Κανένα έγκλημα δεν παραγράφεται με τον χρόνο

Ένα σπίτι εγκλήματος στον Σύσκληπο: Κανένα έγκλημα δεν παραγράφεται με τον χρόνο

Το αίμα στεγνώνει και σβήνεται αλλά η δολοφονία δεν παραγράφεται ποτέ με τον χρόνο. Και δεν ξεχνιούνται εκείνα τα εγκλήματα τα οποία πέρασαν με τη αφήγηση από γενιά σε γενιά, εκείνη η θηριωδία. Δεν μπορώ να τα ξεχάσω έστω και αν μου λες ”ξέχνα τα, κοίτα το μέλλον”. Εσύ όμως εξαρτάς την ειρήνη απ’ αυτό. Ξέχνα, μου λες. Ζητάς από εμένα κάτι αδύνατο. Πιστεύεις ότι μόνο αν ξεχάσουμε θα μπορέσουμε να ζήσουμε ειρηνικά. Ξέχνα πως πυροβολήθηκαν εκείνα τα βρέφη. Ξέχνα πώς τους έκοψαν τα αφτιά και τα κεφάλια. Ξέχνα τα παιδιά, τα νεαρά κορίτσια και τις γυναίκες που βιάστηκαν μπροστά στα μάτια της οικογένειάς τους. Ξέχνα πώς μια μάνα αγκάλιασε το βρέφος που κρατούσε στην αγκαλιά της την ώρα που την εκτελούσαν. Ξέχνα πώς θάφτηκαν με μπουλντόζες ο ένας πάνω στον άλλον σε ομαδικούς τάφους. Ξέχνα τα όλα. Ξέχνα και το παιδί που επέζησε ως εκ θαύματος ανάμεσα σε ματωμένους νεκρούς, ξέχνα και το κορίτσι που μετά από ομαδικούς βιασμούς σε ηλικία 12 χρόνων πέρασε όλη του τη ζωή στο ψυχιατρείο, ξέχνα και τον πόνο των οικογενειών που ακόμα αναζητούν τους αγνοούμενούς τους. Μην σκέφτεσαι τίποτα. Όχι αγαπητέ μου φίλε, όχι. Δεν ξεχνώ. Δεν μπορώ να ξεχάσω. Την ώρα που γυρίζουν ελεύθερα ανάμεσά μας οι δολοφόνοι με ψυχή τέρατος που τα έκαναν αυτά, την ώρα που μάλιστα καυχιόνται για τις θηριωδίες που έχουν κάνει, δεν μπορώ να βρω παρηγοριά ακούγοντας τραγούδια στα ελληνικά και στα τουρκικά από αυτή τη χορωδία. Δεν μπορώ να φιμώσω την καρδιά μου. Εγώ λέω καρντάση. Εσύ λες καρντάση μου. Μιλάμε για τις παλιές καλές μέρες. Για τις γειτονιές όπου καλαμπουρίζαμε. Για τις βρύσες στις οποίες γεμίζαμε μαζί νερό τενεκέδες. Η πατρίδα μας έχει μοιραστεί στα δυο, ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει να αγαπώ, λέμε. Δεεεεν φτάνει! Έτσι κανείς δεν θα μας βγάλει μέσα από αυτό το πηγάδι.

Το αίμα ξεραίνεται και σβήνεται αλλά η δολοφονία ουδέποτε παραγράφεται με τον χρόνο. Αν θα έρθει η ειρήνη, δεν πρέπει να έρθει μασκοφορεμένη. Πρέπει να βγάλουμε τις μάσκες μας και να τις πετάξουμε. Να αντικρύσουμε ο ένας τον άλλον. Πού όμως να γίνει κάτι τέτοιο. Κανείς δεν μας διηγείται καν το πώς δολοφονήθηκαν οι αγαπημένοι μας νεκροί, τα τελευταία λείψανα των οποίων κηδεύουμε τώρα μέσα σε μικροσκοπικά φέρετρα. Πώς θα γράψουν αυτή την ιστορία εκείνοι που την γράφουν; Θα πουν μόνο τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες; Θα είναι όλοι μόνο ένας αριθμός; Η ψυχή μου δεν περιδιάβασε πουθενά αλλού τόσο όσο περιδιάβασε στο Άουσβιτς. Στην Τόχνη. Στη Μαράθα. Στο Παλαίκυθρο. Στην Άσσια. Και στα βουνίσια χωριά της Κερύνειας. Στους θάμνους της Καρπασίας. Στα σοκάκια του Βαρωσιού. Τι καλοκαίρι ήταν εκείνο σε τούτο το νησί; Ξεχνιέται;

