Χριστούγεννα: Λαγός, Ξυλοκάρβουνα

Πηγή φωτογραφίας: ΑΒΕΡΩΦ Διαδικτυακό Θωρηκτό

Μια πραγματική ιστορία από το βιβλίο ΚΥΡΙΑΚΙ του Ανδρέα Σ. Τσούρα*


Διηγείται ο γυιος του Λουκά Γιάννη Κουτού, Γιάννης ο Χασάπης:

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ο πατέρας μου, μαζί με τον μικρό αδελφό μου Νίκο πήγαιναν για κανένα λαγό, να κάνουν λίγο αλεύρι για τις γιορτές.

Είχαν τρεις μέρες που δεν κατάφεραν να βαστάξουν ένα ζλαπ. Τίποτα! Έπρεπε όμως κατιτίς να κάνουν, μεγάλη οικογένεια ήταν, έπρεπε να βρεθεί λίγο αλεύρι για τα Χριστούγεννα. Να μη στα πολυλέω, Μπαρμπαντρέα.

— Όχι Μπαρμπαντρέα!

Δεν τους άφηνα να με λένε μπάρμπα. Ήθελα να με λένε θείο.

— Συγγνώμη Μπαρμπαντρέα, ωχ, θείο!

Σηκώνονται και πάνε σ' ένα τόπο που τον λένε «Αρνέρες», να κάνουν κάρβουνα, να τα πουλήσουν.

Αφού μετά από δέκα-δώδεκα μέρες, που λες, έβγαλαν τρία φορτώματα, τα φόρτωσαν σε τρία μουλάρια. Έτοιμοι. Πριν ξημερώσει ξεκίνησαν για την αγορά της Λεβαδιάς. Στο δρόμο, στη Λάκκα της Σούρπης, τους πιάνει ο δασικός, με το πιστόλι στο χέρι.

— Προχωρείται μπροστά, τα κάρβουνα κατάσχονται.

Μαύρη απελπισία, που λες θείε. Πάνε τα μεροκάματα, τα ξενύχτια. Πάει και το αλεύρι, πάνε και τα Χριστούγεννα, σκεφτόταν ο πατέρας μου. Πλησίασε το Νίκο και του λέει αρβανίτικα:

— Κτ' κτού ό τέ κούντ ού, πό τ' κές μέντ τ' ρούχες.
Αυτόν εδώ θα τον καταφέρω εγώ, να έχεις το νου σου, να φυλάγεσαι.

— Όχι αρβανίτικα! Μη μιλάτε αρβανίτικα!

Λοιπόν που λες θείε, ας προχωρήσουμε τώρα στον πατέρα μου. Πλησιάζει ένα φόρτωμα και, με σύμμαχο το σκοτάδι, βάζει με τρόπο τα χέρια του από τη μια μεριά και τα τσουβάλια με τα κάρβουνα βρέθηκαν να κρέμονται δεμένα στο σαμάρι κάτω από την κοιλιά του μουλαριού. Έκανε πως προσπαθούσε να τα φέρει στη θέση τους.

Κάποια στιγμή, ο δασικός πάει να τον βοηθήσει.

— Ο Χριστός τον στέλνει εδώ, είπε ο πατέρας μου.

Κάπως κάλιασε, του αρπάζει το πιστόλι, τον βάζει κάτω, του βάζει το γόνατο στο στήθος και με το πιστόλι στα χέρια, έχει γίνει άλλος άνθρωπος. Τρίζει τα δόντια του που δεν μπορεί να τον συγυρίσει όπως αξίζει.

— Μη μιλάς, γιατί θα σε σκοτώσω —στον αδελφό του—.

— Βλα μπλίδι δε ν' χόρ, ατί τσ' κέμι θ'ν.
— Αδελφέ, μάζεψέ τα και στη Λεβαδιά, εκεί που είπαμε, να ξεφορτώσεις.

Αφού σκαπέτισε ο Νίκος με τα ζα, λέει στον Δασικό:

— Εσύ, θα καθίσεις εδώ. Είμαι αποφασισμένος, φτωχός και πεινασμένος. Τώρα εγώ θα πάω πέρα κει σ' α αυτή την πέτρα, τη βλέπεις;

— Ναι, τη βλέπω.

— Εκεί θα αφήσω το πιστόλι και μόλις σκαπετίσω, θα πας να το πάρεις.

Εκείνη την ώρα κατέβαιναν άλλοι συγχωριανοί με κάρβουνα. Τους φωνάζει:

— Περάστε γρήγορα! Γρήγορα στη Λεβαδιά, να ξεφορτώσετε, αυτό το σκυλί το έχω εδώ.

Αφού πέρασαν και τα υπόλοιπα φορτώματα τον ευχαρίστησε, του είπε Καλά Χριστούγεννα, πήγε στην πέτρα, άφησε το πιστόλι και έγινε άμουρος...

Στη Λεβαδιά, από καιρό μετά, αντάμωσαν τα βλέμματά τους, αλλά δε γνωριζόμαστε!


*Ο Κυριακιώτης , Ανδρέας Σπύρου Τσούρας ήταν λογοτέχνης και ποιητής, πτυχιούχος της Ακαδημίας Κινηματογράφου. Μια προσωπικότητα των γραμμάτων που τίμησε όσο λίγοι τον τόπο της καταγωγής του, αφήνοντας – ενδεικτικά – πίσω του ποιήματα σαν κι` αυτό που δημοσιεύθηκε στην έκδοση «Κυριάκι» (2006) αφιερωμένο στο χωριό του:

«Κυριάκι μου,
Σου έχω δώσει όλη την ψυχή μου
Μη στεναχωριέσαι, όταν έλθει ο Χάρος
Δε θα βρει τίποτα να μου πάρει»…

Συνελήφθη και φυλακίστηκε από τα στρατεύματα κατοχής και δραπέτευσε από το Γερμανικό Στρατόπεδο Ομήρων Δομοκού. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε ιδρυτής του "Βοιωτικού Μεταλλίου Ουρανίας και Ανδρέα Τσούρα" που έχει δοθεί μεταξύ άλλων στο Π. Χάρη, τον Τ. Λάππα, τον Κ. Κονοφάγο, τον Δ. Γιάκο και τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του περιοδικού "Θεσσαλική Εστία". Έγραψε ποίηση, δοκίμια και θέατρο και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Δημοσίευσε τα πρώτα ποιήματά του το 1950 με τον τίτλο "Συνομιλία με τους ανέμους". Έκτοτε εξέδωσε αρκετές ποιητικές συλλογές. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ουγγαρέζικα και πολωνικά. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει ο Σ. Βενάρδος, ο Β. Μακρίδης και ο Θ. Σακελλαρίου. Η ποίησή του διακρίνεται για την ουμανιστική και λυρική της ευγένεια. Διατέλεσε πρόεδρος του πανελλήνιου βραβείου λογοτεχνίας "Έπαθλο Τσάκαλου".


Πηγή: ΑΝΔΡΕΑ Σ. ΤΣΟΥΡΑ, ΚΥΡΙΑΚΙ (Ελληνες Αρβανίτες - Αρχαίο Φλυγόνιο - Απόπειρα Ιστορικής Ιχνηλασίας) ΕΚΔΟΣΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΟΥ 2006

Κεφάλαιο τρίτο, ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Αντιγραφή: Ἑλλήνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *