ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Προσωπογραφία του Γεωργίου Δράκου, ελαιογραφία σε μουσαμά του Θ. Δράκου.
Πηγή: ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Γεώργιος Δράκος. Ὄνομα και πρᾶγμα. Λεβένταρος ἀρματωλός· μόνον τὸ μουστάκι του βλέπω καὶ ἐξαίρεται τὸ φρόνημά μου. Σουλιώτης βουτηγμένος ἀπὸ τὴν κεφαλὴν ὡς τὰ νύχια εἰς τὸν σουλιωτισμόν.

Ἐνῷ ἐπολιόρκουν οἱ Τουρκαλβανοὶ τὸ Σοῦλι, διηγεῖται κάπου εἶς ἐκ τῶν χρονογράφων τῆς Ἐπαναστάσεως, μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Ἀλήπασα, οἱ Τοῦρκοι ἐδοκίμασαν νὰ κυριεύσουν ἐξ ἐφόδου τὴν πηγὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑδρεύοντο οἱ Σουλιῶται· ὀλίγοι καὶ ἀπρόσεκτοι ἦσαν πρότερον οἱ φρουροῦντες αὐτήν. Ἀλλ' ἔτρεξεν ὁ Γεώργιος Δράκος μὲ δ ε κ α ο κ τ ώ. Περικυκλώνεται ἀπὸ ἕξ χιλιάδας· τόσην βεβαιότητα εἶχαν οἱ Τοῦρκοι ὅτι θὰ τὴν ἔπαιρναν τὴν πηγήν, ὥστε μετακόμισαν ἐκεῖ τὰς σκηνάς των καὶ μέγα μέρος τῶν ἀποσκευῶν διὰ νὰ στρατοπεδεύσουν. Ἀλλ' οἱ δεκαοκτὼ ἐπανειλημμένων ἀποκρούουν τοὺς ἑξακισχιλίους!

Οἱ Σουλιῶται ἀπὸ μέσα εἰς τὸ φρούριον, βλέποντες τὸν κίνδυνον, ἐξορκίζουν τὸν ἀρχηγὸν Νότην Μπότσαρην, νὰ δράμῃ πρὸς σωτηρίαν· ἀλλ' ὁ Νέστωρ ἀπαντᾷ:

— Μὴ φοβάστε· ὁ Γεωργάκης δὲν ντροπιάζεται. Θὰ πολεμήσῃ σὰν λιοντάρι, κι ἂν δὲν μπορέσουμεν ἐμεῖς νὰ τὸν γλυτώσουμε, θὰ σωθῇ μόνος του.

Ἀλλ' ὅμως ἐξῆλθεν ὁ Νότης, καὶ ἐνίκησαν οἱ Σουλιῶται, καὶ ἀνεκηρύχθη ὡς ἥρως τῆς νίκης ὁ Δράκος.

Ὁ Χριστόφορος Περραιβός, περιγράφων εἰς τὰ ἡροδότεια «Πολεμικὰ Ἀπομνημονεύματά» του τὴν ἔφοδον τῶν Σουλιωτῶν κατὰ τῆς Μπογόριτζας, ὀχυρᾶς θέσεως, πλησίον τοῦ Σουλίου, φυλαττομένης ἀπὸ πεντακοσίους ἀνδρείους Γκέκηδες, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821, λέγει: «Τόσον οἱ Σουλιῶται ὅσον καὶ οἱ ἐκ τῶν πέριξ τοῦ Σουλίου χωρίων ἐδείχθησαν χωρίς ἐξαίρεσιν ἀνδρεῖοι καὶ τολμηροί· ἴσως χρεωστεῖται ἕνας ξεχωριστός ἔπαινος εἰς τὸν Γεώργιον Δράκον, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ νὰ ἐκρήμνισε πρῶτος τὸν τοῖχον, καὶ μολονότι ἐπληγώθη κατά τε τὸν μηρὸν καὶ τὴν χεῖρα ἀπὸ χειροπληθεῖς λίθους καὶ διέκειτο ἐκτάδην ὀδυνόμενος, οὐ μόνον δὲν ἄφησε νὰ τὸν ἀπομακρύνωσιν ἐκεῖθεν, ἀλλ' ἐφώναζε πρὸς τοὺς συντρόφους του τό: «Μέσα, μέσα, ζωντανούς, ζωντανούς!»

Καὶ πάλι ὁ αὐτός, ἐξιστορῶν τὸ πρὸ τῆς μάχης, σημειώνει τὰ ἑξῆς: «Συνέβη τις ἔρις μεταξὺ Γεωργίου Δράκου καὶ Μάρκου Μπότσαρη περὶ ἀτομικῶν ἀνδραγαθιῶν καὶ πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεων· ὁ Δράκος διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῇ εἰς τοιαύτας φιλονεικίας (καὶ μάλιστα, διότι ἧσαν ἐν τῷ κινεῖσθαι), εἶπε πρὸς τὸν Μπότσαρην τὰ ἑξῆς: «Φίλε, τὰ τιμημένα παλληκάρια δὲν καυχῶνται· ἰδοὺ ἡ Ρόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα!» Μετὰ τοὺς λόγους τούτους διέβησαν τὸν ποταμόν...» Εἰς τὴν μάχην τῶν Πέντε Πηγαδιῶν, τὴν 27 Ἰουλίου 1821, ὁ Δράκος ὡς ἀρχηγὸς πρωτηγωνίστηκε μὲ μόνον τριακόσιους. «Περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν τῆς ἑσπέρας ἐνῷ πάντες σχεδὸν οἱ στρατιῶται ἐκοιμῶντο ὑπὸ τὰς σκιὰς τῶν δένδρων, ἐπαρουσιάσθη πρὸς τὸν ἀρχηγὸν εἷς ἐκ τῶν δύο σκοπῶν καὶ τοῦ εἶπε ταύτα: «Γενναιότατε Ἀρχηγέ! οἱ Τοῦρκοι ὁλοένα μᾶς πλησιάζουν· καὶ ἡμεῖς, ἀπεκρίθη ὁ Ἀρχηγός, ἀνυπομόνως τοὺς προσμένομεν».

Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1825 ὀλίγον πρὸ τῆς μάχης τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, πλησίον τῆς Ἀμφίσσης, ὁ Δράκος εὑρεθεὶς τυχαίως εἰς τὸ χωρίον Κολοβάταις μὲ τοὺς στρατιώτας του, συμπλέκεται ἀπροσδοκήτως μὲ τοὺς Τουρκομακεδόνας· ἀνθίσταται ἀνδρείως καὶ φονεύει ἐξ αὐτῶν ἑπτά. Ἀλλ' ὑπὸ τὴν ἀρχιστρατηγίαν τοῦ Καραϊσκάκη ὁ ὁπλαρχηγὸς Δράκος ἀνέπτυξε πλήρη τὴν ἀθλοφόρον ἐνέργειαν αὐτοῦ. Πρωτηγωνίστησεν εἰς τὴν μεγαλεπήβολον ἐκστρατείαν τοῦ Καραϊσκάκη ἀνὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδαν· συντέλεσεν, ὡς οὐδείς, εἰς τὰς νίκας ἐκείνου. Ἀρχηγὸν τῆς πολιορκίας τῶν Σαλώνων τὸν Δράκον ἐγκατέστησεν ὁ Ἀρχιστράτηγος· καὶ ὅταν εἰς τὸ Δίστομον ἐπῆλθον κατὰ τῶν ὀχτρωμένων ἐκεῖ Ἑλλήνων ὁ πασσᾶς τῆς Καρύστου καὶ ὁ Καροφίλμπεης, ἦλθεν ὁ ὁπλαρχηγὸς Δράκος ἀπὸ τὴν Ἄμφισσαν μὲ διακόσιους, καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ Καροφίλμπεη, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, καὶ συντέλεσεν εἰς τὴν πρώτην νίκην τοῦ Διστόμου, μετὰ δεκάωρον, μάχην, ὅπως διεκρίθη καὶ εἰς τὰς ἄλλας δύο ὀνομαστὰς μάχας, τῶν ὁποῖων ἀποτέλεσμα ἦτον ἡ διάλυσις τοῦ περὶ τὸ Δίστομον στρατοπέδου τοῦ Ὀμέρ πασσᾶ.

Καὶ ὅταν εἰκοσιτέσσαρας ὥρας μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καραϊσκάκη τὸ ἄνθος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ βαδίζον, ἐξ ἀφροσύνης τοῦ Κόχραν, κατὰ τῆς Ἀκροπόλεως, κατεστράφη πλησίον τῆς Καλλιρόης ὑπὸ τοῦ Κιουταχῆ, καὶ ἐφονεύθησαν πάντες οἱ ὁπλαρχηγοὶ μετὰ ὀκτασίων μαχητῶν, ἐκ τῶν ὁπλαρχηγῶν δύο μόνον ἐζωγρήθησαν: ὁ Καλλέργης καὶ ὁ Δράκος, ἀφοῦ συνετρίβη ὁ δεξιὸς βραχίων του. «Διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Δράκου, διηγεῖται πάλιν ὁ Περραιβός, πολλοὶ φίλοι του Τουρκαλβανοί, καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς φήμης τοῦ ἀνδρὸς ἐρεθιζόμενοι ἐμεσίτευσαν· ἀλλ' ὁ Ἀρχιστράτηγος, τἀναντία φρόνων ὑπεσχέθη κατ' ἐπιφάνειαν νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ ἀφοῦ ἰατρευθῇ εἰς τὴν Εὔβοιαν· καθ' ὁδὸν ὅμως ἐθανάτωσαν αὐτὸν οἱ φύλακες διὰ προσταγῆς του, κοινολογήσαντες ὅτι ἔγινεν αὐτόχειρ διὰ τοῦ ὅπλου ἑνὸς φύλακος. Πολλοὶ πρὸς τούτοις ὡμολόγησαν ὅτι δὲν ἐδέχετο ἀντιφάρμακον τῆς πληγῆς του, νομίζων περιττὴν καὶ κατῃσχυμένην εἰς τὸ ἑξῆς τὴν ὕπαρξίν του».



Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος IΣΤ΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΠΑΝΘΕΟΝ, ΟΙ ΚΑΤΑ ΞΗΡΑΝ ΗΡΩΕΣ

Ἑλλήνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *