Ο ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Ὁ Ἀντιφωνητὴς λέει:
Δὲν σκαμπάζω γρῦ ἀπὸ προπατορικὰ ἀμαρτήματα καὶ ἄλλα τῶν Δυτικῶν ἐφευρήματα. Ὅμως ἀλήθεια ἐκεῖ μακριὰ στὴ δροσιὰ τῶν πρώτων ἡμερῶν πρὶν ἀπὸ τὸ καλύβι τῆς μητέρας μας τί ὡραῖα ποὺ ἦταν!
Τὰ λευκὰ τῶν ἀγγέλων σὰν νὰ τὰ θυμᾶμαι κλεῖναν μπροστὰ μὰ τ' ἄφηναν ξεκούμπωτα ἴδια κορίτσια μὲ ποδιὲς ἀπ' αὐτὰ ποὺ δουλεύουνε στὰ κομμωτήρια θαῦμα —καὶ ὅλα τὰ γεράνια σ' ἕνα μακρὺ πεζούλι ἀσβεστωμένο γυρισμένα στὸν ἄνεμο ἔβλεπες ν' ἀλέθουνε ἀσταμάτητα τὴ μαύρη ψίχα τοῦ ἥλιου.
Μέρες νωπὲς στὴν ὄμπρα καὶ στὴ σιέννα πού 'μοιαζε τὸ νησὶ μ' ἕνα Λασήθι ἀπέραντο ἐλαφρὺ καὶ ἀπιθωμένο μόλις πάνω σὲ μιὰ θαμπωτικὴ θρυψαλλιασμένη θάλασσα.
Τό 'να πόδι πάνου στ' ἄλλο στὴν ἀμμουδιὰ ποὺ ρίγωνε ὁ ἀέρας ὅλο σπίθα χρυσὴ ἀπ' τοὺς φτερνιστῆρες νὰ καλπάζουν ἔβλεπα θυμᾶμαι κορίτσια τοῦ σιρόκου μὲ δροσεροὺς γλουτοὺς ξετυλίγοντας ἕνα μαλλὶ ἀπὸ κύτισο· κι ἡ καρδιά μου ἀντίκρυ στὰ γυμνὰ βουνὰ ντούκου-ντούκου ἀντηχοῦσε καθὼς μπενζινοκάικο.
Ἤτανε στὸν καιρὸ τοῦ Φύλλου τοῦ Γυαλιστεροῦ ὅπου βασίλευαν ὁ Στάθης κι ἡ Μηριόνη. Τὶς νύχτες εἶχα νόημα — τό 'δινα σ' ὃλα τ' ἀηδόνια κι ἦταν ὁ ὕπνος ὁ γλυκὸς γιομάτος μισοφέγγαρα ρυάκια σὲ ντὸ μείζονα γιὰ βιολιὰ ντ' ἀμόρε.
Ἢτανε μαργαρίτες ποὺ τὶς ἔτρωγες κι ἄλλες ποὺ ἀνάβανε μὲς στὸ σκοτάδι σὰν βεγγαλικά· μουγκρίζανε οἱ ἀφάνες κι ἔκαναν τὸν ἔρωτα· κάτω ἀπ' τὰ πόδια σου περνούσανε ἄστρα σὰν κοπάδια ψαριῶν καὶ τὸ μπουγάζι μπλὲ βαθὺ προχωροῦσε στὰ σπλάχνα σου — τί ὡραῖα ποὺ ἦταν!
Οἱ ἄγγελοι μὲ πειράζανε· πολλὲς φορὲς συναγμένοι γύρω μου ρωτούσανε: «τί ἔστιν πόνος;» καὶ «τί νόσος;» καὶ διόλου δὲν ἤξερα. Δὲν ἤξερα δὲν εἶχα κὰν ποτέ μου ἀκούσει γιὰ τὸ Δέντρο ἀπ' ὅπου μπῆκε ὁ θάνατος στὸν κόσμο. Λοιπόν; Ἦταν ἀλήθεια ὁ θάνατος; Ὄχι αὐτός — ὅ ἄλλος ποὺ θὰ 'ρθει μὲ τὸ πρῶτο κλάμα τοῦ νεογέννητου; Ἦταν ἀλήθεια τὸ ἄδικο; Ἡ μανία τῶν ἐθνῶν; Καὶ ὁ μόχθος νύχτα-μέρα;
Στὴν εὐνὴ τῶν βοτάνων βύζαινα τὴ λουίζα κι οἱ Ἀρχάγγελοι ὅλοι Μιχαὴλ Γαβριὴλ Οὐριὴλ Ραφαὴλ Γαβουδελὼν Ἀκὴρ Ἀρφουγιτόνος Βελούχος Ζαβουλέων γελούσανε σαλεύοντας τὶς χρυσὲς τους κεφαλὲς καθὼς ἀραποσίτια· ξέροντας πὼς ὁ μόνος θάνατος ὁ μόνος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφτιαξαν μὲ τὸ νοῦ τους οἱ ἄνθρωποι
Καὶ τὸ μεγάλο ψέμα τους, τὸ Δέντρο δὲν ὑπῆρχε.
Τὴν ἀλήθεια τὴν «φτιάχνει» κανεὶς ἀκριβῶς ὅπως φτιάχνει καὶ τὸ ψέμα.
Πηγή: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, ΙΚΑΡΟΣ