ΣΥΝΤΥΧΕΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΟΥΡΚΑΡΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ "ΠΙΠΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΠΟΘΗΤΟΥ"

Διάβαζα στου νησιού-μου το ακρογιάλι,
κι' ο Ποθητὸς καθόταν στὸ σκαμνί-του.
Με κοίταξε κουνώντας το κεφάλι
καὶ μ' άφησε ν' ακούσω τη φωνή-του.
Κι' όπως εγέλασε, έλαμψε στὴ δύση
κι' έκανε, λές, ο ήλιος να ποδίσει.

1
Είσαι κι' εσύ απο κείνους που πεινούνε
και διψούν δικαιοσύνη: μα οι γαζέτες
οπου μας στέλνει ἡ Αθήνα, με ότι άν ποῦνε,
δὲ θα σ'τη δώσουν: πέταξέ-τες.
Και μήν ακούς οι άνθρωποι τί μας λένε.
Τί κάνουν κοίτα ὰν θές να δείς τί θένε.

2
Κρασί και μεζεδάκι, ούτε συζήτηση·
μα αυτά που σού 'χουν στην Αθήνα μάθει,
κράτησέ-τα για λόου-σου, ή κάλλιο ρίξε-τα
με τα σκουπίδια, γιὲ-μου, στο καλάθι.

3
Κι' ανάβοντας τήν πίπα πού'χε σβήσει,
γέλασε ο Ποθητός στοχαστικά:
Όχι, παιδιά, κανείς δέ θα με πείσει
πως θά 'βγει το καλό από δυό κακά.

4
Φωτιά, σεισμοί, κατακλυσμοί, η φοβέρα
του πολέμου: του κόσμου τα δεινά·
αμή ο Γραικός με ξενική παντιέρα,
τό πιό τρανό απ' τα πιό τρανά.

5
Γελώ που συλλογίζομαι την Κίνα:
ίδια τα βρήκα και στα μέρη εκείνα.
Την ώρα που η Λαϊ-Λάγγ ούτε γνωρίζει
πού θά 'βρει να τοιμάσει λίγο ρύζι,
βάζοντας η Λαϊ-Πέ στο αρμάρι τάξη,
γνιάζεται τί άλλο ακόμη να πετάξη.

6
Πές-του ν' αφήσει του ποιητή την πένα
ή αυτά που γράφει να τ' αφήνει ατύπωτα.
Όλοι είν' ωραία παιδιά πρίν απ' τη γέννα,
κι' είναι σπουδαία τα λόγια πού'ναι ανείπωτα.
Πές-του πώς άν δέν άνοιγε το στόμα,
θά 'ταν, μπορώ να πώ, σοφός ακόμα!

7
...Ναί· κι' όσο απλώνουν οι ήσκιοι, όσο σιμώνει
το βράδι, τόσο μένουμε πιό μόνοι.

ΚΑΡΘΑΙΟΣ



Πηγή: «Νέα Ἑστία» τχ. 466, 1946
Φωτογραφία: http://helmut-pangerl.eu/

Ἑλληνων Φῶς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *