Αἰστάνουμαι πόσο ἀκριβὴ μοῦ εἶναι κάθε στιγμούλα ποὺ περνάει πάνουθέ μου. Θέλω νὰν τὴ σταματήσω καὶ νὰ τῆς τὸ φωνάξω:

— Τράβα καὶ σύ, μὲ ξέρε το. Σὲ κατάλαβα ποὺ πέρασες· σ' ἔνοιωσα, σὲ χάρηκα, καὶ σ' εὐχαριστῶ!

Αὐτὸ τὸ πράμα μοῦ δίνει ἕνα παράξενο συναίστημα. Ὅλο μου τὸ κορμὶ μὲ ὅλες του τὶς ἴνες, τὸ νοιώθω νὰ πάλλεται σὰν ἕνα ὄργανο πολὺ εὐαίστητο μὲ χιλιάδες χορδὲς χρυσές, λεπτὲς σὰν τρίχες ξανθοῦ κοριτσιοῦ. Αὐτὸ τὸ ὄργανο τρέμει μουσικὰ ἀπὸ συγκίνηση. Οἱ χιλιάδες χορδές του ἀνατριχιάζουν μυστικά, δονοῦνται χαρούμενα καὶ παραπονετικὰ καὶ βγάνουνε ἕνα γλυκὸ βόμβο σὰν ἀπὸ πολλὰ πολλὰ μικρούλια φτερωτὰ ἔντομα, ποὺ τραγουδᾶνε κρυφὰ μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ μεσονυχτιοῦ. Κι ὁ Οὐρανὸς χαμπηλώνει καλοσυνάτος κι αὐτιάζεται γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τ' ἀκούσει. Εἶναι χίλιες χιλιάδες μικρὲς φωνὲς αὐτὸς ὁ βόμβος, καὶ μόλις μπορεῖ νὰ τὸν γροικήσει κανένας. Μὰ ἐγὼ τὸν καταλαβαίνω καθαρά, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι αὐτὸ τὸ ὄργανο τὸ πολὺ λεπτὸ καὶ πολὺ εὐαίσθητο, ποὺ βουίζει σιγαλινά, γλυκὰ καὶ παραπονετικά, μὲ τὶς χίλιες χιλιάδες χορδές του. Τὸ τραγούδι αὐτὸ τὸ μυστηριώδικο καὶ καταπληχτικὸ εἶναι ἡ ἀνταπόκριση τῆς Ψυχῆς μου πρὸς τὴ Ζωή. Γι' αὐτὸ θέλω νὰ ζήσω, νὰ ζήσω... Καταλαβαίνω πὼς εἶμαι ἀπ' τοὺς διαλεχτοὺς «υἱοὺς τοῦ Θεοῦ». Ἀνάμεσα στ' ἀμέτρητα κοπάδια ποὺ θὰ περάσουν μέσ' ἀπ' τὶς θαμαστὲς σάλες τῆς Ζωῆς, πού 'ναι στολισμένες μ' ὅλα τὰ κατορθώματα μιᾶς Δημιουργίας πού 'χει ἀπέραντα ὅριο ὀμορφάδας καὶ ἀπεριόριστη συνθετικὴ ἔμπνευση καὶ διακοσμητικὴ μεγαλουργία, ἐγὼ θά 'μαι μαζὶ μὲ τὴ μικρὴ συντροφιὰ τῶν ἀριστοκρατικῶν connaisseurs ἑνὸς ἀνώτερου ἡδονισμοῦ αἰσθητικοῦ, ποὺ οἱ Θεοὶ τόνε κράτησαν μοναχὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ τοὺς λίγους ἀγαπημένους των. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, θὰ περάσουνε χυδαῖοι καὶ βιαστικοὶ σὰν ξεκατουρημένοι χαμάληδες, γιὰ σκυφτοὶ σὰ γκρινιάρικα γουρούνια μέσ' ἀπ' τὶς θαμαστὲς σάλες τῆς Ζωῆς. Θὰ τρέχουνε κυνηγώντας ψεύτικες καὶ χοντρὲς ἰδεοληψίες, συμφέρα ἀποχτηνωτικὰ καὶ χαρὲς κατώτατες.

Σὲ ἀγαπῶ Ζωή, γιατὶ σὲ νοιώθω δυνατὴ σὰν παλιὸ κρασί. Σ' ἀγαπῶ γιατὶ μπορῶ κι ἐχτιμῶ ὅλη τὴν ἀξία σου, καὶ κλαίγω γιατὶ οἱ μέρες μου οἱ ἀθρώπινες εἶναι μονάχα μιὰ φούχτα ξερόφυλλα μὲς στὸ ἄπειρο.

Ὁ καιρός μου εἶναι λίγος σὰν ὅλα τ' ἀκριβὰ πράματα, κι οἱ μέρες μου σβήνουνε σὰν τὶς ἄπειρες φουσκαλίδες τῶν κυμάτων, ποὺ ἀνθίζουνε στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ νησιοῦ μας μιὰ στιγμὴ τόσο μικρή, ὅσο φτάνει γιὰ νὰ καθρεφτίσει ἁρπαχτὰ ἡ κάθε μιά τους τὸν ἥλιο καὶ κατόπι νὰ πεθάνει. Ὁ καιρός μου εἶναι μετρημένος αὐστηρά, σὰν τοῦ στρατιώτη ποὺ παίρνει ἄδεια γιὰ νὰ ἰδεῖ τὴν καλή του.

Εἶμαι μιὰ σαΐτα ποὺ τινάχτηκε ἀπ' τὴν κόρδα τοῦ δοξαριοῦ σου, Ζωή, καὶ τρέχει πάνου στὴ μοιραία καμπύλη τοῦ πεσιμοῦ της. Εἶμαι μιὰ διαμαντένια στάλα νερὸ ποὺ πήδηξε μὲς στὸ φῶς ἀπ' τ' ἀφρισμένα ρουθούνια τοῦ κυμάτου καὶ ξαναπέφτει μὲς στὸν καταποτήρα τοῦ θαλασσινοῦ ἀπείρου. Ὁ καιρός μου εἶναι τόσος, ὅσος φτάνει γιὰ ν' ἀνοίξω μιὰ τὰ μάτια καὶ νὰ δὲ ἰδῶ καὶ πάλι νὰ τὰ κλείσω γιὰ πάντα, πρὶν προφτάσω νὰ χαρῶ καλὰ καλὰ μηδὲ τὶς πιὸ πλατιὲς γραμμές σου. Σ' ἀγαπῶ τόσο, ποὺ νοιώθω τὸν ἑαυτό μου ἄξιο νά 'χα σταθεῖ ἀπὸ τότες ποὺ ἄρχεψες νὰ ξεκινᾶς πάνου στὶς πρωτοπάτητες κυκλικὲς στράτες τῆς ἀνυπαρξίας, καὶ ν' ἀπομένω γιὰ νὰ σὲ χαρῶ ὣς τότες ποὺ θὰ τελειώσεις. Κι ἂ θὰ τελειώσεις καμμιὰ φορά, νὰ 'μουν ἐγὼ ποὺ θά 'πινα τὴ στερνὴ στάλα τῆς στεγνωμένης κλεψύδρας σου...

Τὸ χωράφι ἐδῶ γύρου ἤτανε καλλιεργημένο σίγουρα. Ἀκόμα βρίσκουνται πιπεριὲς μισόξερες, μὲ καρποὺς ὥριμους. Ἔχουνε σχήματα αἰσχρὰ μὲ σκυλίσια λαγνεία καὶ μὲ χρῶμα ἐρεθισμένης γυμνῆς σάρκας. Πάνου στὸ στήθος μου ἔπιασα μιὰ πασχαλίτσα, κι ὕστερα εἶδα πὼς ἤτανε μπόλικα αὐτὰ τὰ χαριτωμένα μαμούδια μὲς στ' ἀντίσκηνο. Ἔχουνε στρογγυλούτσικη ράχη μὲ σφανταχτερὰ κοκκινωπὰ χρώματα καὶ μαῦρες βοῦλες. Εἶναι σὰ στήθια χωριατοπούλας μέσα σὲ μπασμαδένιο ρουσσικό. Τὸ μάτι πέρα γιὰ πέρα βλέπει τὸ ζεστὸ κι ἀφράτο χῶμα μὲ τὰ θερισμένα στάχυα.

Ἡ γῆς μοιάζει σὰ ξανθὸ ἀγορίστικο κεφάλι ποὺ τὸ κούρεψαν βαθιά. Τὰ μυρμήγκια δουλεύουνε ἀκούραστα, κουβαλώντας σιταροκούκουτσα καὶ τρυφερὰ ἄχυρα, σὰν ἕνας στρατὸς ποὺ δουλεύει γιὰ νὰ κάνεις τὶς προμήθειές του, βιασμένος κάτου ἀπ' τὸ καμουτσὶ ἑνὸς ἄγριου ἀρχηγοῦ, κάτου ἀπὸ μιὰ τρομερὴ θεόσταλτη ἀνάγκη, γιὰ κάτου ἀπὸ ἕναν κίνδυνο ποὺ ἔρχεται καὶ πρέπει νὰ προλάβει κανένας τὸ ξέσπασμά του. Μιὰ μικρὴ σαύρα, ὁλοπράσινη σὰν μπάμια ποὺ ζωντάνεψε καὶ τρέχει, σκάλωσε πάνου στὸ κουτὶ τῆς μάσκας πού 'ναι κρεμασμένο στὸ ντουφέκι, ἐκειδὰ στὴν εἴσοδο τῆς τσαντήρας μου. Ἐκεῖ πέρα κάνει χαριτωμένα κουνήματα στὸν ἴδιο τόπο. Μὲ βλέπει ἀστεῖα μὲ τὶς χάντρες τῶν ματιῶν της καὶ κοντανεσαίνει σὰν κοκκονίτσα λαφασμένη ἀπ' τὴν τρεχάλα ἑνὸς βιαστικοῦ μαντάτου. Τὴν κοιτάω καὶ γώ, ἔτσι ντυμένη «ἀσορτὶ» καὶ ξαφνικὰ μὲ πιάνει ἕνα γέλιο ὁλόκαρδο ποὺ τὴν κάνει νὰ τὸ κόψει λάσπη ἀλαλιασμένη ἀπ' τὴν τρομάρα. Κλειδώνα τὰ χέρια πίσω στὸ σβέρκο, κι ἀνακλαδίζουμαι τεμπέλικα μ' ὅλες τὶς σκεβρωμένες κλείδωσες, ποὺ τρίζουν ἀνακουφιστικά. Ὁ πόνος μου τοῦ ποδαριοῦ μου ἔχει λιγοστέψει.

Μισοσέρνουμαι ἔξω ἀπ' τ' ἀντίσκηνο γιὰ νὰ νοιώσω τὸν ἥλιο ν' ἀκουμπᾶ τὰ ζεστά του χέρια στοὺς ὤμους μου καὶ στ' ἀδυνατισμένα μου μπράτσα, γιὰ νὰ νοιώσω τὰ δάχτυλά του μὲς στὰ μαλλιά μου.

Ἤρταμε λοιπὸν γιὰ νὰ σκοτώσουμε καὶ γιὰ νὰ σκοτωθοῦμε;



Πηγή: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ΄)

Ἑλλήνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.