Άκουσες; Ένα σπίτι κατέρρευσε στον Σύσκληπο μέσα σε αυτές τις βροχές. Ένα σπίτι μέσα στο οποίο διαπράχθηκε ένα έγκλημα. Ευτυχώς που το έγραψε η Σεβγκιούλ και το έμαθα και εγώ. Το μοιράστηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Έντουαρντ Χατζηχάννας. Το είδε, λέει, ο Χατζηχάννας καθώς περνούσε απ’ εκεί. Και έγραψε τα εξής: «Εδώ είναι το σπίτι του Ευγένιου Χατζηηράκλη στον Σύσκληπο της Κερύνειας. Σήμερα οδηγούσα το αυτοκίνητό μου στην κατεχόμενη περιοχή κάτω από μια βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει. Γύρω στις 12.00 το μεσημέρι περνούσα από τον Σύσκληπο και ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου άρχισε να καταρρέει λόγω της υπερβολικής βροχόπτωσης το σπίτι του Χατζηηράκλη. Ο δρόμος έκλεισε σχεδόν από τις πέτρες και τα άλλα οικοδομικά υλικά που έπεσαν από το σπίτι και κινδύνευσα εκεί μαζί με το αυτοκίνητό μου. Τον Αύγουστο του 1974 είχαν δολοφονηθεί 15 Ελληνοκύπριοι μέσα σε αυτό το σπίτι και από εκείνη την ημέρα είναι αγνοούμενοι».

15 άτομα δολοφονήθηκαν μέσα σε αυτό το σπίτι. Γέροι, νέοι. Γυναίκες και παιδιά. Το έγραψε και στα απομνημονεύματά του ο Σαλίχ Γκιουλέργιουζ που ήταν συνταγματάρχης πεζικού εδώ το 1974. Τι είδαν όταν πήγαν σε εκείνο το σπίτι μετά το έγκλημα. Στο ημερολόγιό του έγραψε τα εξής με ημερομηνία 4 Αυγούστου 1974: «Στον Σύσκληπο βρήκαμε το σπίτι όπου σκοτώθηκαν άμαχοι Ελληνοκύπριοι. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό. Δολοφονήθηκαν από την πόρτα με αυτόματα όπλα στο χολ του σπιτιού που βρίσκεται κοντά στη φάρμα με κοτόπουλα του χωριού. Οι οκτώ έμειναν καθισμένοι πάνω στις πολυθρόνες και τις καρέκλες, με τα στήθια και τα πόδια τους γεμάτα τρύπες μέσα στα αίματα. Πέντε άτομα, γυναίκες και άνδρες, ήταν νεκρά αγκαλιασμένα στο πάτωμα πάλι μέσα στα αίματα. Δεν είχε κεφάλι το πτώμα που έμεινε να κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στην πόρτα εισόδου. Το κομμάτι του λαιμού ήταν ολόασπρο…». Μέσα σε εκείνο το σπίτι, λέει, έμεινε ζωντανό μόνο ένα αδύναμο κοριτσάκι Ελληνοκύπρια ηλικία 11-12 χρόνων και το βίασαν ομαδικά. Αυτό το έγκλημα το διέπραξαν ένας υπαξιωματικός του πυροβολικού, δύο στρατιώτες καταδρομείς και δύο Τουρκοκύπριοι μαχητές.

Είναι πολλές οι ιστορίες θηριωδιών για τις οποίες δεν ζητήθηκε από κανέναν να λογοδοτήσει και έμειναν ατιμώρητες. Αυτή η θηριωδία έγινε εδώ. Στην πατρίδα μας. Στο νησί που αποκαλούμε «παραδεισένια πατρίδα». Ακόμα ανατριχιάζω όταν τα θυμάμαι. Χαράχθηκαν στο μυαλό μας οι εικόνες της θηριωδίας που δεν θα σβηστούν ποτέ από τη μνήμη μας. Και ακόμα κανείς δεν ζήτησε καν συγγνώμη. Πέστε μου. Πώς μπορεί να μας παρηγορήσουν τώρα εκείνα τα ανακοινωθέντα για λύση στην οποία ακόμα αναφέρεστε πρόχειρα. Οι δικές σας θέσεις έχουν προ πολλού χάσει την αξία τους. Αλλά έστω και αν στεγνώνει το αίμα, κανένα έγκλημα δεν παραγράφεται με τον χρόνο και δεν ξεχνιέται!

Σενέρ Λεβέντ  26/2/2019

Politis.com.cy


Πηγή: tourkikanea.gr


Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.