Η Νίκη της Ζωής επί της Φθοράς: Το Έπος του Στυλιανού Κυριακίδη

Στυλιανός (Στέλιος) Κυριακίδης

Το 1946, ο 36χρονος Στυλιανός Κυριακίδης αποφάσισε να συμμετάσχει στον 50ό Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης, ανταποκρινόμενος σε μια τιμητική πρόσκληση που έμελλε να αλλάξει την πορεία μιας ολόκληρης χώρας. Η απόφασή του δεν ήταν απλώς μια αθλητική επιλογή, αλλά μια πράξη απόλυτης πνευματικής εξέγερσης ενάντια στη βιολογική φθορά που είχε επιβάλει η Κατοχή. Με το σώμα του εξασθενημένο και υποσιτισμένο, έχοντας να αγωνιστεί σε Μαραθώνιο πέντε ολόκληρα χρόνια, ο Κυριακίδης κλήθηκε να νικήσει πρώτα την ίδια του τη φυσική κατάσταση. Η σύζυγός του, Ιφιγένεια, τον προειδοποιούσε με απόγνωση πως «έτσι κοκκαλιάρης που είσαι θα πεθάνεις», όμως εκείνος, με μια θέληση που άγγιζε τα όρια του μεταφυσικού, ξεκίνησε προπονήσεις μέσα στα χιόνια, φτάνοντας συχνά στη λιποθυμία. Τα εμπόδια που συνάντησε ήταν μια μικρογραφία της ταλαιπωρημένης Ελλάδας: ο Σ.Ε.Γ.Α.Σ. αδυνατούσε να εκδώσει πιστοποιητικό αθλητή και η βίζα φάνταζε ακατόρθωτο όνειρο, μέχρι που η παρέμβαση του πρόξενου άνοιξε τον δρόμο. Για να καλύψει το κόστος του εισιτηρίου, πούλησε τα ελάχιστα υπάρχοντα του σπιτιού του, την ηλεκτρική κουζίνα και το ραδιόφωνο, ενώ όταν παρέλαβε μια επιταγή χιλίων δολαρίων από τη Δ.Ε.Η. όπου εργαζόταν, η ταραχή του ήταν τόσο μεγάλη που ξέχασε ακόμη και να ευχαριστήσει. Η αγανάκτησή του μπροστά στην άρνηση της τράπεζας να του δώσει συνάλλαγμα, όπου βροντοφώναξε πως αγωνίζεται για τη γαλανόλευκη και δεν είναι τυχοδιώκτης, ήταν το πρώτο σπριντ ενός αγώνα που θα τελείωνε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Εκεί, στους δρόμους της Βοστώνης, ο Κυριακίδης έπαψε να είναι ένας θνητός αθλητής και μεταμορφώθηκε σε μια ζωντανή ιδέα, σε έναν σύγχρονο ημίθεο που μετέτρεψε την εξαθλίωση σε μεγαλείο. Υπήρξε ο φτερωτος άγγελος μιας ρημαγμένης πατρίδας, που με κάθε διασκελισμό του έραβε τις πληγές ενός ολόκληρου λαού, αποδεικνύοντας πως η ελληνική ψυχή δεν μετριέται με σάρκα και οστά, αλλά με το φως που αναβλύζει όταν όλα γύρω είναι σκοτάδι. Δεν έτρεχε με τους μυς του, αλλά με τις προσευχές εκατομμυρίων πεινασμένων, με το πείσμα εκείνων που δεν λύγισαν μπροστά στο απόσπασμα και με την ιερή μανία ενός ανθρώπου που ένιωθε πως στις σόλες των παπουτσιών του πατούσε ολόκληρη η ιστορία του Γένους. Η νίκη του δεν ήταν μια απλή επικράτηση επί των αντιπάλων του, αλλά ένας παγκόσμιος ύμνος στην ανιδιοτέλεια και την αξιοπρέπεια, μια υπενθύμιση πως ο άνθρωπος γίνεται αθάνατος μόνο όταν η καρδιά του χτυπά για τον πλησίον.

Όταν έφτασε στη Βοστώνη, η εμφάνισή του προκάλεσε σοκ στους γιατρούς, οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό του τη «φθορά» και προέβλεπαν τον θάνατό του πάνω στη διαδρομή. Εκείνος όμως, κουβαλώντας τη μνήμη της αποτυχίας του 1930 και το χρέος προς τα επτά εκατομμύρια των πεινασμένων Ελλήνων, υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για τη ζωή του. Ζήτησε να αγωνιστεί με τον τυχερό του αριθμό, το 7, και του δόθηκε το 77—ένας αριθμός που θα τον ακολουθούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στις 20 Απριλίου 1946, η εκκίνηση του Μαραθωνίου σήμανε την έναρξη μιας ανθρωπιστικής σταυροφορίας. Ο Κυριακίδης, ακολουθώντας την πρωτοποριακή για την εποχή τακτική του, κοιτούσε μόνο μπροστά, γνωρίζοντας πως αν ένας δρομέας κοιτάξει πίσω δίνει φτερά στον αντίπαλο. Στα τελευταία χιλιόμετρα, ενώ πάλευε με τον Τζόνυ Κέλυ, η ιαχή ενός ομογενή «Για την Ελλάδα Στέλιο μου, για τα παιδιά σου!» λειτούργησε ως η τελική καύσιμη ύλη. Τερματίζοντας πρώτος με την κραυγή «For Greece!», δεν νίκησε απλώς έναν αντίπαλο, αλλά την ίδια την απελπισία.



Ο χρόνος του, 2:29:27, αποτέλεσε μια αξεπέραστη επίδοση που διατηρήθηκε ως εθνικό ρεκόρ για 33 χρόνια και 216 ημέρες, χαρίζοντάς του μια θέση στο βιβλίο Guinness. Όμως η πραγματική του νίκη ξεκίνησε μετά τη γραμμή του τερματισμού. Αρνούμενος κάθε προσωπική αμοιβή ή καριέρα στο Χόλιγουντ, μετέτρεψε τη δόξα του σε «Πακέτο Κυριακίδη», συγκεντρώνοντας 250.000 δολάρια και τόνους τροφίμων και φαρμάκων που έσωσαν χιλιάδες ζωές. Η επιστροφή του στην Αθήνα τον Μάιο του 1946 προκάλεσε μια πρωτοφανή λαοθάλασσα ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, ενώ η φωταγώγηση της Ακρόπολης προς τιμήν του σηματοδότησε τη νίκη του φωτός επί του σκοταδιού της Κατοχής. Ο Στυλιανός Κυριακίδης, ο άνθρωπος που χρησιμοποίησε τον αθλητισμό ως την ύψιστη μορφή ανθρωπιστικής διπλωματίας, ολοκλήρωσε τη δική του διαδρομή το 1987. Πέθανε σε ηλικία 77 ετών, σφραγίζοντας με αυτόν τον σημαδιακό αριθμό την απόλυτη ταύτιση της ζωής του με τη φανέλα που τον οδήγησε στην αιωνιότητα, υπενθυμίζοντάς μας πως η ζωή πάντα θα θριαμβεύει επί της φθοράς όταν τρέχει για έναν ανώτερο σκοπό.


Ίσως σας ενδιαφέρουν…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

The maximum upload file size: 64 MB. You can upload: image, audio, video, document, spreadsheet, interactive, text, archive, code, other. Links to YouTube, Facebook, Twitter and other services inserted in the comment text will be automatically embedded. Drop file here