Η επανάσταση του Σπάρτακου


Η πόλη της Καπύης ήταν περίφημη για τις σχολές μονομάχων που φιλοξενούσε, οι περισσότεροι των οποίων ήταν γαλατικής και θρακικής καταγωγής.

Διακόσιοι σκλάβοι, μεταξύ αυτών και ο Σπάρτακος, κατέστρωσαν ένα σχέδιο απόδρασης που όμως διέρρευσε. Ωστόσο μερικές δεκάδες μονομάχων (78 κατά τον Πλούταρχο, 70 κατά τον Αππιανό, 50 κατά τον Κικέρωνα, περί τους 30 κατά τον Φλώρο) κατάφεραν να δραπετεύσουν (73 π.Χ.), χρησιμοποιώντας ως όπλα μαγειρικά σκεύη. Στο δρόμο λήστεψαν μια εφοδιοπομπή που μετέφερε οπλισμό μονομάχων σε κάποια άλλη πόλη. Έπειτα κατέφυγαν στις πλαγιές του Βεζούβιου, απ’ όπου διενεργούσαν επιδρομές λεηλατώντας τα γειτονικά κτήματα. Ο Σπάρτακος αναδείχθηκε σε αρχηγό τους, ενώ από τους υπόλοιπους ξεχώρισαν οι Γαλάτες Κρίξος και Οινόμαος.

Ο αριθμός των επαναστατών άρχισε να μεγαλώνει καθώς στις τάξεις τους προσχωρούσαν δούλοι, άποροι και κατατρεγμένοι, μεταξύ αυτών και πλήθος γυναικόπαιδων.

Ο Σπάρτακος και οι μονομάχοι-σύντροφοί του ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους οπαδούς τους κι έτσι γύρω από τον πυρήνα τον μονομάχων δημιουργήθηκε, σε λίγες εβδομάδες, ένας μικρός στρατός. Οι πρώην δούλοι εκτελούσαν επιδρομές και επιθέσεις εναντίον ολιγομελών ομάδων ταξιδιωτών, αποκομίζοντας στρατιωτικό οπλισμό με τον οποίο αντικαθιστούσαν τον οπλισμό των μονομάχων που τον θεωρούσαν υποτιμητικό.

Οι Ρωμαίοι αρχικά αντέδρασαν με νωθρότητα, θεωρώντας ότι πρόκειται για ακόμα μία από τις πολλές μικροεξεγέρσεις δούλων. Έτσι έστειλαν εναντίον τους έναν στρατό 3.000 βιαστικά στρατολογημένων και ανεπαρκώς εκπαιδευμένων ανδρών υπό τον πραίτορα Γάιο Κλαύδιο Γλάβρο ή Πούλχρο (Gaius Claudius Glaber). Εξάλλου ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους ήταν απασχολημένος σε μέτωπα μακριά από την Ιταλία.

Ο Πομπήιος (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) προσπαθούσε να καταστείλει την επανάσταση του Σερτώριου στην Ισπανία και ο Λούκουλος (Marcus Terentius Varro Lucullus) μαχόταν εναντίον τού βασιλιά τού Πόντου Μιθριδάτη στην ανατολή.

Ο στρατός του πραίτορα εγκλώβισε τους επαναστάτες σε μια απότομη πλαγιά του Βεζούβιου. Αυτοί όμως με μια παράτολμη ενέργεια καταρριχήθηκαν από την απόκρημνη και αφύλαχτη πλευρά με τη βοήθεια αυτοσχέδιων σχοινιών από κλήματα. Ακολούθως αιφνιδίασαν και εξολόθρευσαν το σύνολο σχεδόν των Ρωμαίων μαζί με τον διοικητή τους. Παρόμοια τύχη είχε και μια μεγαλύτερη δύναμη υπό τον πραίτορα Πόπλιο Βαρίνιο (Publius Varinius). Οι υποδιοικητές του έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ο ίδιος μόλις και μετά βίας διέφυγε και το ρωμαϊκό στρατόπεδο λεηλατήθηκε.

