Η ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ
Τὰ περιβόλια ἀπὸ τὴ μιά, τ’ ἀμπέλια ἀπὸ τὴν ἄλλη,
κ’ ἡ δημοσιὰ κακόστρωτη καὶ χιλιοπατημένη·
στὴ μέση μιὰ κατόχρονη βαλανιδιὰ μεγάλη
πάντα σὰ νὰ ξαπλώνεται, πάντα σὰ ν’ ἀνεβαίνῃ.
Μὰ κάτου ἀπὸ τὸν ἴσκιο της τὴν ὥρα ποὺ περάσῃς,
ὅσα μπροστά, ὅσα γύρω σου τὰ χάνεις, τὰ ξεχνᾶς,
κ’ αἰστάνεσαι σὰ νἄγγιξες μέσ’ στὴν καρδιὰ τῆς πλάσης,
καὶ μὲ τοῦ δάσους τὸ κρασὶ τὸ πράσινο μεθᾶς.
Φτάνει ἕνα δέντρο στὸ ναὸ τῆς Φύσης νὰ σὲ μπάσῃ,
καὶ φτάνει, γιὰ νὰ τὴ χαρῇς τὴν ἄνοιξη, μιὰ γάστρα·
γιὰ νὰ σὲ φάῃ δρακόντισα κ’ ἡ ἀγάπη,—ἕνα κοράσι·
λίμνη, καὶ μοῦ καθρέφτιζες τὸν οὐρανὸ μὲ τ’ ἄστρα.
Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Ε΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ
Ἑλλήνων Φῶς
