Κατοχικά Χριστούγεννα

Κατοχικά Χριστούγεννα ~ Σαραντός Καργάκος

[Εἶναι τό προτελευταῖο κείμενο τοῦ Σαράντου Καργάκου. Δέν μποροῦσε πιά νά γράψει καί τό ὑπαγόρευσε στή σύζυγό του]

Μεταξύ 6 καί 8 Δεκεμβρίου 1943 οἱ Γερμανοί ἐκτελέσανε στή θέση «Πατρικίες», ἔξω ἀπό τό Γύθειο, 40 ἐπίλεκτους Γυθειάτες. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς καί δύο ἀδέλφια τοῦ πατέρα μου.†

Τό βράδυ τῆς 8ης Δεκεμβρίου μετά ἀπό ἕνα λιτό φαγητό ἡ μητέρα εἶπε ἀποφασιστικά στόν πατέρα μου:

– Γιάννη φύγετε! Ἐάν μείνετε ἐδῶ ἐσύ καί τ’ ἄλλα σου ἀδέλφια δέν ἔχετε σωσμό, θά σᾶς σκοτώσουν…
–Καί ποῦ νά πᾶμε; ἀπάντησε ὁ πατέρας. Ἐδῶ εἶναι τό σπίτι μου, ἐδῶ ἡ οἰκογένειά μου.
– Ἄν μείνεις ἐσύ, θά χαθεῖ καί τό σπίτι καί ἡ οἰκογένειά σου. Τά ἀδέλφια σου ἄς πάρουν τά βουνά. Ἐσύ πήγαινε στήν Παλαβίνα κι ἐκεῖ θά σέ φροντίσει ὁ πατέρας μου. Σέ δύο μέρες θά ἔρθουμε καί μεῖς.

Ὁ πατέρας ἀφοῦ εἰδοποίησε τ’ ἀδέλφια του ἔβαλε ὅ,τι πιό βαρύ ροῦχο εἶχε καί χάθηκε μέσα στούς δρόμους τῆς νύχτας. Ἡ μητέρα ἐπί δύο ἡμέρες τακτοποιοῦσε τό σπίτι καί τό μαγαζί. Τήν Τρίτη ἡμέρα, νέος κεραυνός: οἱ Γερμανοί ἀπαγόρευσαν κάθε ἔξοδο ἀπό τό Γύθειο. Μόνο σέ κάτι ὁμάδες γυναικῶν ἐπέτρεπαν τήν ἔξοδο γιά μάζεμα ἐλαιῶν. Ἡ μάνα παίρνοντας καί μένα μαζί της προσέφυγε σ’ ἕνα στενό φίλο τοῦ πατέρα μου, ὀφθαλμίατρο, πού λόγω σπουδῶν στή Χαϊδελβέργη ἦταν γερμανομαθής καί οἱ Γερμανοί εἶχαν τήν ἀνάγκη του. Αὐτός ἦταν κατηγορηματικός:

– Βασιλική, ἄδεια δέν δίνουν σέ κανέναν, παρά μόνο σέ λίγους ἀνθρώπους. Ἐγώ ἀδυνατῶ νά βοηθήσω. Ὅποιος τολμήσει νά βγεῖ, θά τιμωρεῖται μέ θάνατο.

Ἡ μητέρα θεώρησε περιττή τήν παραπέρα συζήτηση. Εἶχε ἤδη πάρει τήν ἀπόφασή της. Κατέφυγε σέ μιά γειτόνισσά μας πού ἦταν ἐπικεφαλῆς ἑνός γυναικείου «μπουλουκιοῦ» πού κάθε πρωί ἔβγαινε γιά λιομάζωμα. Ἔπεσε στά πόδια της:

– Μωρ’ Παρασκευή, πᾶρε με μαζί σου τό πρωί. Ἄν μείνουμε ἐδῶ θά πεθάνουμε ἀπό τήν πεῖνα καί ’γῶ καί τά τρία μου παιδιά.

Ἡ θειά Παρασκευή ἡ Φλουτσάκανα τῆς ἀπάντησε:

– Ἔλα μαζί μου αὔριο γιατί ἀρρώστησε μιά γυναίκα ἀπ’ τήν ὁμάδα μου κι ἔτσι θά μπορέσω νά σέ καλύψω. Μέσα στήν ἀτυχία σου εἶσαι σέ κάτι τυχερή.