Από αυτές τις νίκες ο στρατός των εξεγερμένων αποκόμισε πλήθος λαφύρων και κυρίως στρατιωτικό οπλισμό. Μέχρι την άνοιξη του επόμενου χρόνου (72 π.Χ.) ο Σπάρτακος είχε καταστεί κύριος της Καμπανίας, λεηλατώντας παραλιακές πόλεις της περιοχής. Μάλιστα το Μεταπόντιο καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι τάξεις των δούλων τώρα πυκνώνουν με μεγαλύτερο ρυθμό, φτάνοντας τις 70.000 κατά τον Αππιανό. Μάλιστα συγκροτείται και πολυάριθμο ιππικό από τους βοσκούς και τους ζωοκλέφτες της Λευκανίας.

Κατόπιν τούτου οι Ρωμαίοι αντελήφθησαν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν έναν καλά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό και έστειλαν εναντίον των δούλων τους υπάτους Γέλλιο Ποπλικόλα (Lucius Gellius Publicola) και Λέντουλο Κλαυδιανό (Gnaeus Cornelius Lentulus Clodianus) με δυνάμεις δύο λεγεώνων έκαστος, καθώς και ένα ισχυρό επικουρικό σώμα υπό τον Κόιντο Άρριο. Εν τω μεταξύ, ο μεγάλος αριθμός των επαναστατών οδήγησε αναπόφευκτα σε διάσπαση. Επίσης ο Σπάρτακος ήθελε να αποφύγει ανοιχτή μάχη με τα σαφώς πιο οργανωμένα και πειθαρχημένα ρωμαϊκά στρατεύματα και να οδηγήσει τους οπαδούς του σε τμήματα προς τον Βορρά απ’ όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους (Γαλατία, Γερμανία, Βαλκάνια κ.α.). Ήξερε ότι ο στρατός του δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ρωμαϊκές λεγεώνες επί ίσοις όροις και πως όταν η Ρώμη, μετά την αρχική της νωθρότητα και απραξία, αποφάσιζε να αντιδράσει, η αντίδρασή της θα ήταν αστραπιαία και αμείλικτη. Έτσι βιαζόταν να εξέλθει από τη ρωμαϊκή επικράτεια.

Δεν συμμερίζονταν όμως όλοι οι επαναστάτες τις ανησυχίες του Σπάρτακου. Ένα μεγάλο τμήμα 30.000 ανδρών, κυρίως κελτικής και γερμανικής καταγωγής ακολούθησε εντελώς δική του πορεία υπό τον Κρίξο, λεηλατώντας μικρές πόλεις και αγροκτήματα της Απουλίας χωρίς να δείχνει διάθεση να απομακρυνθεί από την Ιταλία. Ο Γέλλιος έσπευσε να τους αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη κοντά στη σημερινή Foggia και παραδόξως αρχικά ηττήθηκε χάνοντας μάλιστα και το στρατόπεδό του, που έπεσε στα χέρια των αντιπάλων του.

«Μεθυσμένοι» από την επιτυχία τους οι πρώην σκλάβοι επιδόθηκαν σε ένα όργιο κάθε είδους απολαύσεων και καταχρήσεων με αποτέλεσμα σύντομα να καταστούν ανίκανοι να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν ο Γέλλιος αντεπιτέθηκε, η μάχη μετατράπηκε σύντομα σε σφαγή στην οποία εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των σκλάβων, μεταξύ των οποίων και ο Κρίξος.

Η επιτυχία των Ρωμαίων δεν διήρκεσε πολύ. Θέλοντας να παγιδεύσουν τον κύριο όγκο των εξεγερθέντων, που υπό τον Σπάρτακο βάδιζε προς τη Βόρειο Ιταλία μέσω των Απεννίνων, οι δύο ύπατοι χώρισαν τις δυνάμεις τους, αλλά συνετρίβησαν διαδοχικά. Οι μανιασμένοι επαναστάτες καταδίωξαν ανηλεώς τους ηττημένους Ρωμαίους σκοτώνοντας πολλούς, εκδικούμενοι τον θάνατο του Κρίξου. Ίδια τύχη είχαν και οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τη μάχη. Η νικηφόρα πορεία του Σπάρτακου συνεχίστηκε καθώς ο στρατός του εισερχόταν στην εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία. Ο πραίτορας Μάντιος ηττήθηκε με τη σειρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός (10.000 άνδρες) τού διοικητή της περιοχής Γάιου Κάσσιου Λογγίνου (Gaius Cassius Longinus) διαλύθηκε από την ορμή των φυγάδων κοντά στη Mutina (σημερινή Μόντενα). Για άλλη μια φορά Ρωμαίος διοικητής διέφευγε την τελευταία στιγμή από την οργή των σκλάβων, τους οποίους οι περισσότεροι Ρωμαίοι στρατηγοί θεωρούσαν υποτιμητικό να πολεμήσουν αναζητώντας δόξα από νίκες ενάντια σε ελεύθερους λαούς. Οι πρώην σκλάβοι είχαν πλέον φτάσει στον Πάδο ποταμό και σε λίγο θα εξέρχονταν από τα όρια της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός. Υπό την πίεση των οπαδών του που είχαν εθιστεί στη λαφυραγωγία, ο Σπάρτακος δεν διέβη τις Άλπεις όπως ήθελε, αλλά επέστρεψε στην Ιταλία. Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, ένας αριθμός αμάχων κυρίως που ακολουθούσε τον στρατό του Σπάρτακου, πέρασαν τις Άλπεις και επέστρεψαν στις πατρίδες τους (χειμώνας 72-71 π.Χ.). Πάντως, οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ιταλία. Οι συνεχείς νίκες τούς οδήγησαν στο να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητές τους. Επίσης, υπολόγιζαν να περάσουν στην πλούσια Σικελία, η οποία είχε τεράστιο αριθμό σκλάβων και μετρούσε δύο μεγάλες επαναστάσεις σκλάβων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Για το σκοπό αυτό ήρθε σε συνεννόηση με Κίλικες πειρατές.

Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν δέος στη Ρώμη. Ο Σπάρτακος κατευθυνόμενος νότια βρισκόταν πολύ κοντά στην Αιώνια Πόλη. Διέλυσε και το σώμα του Κόιντου Άρριου και πλέον η Ρώμη έμοιαζε απροστάτευτη. Αλλά ο ηγέτης των μονομάχων προσπέρασε την πόλη και συνέχισε την πορεία του προς τον νότο. Εν τω μεταξύ, οργισμένη η Σύγκλητος ανακάλεσε τους δύο υπάτους και ανέθεσε την πάταξη της εξέγερσης στον πραίτορα και έμπειρο στρατηγό Μάρκο Λικίνιο Κράσσο (Marcus Licinius Crassus) στον οποίο παραχώρησε αυξημένες εξουσίες. Παράλληλα ανακάλεσε εσπευσμένα τους Πομπήιο (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) και Λούκουλο από τις εκστρατείες τους στην Ισπανία και στη Μικρά Ασία αντίστοιχα.