Ἀχάραγο τήν ἄλλη μέρα, ἡ θειά Παρασκευή πέρασε ἀπ’ τό σπίτι καί μᾶς πῆρε μαζί της. Ἡ μάνα μου εἶχε φτιάξει ἕνα μικρό «μπογαλάκι» μέ ὅ,τι πολύτιμο εἶχε σέ χρυσαφικό καί κάποια ρουχαλάκια, ἔβαλε στόν ὦμο τή μικρή μου ἀδελφή (δέν εἶχε κλείσει χρόνο) καί σέ μένα ἔδωσε τυλιγμένο σέ πετσέτα τό φτωχικό προσφάι μας. Ἤμουν τότε 6 ἐτῶν, ἀλλ’ εἶχα ἀντοχή στό περπάτημα. Ὥσπου νά φτάσουμε στήν Ἀνάληψη (νεκροταφεῖο Γυθείου) –μία ἀπόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων ἀπό τό σπίτι μας, εἶχα ἀποστάσει. Μιά γυναίκα μέ πῆρε γιά λίγο ἀγκαλιά. Στό μπλόκο τῆς ἐξόδου τρεῖς ὁπλοφόροι μέ κακή στρατιωτική ἐνδυμασία, Ἕλληνες συνεργάτες τῶν Γερμανῶν, μᾶς σταμάτησαν καί ζήτησαν τά χαρτιά μας.

Ἡ θειά Παρασκευή τοῦ ἔδειξε τόν κατάλογο. Μετροῦσαν καί κυττοῦσαν. Ἀλλά ξαφνικά ἄναψε καυγᾶς: Μιά ἀγριομανιάτισσα ἐπιτέθηκε ἐναντίον ἑνός «φρουροῦ» κι ἄρχισε νά ξεφωνίζει:

– Ἄει, ἄει, εἶπε, ρέ κερατᾶ, θά μέ τό πλερώσεις μανιάτικο. Θά σοῦ ρουφήξω τό μάτι.

Ἡ μητέρα, γυναίκα πολύ χειροδύναμη, τήν ἔπιασε ἀπό τό μπράτσο καί τῆς τό ἔσφιξε σάν τανάλια:

–Ἔρχου, μωρή σκύλα, θά μοῦ σκοτώσεις τά παιδιά. Αὐτή ἔντρομη γύρισε καί δέν ἔβγαλε μιλιά. Οἱ «φρουροί» ἐν τῶ μεταξύ ἔκαναν ἔλεγχο σέ ἄλλη γυναικεία ὁμάδα. Σάν προχωρήσαμε περί τά 100 μέτρα ἡ μάνα μου γύρισε κι ἔκανε τρεῖς φορές τό σταυρό της. Στή θέση «Μαρούλια» στάθηκε. Ἀγκάλισε κι ἀποχαιρέτησε τή θειά Παρασκευή καί στρίψαμε δεξιά πρός ἕνα φαράγγι. Μετά ἀπό 500 μέτρα σταθήκαμε νά βάλουμε μιά μπουκιά στό στόμα μας, ν’ ἀλλάξουμε τήν ἀδελφή μου καί ’γῶ νά ξεπλύνω σ’ ἕνα λάκκο νερό τά πληγιασμένα πόδια μου. Ἀνησυχοῦσα, ἀλλά δέν ἔλεγα τίποτα. Ἡ μητέρα μου εἶχε πεῖ ὅτι γνώριζε τά μέρη καλά, γιατί ἐρχόταν μέ τόν πατέρα της γιά χόρτα ἤ γιά κυνήγι. Προχωρούσαμε, προχωρούσαμε μέσα στό ρουμάνι. Σέ μιά νεροσυρμή βρήκαμε προκηρύξεις πού ἔρριχναν τά ἀγγλικά ἀεροπλάνα. Ἡ μητέρα πῆρε 5-6 ἀπ’ αὐτές καί μοῦ τίς ἔδωσε νά τίς κάνω δῶρο στόν παπποῦ μου. Ἦταν τό καλύτερο τσιγαρόχαρτο! Ἀλλά ὁ καπνός ἦταν περισσότερο ξεραμένα βελανιδόφυλλα καί κατ’ ἐλάχιστον …καπνός. Ἀλίμονό μας ἄν μᾶς ἔπιαναν νά κουβαλᾶμε προκηρύξεις. Σήκωνε ἄμεση ἐκτέλεση.

Σ’ ἕνα ξάγναντο εἴδαμε ἕνα σπίτι συγγενικό. Ἦταν τῆς θειά Μαριώς, ἐξαδέλφης τοῦ παπποῦ μου. Ἡ μητέρα ἔβγαλε μιά φωνή:

– Λώ, θειά Μαριώ, ξέρεις ἄν ἦρθε ὁ πατέρας μου στό καλύβι; Στήν ἔξω πόρτα τοῦ σπιτιοῦ φάνηκε ὁ γυιός της μέ στολή συνεργάτου τῶν Γερμανῶν.

– Καί ποῦ νά ξέρω ἐγώ τί κάνει ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος; ἀποκρίθηκε ἡ θειά Μαριώ.

Ἡ μαυρομάνα ἔσκυψε τό κεφάλι καί πήραμε κάτι μονοπάτια πού τῆς ἦσαν πολύ γνώριμα πιά. Μετά ἀπό μισή ὥρα πίσω ἀπό τρεῖς γιγάντιες βελανιδιές φάνηκε τό καλύβι τοῦ παπποῦ, πού ἀπό τό φουγάρο ἔβγαινε καπνός. Βάλαμε τίς φωνές: «Ἤρθαμε, ἤρθαμε», κι ὁ παπποῦς βγῆκε νά μᾶς ἀνταμώσει. Ἡ μάνα μας ἔκλαιγε στήν ἀγκαλιά του. Καί κεῖνος παρηγορητικά:

– Ἐγώ θά σᾶς φροντίσω, μᾶς ἔλεγε προστατευτικά. Ὁ πατέρας μας ὅμως πουθενά. Ὁ παπποῦς κατάλαβε τήν ἀγωνία τῆς κόρης του καί τῆς εἶπε ὅτι τήν ἡμέρα τόν κρύβει σέ μιά φωλιά καί μόνο τό βράδυ ἔρχεται γιά φαγητό καί γιά ὕπνο. Ἔβγαλε ἕνα σφύριγμα συνθηματικό καί σέ λίγο παρουσιάστηκε ἀπ’ τό γειτονικό ρέμα νά ἔρχεται κι ὁ πατέρας μας. Γίναμε ἕνα οἰκογενειακό κουβάρι.

Ἀπό τήν ἄλλη μέρα ἄρχισε ἡ αὐτοσυντήρηση. Ἡ μήτερα τή φροντίδα τοῦ καλυβιοῦ (κοιμόμαστε πάνω σέ ξυλοκρέβατα) καί τῆς ἀδελφῆς μου, κι ὁ παπποῦς μέ βοηθό ἐμένα εἶχε τήν τροφοδοσία.

Πιό συγκεκριμένα, μάζεμα μανιταριῶν, χόρτων καί κυρίως μέ ἕνα σύστημα ἀπό βρόχους πιάσιμο πουλιῶν (τσίχλες καί κοτσύφια).

Οἱ μέρες περνοῦσαν κι ἄλλες μέρες ἔρχονταν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. «Μαῦρα Χριστούγεννα θά κάνουμε φέτος» ἔλεγε ἡ μητέρα. Παρόλο πού μιά λάμψη χαμόγελου φώτισε τό πρόσωπό της, ὅταν μιά οἰκογένεια εὐγενικῶν τσοπάνηδων ἔφερε καί τή μεγάλη μου ἀδελφή ἀπό τό Γύθειο, κι ἔτσι ἡ οἰκογένεια ξανάσμειξε ὅλη. Ἦρθε καί ἡ παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἀπό βραδίς ἡ μάνα μας ἔλεγε: «Νά δοῦμε πῶς θά τιμήσουμε τά φετεινά Χριστούγεννα». Ἀλλ’ ὁ παπποῦς ἤξερε καί μαζί μου ἅπλωσε περισσότερα βρόχια στήν ἔκταση μιᾶς ρεματιᾶς. Ἡ συγκομιδή ἦταν παραπάνω ἀπό ἱκανοποιητική: 15 πουλιά, τά 3 κοτσύφια καί θά ἦταν 4, ἄν ὁ πετροκότσυφας δέν μοῦ ξέφευγε τήν τελευταία στιγμή ἀπό τά χέρια σάν πῆγα νά τόν ξεθηλικώσω. Ὅλο τό ὑπόλοιπο πρωί στό καλυβάκι μας μαδούσαμε πουλιά.

Ὁ παπποῦς καθάριζε τά ἐντόσθια μ’ ἕνα μαχαίρι καί μετά περνοῦσε τά πουλιά σέ μιά ξύλινη βέργα καί τά ἔβαζε πάνω στήν ἀνθρακιά. Μόλις σιγοψήθηκαν ἦρθε ἡ σειρά τῆς μητέρας. Εἶχε ἑτοιμάσει στό τσουκάλι τραχανᾶ μέ πελτέ κι ἔρριξε μέσα τά πουλιά. Μετά ἔβαλε τό τσουκάλι στή φωτιά γιά νά εἶναι ἕτοιμο τό βράδι, πού ὅπως εἶπε θά «ἐρχόταν» ὁ Χριστός.

Φάγαμε κάτι πρόχειρο μεσημεριανό καί περιμέναμε τή Μεγάλη Νύχτα πού δέν ξέραμε πότε θά ἐρχόταν. Δέ εἴχαμε ρολόι: Τό δικό του ὁ πατέρας μας τό εἶχε δώσει σ’ ἕνα τσοπάνη γιά νά μᾶς προμηθεύσει αὐγά καί δύο κομμάτια κρέας. Γάλα καί τυρί εἴχαμε δικό μας. Ἔτσι σάν ρολόι χρησιμοποήθηκε τό στομάχι τοῦ παπποῦ, ὁ ὁποῖος κάποια στιγμή σηκώθηκε καί ἔβγαλε μιά «τίκλα» (πέτρινη πλάκα) ἀπό μιά τρῦπα στόν τοῖχο κι ἀπό κεῖ ἔβγαλε ἕνα παμπάλαιο πολυμεταχειρισμένο βιβλίο. Ἦταν μιά «Ἱερά Σύνοψις» ἤ κάποιο ἄλλο ἱερό βιβλίο. Κι ἐνῶ ἡ μάνα μας σερβίριζε τά ψημένα στή φωτιά μανιτάρια (1ο πιάτο!) καί τά καλομαγειρεμένα πουλιά (2ο πιάτο!) ὁ παπποῦς ἄρχισε κακόφωνα νά ψάλλει «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε» καί ἄλλα πού δέν ἐνθυμοῦμαι πιά. Μετά ἦρθε ἡ σειρά τοῦ πατέρα πού ἦταν καλλίφωνος καί ὁλοκλήρωσε τήν αὐτοσχέδια λειτουργία. Κι ἔπειτα πέσαμε μέ τά μοῦτρα στό φαγητό! Ἦταν ἕνα ἀπό τά ὡραιότερα δεῖπνα πού ἔφαγα στή ζωή μου. Ἀλλά τή μεγάλη ἀδελφή μου καί μένα μᾶς εἶχε κυριεύσει ὁ ὕπνος! Ἡ μητέρα μας σήκωσε στήν ἀγκαλιά της καί μᾶς ἔβαλε στά κρεβατάκια μας. Τό πρωί σάν ξύπνησα τό σπίτι ἦταν ἄδειο. Σηκώθηκα κι εἶδα τή μάνα μου νά φέρνει κλαδιά ἀπό μυρτιά ἀπό τό παρακείμενο ρέμα, γιά νά στολίσει τούς τοίχους τοῦ καλυβιοῦ. Χριστούγεννα σήμερα! Ἐγώ τρίβοντας τά μάτια μου κι ἀκόμα νυσταγμένος τή ρώτησα:

– Λώ μάνα, ποῦ εἶναι ὁ Χριστός;

Καί κείνη μοῦ ἀποκρίθηκε:

– Πῆγε, παιδί μου, νά φέρει στόν κόσμο ΕΙΡΗΝΗ…!



Πηγή: Σαράντος Ι. Καργάκος

Ίσως σας ενδιαφέρουν…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

The maximum upload file size: 64 MB. You can upload: image, audio, video, document, spreadsheet, interactive, text, archive, code, other. Links to YouTube, Facebook, Twitter and other services inserted in the comment text will be automatically embedded. Drop file here