Με νέες δυνάμεις (40.000 άνδρες) ο Κράσσος έσπευσε προς την Καμπανία όπου υπολόγιζε ότι θα κατευθυνόταν και ο Σπάρτακος για να διεκπεραιωθεί στη Σικελία. Μήνυσε στον Μόμμιο (διοικητή των υπολειμμάτων του υπατικού στρατού που στρατοπέδευε κοντά στην Ανκόνα) να κινηθεί νότια και όταν οι δύο στρατοί ενώθηκαν ανέθεσε στον υπαρχηγό του Μόμμιο να επιτηρεί τις κινήσεις των αντιπάλων χωρίς, όμως, να δώσει μάχη. Σκόπευε να παγιδεύσει τους επαναστάτες και να τους αναγκάσει να δώσουν μάχη σε ευνοϊκή για τους Ρωμαίους θέση. Ο Μόμμιος, ωστόσο, παράκουσε τις εντολές που είχε λάβει με συνέπεια να δεχτεί ταπεινωτική ήττα. Ο Κράσσος όμως δεν απογοητεύτηκε. Αποκατέστησε την πειθαρχεία επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους επιζώντες λεγεωνάριους του Μόμμιου και επέμεινε στην καταδίωξη του Σπάρτακου, που βρέθηκε εγκλωβισμένος κοντά στο Ρήγιον (αρχές του 71 π.Χ.) καθώς οι πειρατές αφού εισέπραξαν τα ναύλα αθέτησαν τη συμφωνία. Εκεί ο Ρωμαίος στρατηγός έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν μία τάφρο και να κατασκευάσουν ένα τείχος μήκους 53 χιλιομέτρων.

Και πάλι οι επαναστάτες υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατάφεραν και ξέφυγαν από την παγίδα. Μέσα σε μια νύχτα γέμισαν με χώμα και ξύλα ένα σημείο της τάφρου και από το πέρασμα αυτό διέφυγαν προς το Βρινδήσιο (σημερινό Mπρίντιζι).

Ωστόσο η έλλειψη συνοχής μεταξύ των επαναστατών οδήγησε εκ νέου σε διάσπαση των δυνάμεών τους. Ένα τμήμα περί τις 12.000 άνδρες υπό την ηγεσία δύο Γαλατών (Γάνικος και Κέστος) αποκόπηκε από το κυρίως σώμα και επιδόθηκε σε λεηλασίες, κατά το παράδειγμα του Κρίξου. Ο Κράσσος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον τους και μολονότι οι πρώην δούλοι πολέμησαν με τη γνωστή γενναιότητα και αυτοθυσία επιφέροντας μεγάλες απώλειες στους διώκτες τους, εξοντώθηκαν σχεδόν μέχρι ενός. Χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης είναι η μαρτυρία ότι μόνον δύο από τους νεκρούς σκλάβους έφεραν θανατηφόρα τραύματα στην πλάτη. Στην συνέχεια ο Κράσσος προσπάθησε να εμπλέξει και τον κύριο όγκο των εχθρών του. Οι τελευταίοι υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατέφυγαν στα βουνά Πετέλια (σημ. Στρόμπολι) καταδιωκόμενοι από τους διοικητές του Κράσσου Σκρόφα (Gnaeus Tremellius Scrofa) και Ρούφο (Quintus Marcius Rufus). Για άλλη μια φορά ο Θράκας μονομάχος απέδειξε την στρατηγική ιδιοφυΐα του. Στράφηκε απότομα εναντίον των διωκτών με το σύνολο των δυνάμεών του. Οι έκπληκτοι Ρωμαίοι διαλύθηκαν και αποσύρθηκαν ντροπιασμένοι στο στρατόπεδό τους.

Τελική μάχη

Η τελευταία αυτή επιτυχία των δούλων ήταν μοιραία για την τύχη τους, όπως παρατηρεί ο Πλούταρχος. Τυφλωμένοι από τις διαδοχικές επιτυχίες τους, αγνόησαν ακόμα μία φορά τις υποδείξεις του Σπάρτακου και αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν να διεκπεραιωθούν στη Σικελία. Στην περιοχή όμως είχε καταφθάσει ο Λούκουλος, ενώ αναμενόταν και ο Πομπήιος. Παγιδευμένος ακόμη μία φορά ο Σπάρτακος προσπάθησε να έρθει σε κάποια συμφωνία με τον Κράσσο. Οι σύντροφοί του, όμως, αρνούνταν πλέον να αποφεύγουν τη μάχη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο υποχρέωσαν με τα ξίφη τον αρχηγό τους να τους οδηγήσει στη μάχη. Από την άλλη ο Ρωμαίος στρατηγός δεν είχε καμιά διάθεση να διαπραγματευτεί με τους σκλάβους. Ακόμη περισσότερο, επιδίωκε να δώσει την τελική μάχη (και φυσικά να νικήσει) χωρίς τη συμβολή του Λούκουλου και του Πομπήιου, ώστε να καρπωθεί μόνον ο ίδιος την επικείμενη νίκη. Παράλληλα, η Σύγκλητος πίεζε για την όσο το δυνατόν ταχύτερη καταστολή της επανάστασης και κατηγορούσε τον Κράσσο για το ότι ο πόλεμος διαρκούσε ήδη πολύ.

Η τελική μάχη έγινε στα Βασιλικάτα της Λουκανίας κοντά στις όχθες του ποταμού Σιλάρου (Νότιος Ιταλία) την άνοιξη του 71 π.Χ. Υπήρξε πολύωρη και αιματηρή. Οι επαναστάτες (περί τις 35.000 τον αριθμό) πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα κι αυταπάρνηση αλλά τελικά η συνοχή και η πειθαρχία των ρωμαϊκών στρατευμάτων έγειρε την πλάστιγγα υπέρ τους. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βρει τον Κράσσο στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ. Οι αιχμάλωτοι δούλοι, περίπου 6.000 τον αριθμό, σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού, ενώ εκτιμάται ότι οι νεκροί στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ περισσότεροι. Οι σταυροί με τα αποσυντιθέμενα πτώματα «κοσμούσαν» επί χρόνια την Αππία Οδό, προς παραδειγματισμό. Από την καταστροφή κατάφερε να διαφύγει ένα τμήμα 5.000 δούλων περίπου και κατευθύνθηκε βόρεια, αλλά διαλύθηκε από τον Πομπήιο, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στη Ιταλία. Προς μεγάλη απογοήτευση του Κράσσου, οι Ρωμαίοι επεφύλαξαν για αυτόν μόνον κάποιες επευφημίες ενώ η οριστική πάταξη της εξέγερσης πιστώθηκε στον Πομπήιο ο οποίος είχε επιπλέον το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο για τις επιτυχίες του στην Ισπανία.

Η επανάσταση του Σπάρτακου θεωρείται η μεγαλύτερη επανάσταση δούλων της ρωμαϊκής Ιστορίας. Αν και εν τέλει πνίγηκε στο αίμα, η έκταση που έλαβε και η αναστάτωση που προκάλεσε στην καρδιά, μάλιστα, της ρωμαϊκής επικράτειας, προβλημάτισε τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη που έλαβε κάποια μέτρα για την αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα περιορίστηκε ο αριθμός των δούλων που προέρχονταν από αιχμαλώτους πολέμου και αυξήθηκε ο αριθμός των δούλων που γεννιόντουσαν από δούλους γονείς. Και αυτό, επειδή οι αιχμάλωτοι πολέμου έχοντας εμπειρία ελεύθερης ζωής ήταν πιο απείθαρχοι και επιρρεπείς σε ανταρσίες και στάσεις. Από την άλλη, αποφεύγονταν οι μεγάλες συγκεντρώσεις σκλάβων στην ύπαιθρο.

Επίσης μια έμμεση συνέπεια ήταν μια σχετική έκτοτε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων. Πολλοί από τους αιχμαλώτους πολέμου, που ήταν μορφωμένοι ή κατείχαν αξιώματα στον τόπο καταγωγής τους, αξιοποιούνταν σε ανάλογα πόστα, κάποιες φορές απελευθερώνονταν και γενικά τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Βέβαια δεν μειώθηκε ο αριθμός των σκλάβων, απλώς βρέθηκαν κάποιοι τρόποι για μία πιο ακίνδυνη (για τους Ρωμαίους) εκμετάλλευσή τους.



Πηγή: ψ υ χ ή μ ο υ

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *