Μνήμη Ζήσιμου Λορεντζάτου

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε εν θερμώ τον Μάρτιο του 2004 λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του μεγάλου Ελληνα κριτικού.

«Κοστούμι στα χρώματα της μπαλαρίνας» : μικρή περιδιάβαση στο στοχασμό του Λορεντζάτου.

Πριν από λίγες εβδομάδες έφυγε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος.

Η φυσική ροπή του περίγυρου προς την αδιαφορία, μετά το πρώτο μούδιασμα που συνοδεύει την είδηση του θανάτου, συχνά επικαλύπτει - με την συνοπτικότητα των διαδικασιών μετουσίωσης της φυσικής παρουσίας του εκλιπόντος σε μερικούς τόμους χαρτί - το μέγεθος του κενού που αφήνει πίσω της η ξαφνική, πάντα παράλογη, αποχώρηση.

Αντίθετα όσοι έζησαν, αγάπησαν και μεγάλωσαν μαζί με το πρόσωπο, την φυσική παρουσία του ξαφνικού κι αμετάκλητου μετανάστη, πρέπει να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια, να αντλήσουν μέσα τους μεγάλα αποθέματα δύναμης για να αντιπαλέψουν τη λαβωματιά και να επιστρέψουν στα γραπτά ─ τον μόνιμο πλέον τόπο κατοικίας του εκλιπόντος.

Ενδέχεται λοιπόν, στην περίπτωση ανθρώπων μεγάλου ειδικού βάρους, είτε λόγω κεκτημένης ταχύτητας, είτε λόγω αδράνειας, να αποσπασθεί η προσοχή μας από τα λόγια των ανθρώπων του «σιναφιού». Οι οποίοι ενίοτε μπορούν ακόμα και να βλάψουν τον θανόντα δρέποντας δάφνες ορθότερης αποτίμησης του πανανθρώπινου πλέον ανθρώπου. Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν είναι τίποτα άλλο από την αντίδραση ενός απλού αναγνώστη του Λορεντζάτου, ο οποίος αγάπησε ίδια περίπου πράγματα κι έμαθε να τα αγαπά περισσότερο διαβάζοντας το έργο του.

Παρ’ότι δεν νομίζω ότι μπορεί ποτέ ο λόγος ανθρώπων με ειδικό εκτόπισμα στον πολιτισμό ενός τόπου να περιοριστεί σε μερικές κόλες χαρτί που σκονίζονται στα ράφια των βιβλιοθηκών, ωστόσο η ξαφνική βιασύνη προκειμένου να κλείσει γρήγορα πίσω από την πλάτη του Λορεντζάτου η πόρτα της ιστορίας, καθώς και η πιο επικίνδυνη και υστερόβουλη πρόθεση κατακερματισμού και περιορισμού του έργου του, φανερώνει τη δυσκολία μας να χειριστούμε σήμερα την πνευματική υποθήκη που αφήνει, στα ασυνήθιστα σε τέτοια βάρη, χέρια μας.

Συνεπώς προσπαθούμε να απομακρύνουμε όλα όσα μας ενοχλούν στο παράδειγμά του, γιατί μας καλούν να ακολουθήσουμε ένα δρόμο, ή οδό (tao) που μας ξεπερνά στην προσπάθεια σύνδεσης των γραμμάτων και των τεχνών με τη ζωή, αποφεύγοντας την βολική, διότι ανέξοδη, προσφυγή στη νεφελώδη θεωρητικολογία.

Ενώ εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποιον, ο οποίος, “την καλογερική της τέχνης του την συνδύασε πάντα με την καλογερική της ζωής του, ως γενικότερη αντίληψη και στρατηγική του βίου, (…) που ενταγμένη στο απώτερο πνευματικό υπόβαθρό της, σου χαρίζει τη δυνατότητα να καταλάβεις, δηλαδή να γεμίσεις και το “κενό” της τέχνης και το “κενό” της ζωής (και του θανάτου), έτσι η τέχνη φωτίζει τη ζωή και η ζωή φωτίζει την τέχνη”. [1]

Κρίνει τον εαυτό του και την τέχνη του με κριτήρια που αφήνουν τον εαυτό μας έκθετο στα μάτια μας. Κι αυτό μας κατατρώει. Πρέπει να φέρουμε το παράδειγμά του στα μέτρα μας, ώστε να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε θεωρητικά ή ιδεολογικά, ακινητώντας. Ακολουθώντας το παράδειγμα εκείνων που “δεν μπορούν, φαίνεται, να κάνουν αυτή τη στιγμή άλλο τίποτα παρά να συνεχίζουν πάντα, ακινητοποιημένοι την λογοτεχνική παραγωγή “ (και λογοτεχνική κριτική) “in vitro - και όχι in vivo - επειδή για δαύτους” (εμάς δηλαδή) “λέγαμε είναι ή πολύ αργά (για να αλλάξουν) ή πολύ νωρίς (για να καταλάβουν). Να καταλάβουν με τη ζωή και όχι με το νου τους”.[2]

Διότι δεν είναι εύκολο να δεχθεί κανείς ότι “οι κριτικοί κάνουν συνήθως τις παρατηρήσεις τους με βάση τη σύμ-βαση πως το κείμενο που έχουν μπροστά τους πάντα υπολείπεται από αυτούς και ποτέ δε βάζουν με το νου τους την περίπτωση πως μπορεί αυτοί να υπολείπονται από ένα κείμενο. ΜΙα τέτοια περίπτωση μπορεί να είναι σπάνια, δε λέω (τέτοιας λογής κείμενα σπανίζουν), μα αριά και που παρουσιάζεται. Η ταχτική δεν προβλέπει το σπάνιο ή το ασυνήθιστο”[3].

Δεν είναι δυστυχώς αθώα, η ακόμα και ακούσια μερικές φορές τάση κατάταξης του Λορεντζάτου στη γενιά του `30, από την οποία δείχνει να διαφοροποιείται από πολύ νωρίς. Διέρχεται από αυτήν και συνεχίζει ακάματος κομίζοντας μερικά από τα σημαντικότερα κέιμενά του μετά το 1984, με αποκορύφωμα τους Διόσκουρους (1997). Τι σχέση μπορεί να διατηρεί με τη γενιά του `30 ένας άνθρωπος που συνεχίζει να είναι δημιουργικός και να προχωρά το 2004 ; Δεν είναι τόσο λοιπόν αθώα η πρόθεση αυτή που θέλει τον Λορεντζάτο να σταματά στο Χαμένο Κέντρο γύρω στο `61.

Στο φύλλο πρωινής εφημερίδας, σε σημείωμά του, λίγο μετά το θάνατο του Ζήσιμου Λορεντζάτου γνωστός βιβλιοκριτικός επισημαίνει : “Και φυσικά παραμένει “ζωντανή” η ιδέα του, του “χαμένου κέντρου”, που κατά τη γνώμη μου δεν έχει καμία σχέση με την επιστροφή στην παράδοση, στην Ανατολή κτλ., αλλά με το μεταφυσικό έλλειμμα της σύγχρονης τέχνης και κατά προέκταση της σύγχρονης ζωής».

Παρά το επιδοκιμαστικό ύφος της αρχικής πρότασης για το Χαμένο Κέντρο, η συνέχεια δημιουργεί την εντύπωση σε οποιονδήποτε ισχυρομνήμονα ότι ο αρθρογράφος παρακάμπτει εκούσια ή ακούσια την ουσία του γνωστού δοκιμίου. Παρεκβατικά θα ήθελα να καταδείξω την αβυσσαλέα διαφορά που χαίνει ανάμεσα στη «ζωντανή Ιδέα» και την άμεση απτή, χειροπιαστή σύνδεση της άσκήσης της γραφής με την άσκηση της ζωής, όπως την αναφέρει παραπάνω ο Ζήσιμος Λορεντζάτος.

Διότι αν παλεύει να φέρει στο φως μια αλήθεια, εις βάρος κάθε «ιδέας», δεν είναι άλλη από την σύμφηση ζωής και γλώσσας : «ένα μόνο δε βλέπομε : πως η ψεύτικη ζωή μας κάνει ψεύτικη και τη γλώσσα μας. και πως η αλήθεια δεν επιβάλλεται από τη γλώσσα στη ζωή, αλλά από τη ζωή στη γλώσσα»[4].

Όντως το πρόβλημα με το οποίο καταπιάνεται ο Ζήσιμος Λορεντζάτος είναι εκείνο του «μεταφυσικού ελλείμματος» όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο αρθρογράφος. Καθώς ο άνθρωπος, για να ξαναπιάσουμε τα λόγια του Κεφαλλονίτη κριτικού, φροντίζει «να κλείνει καλά πάνω από το κεφάλι του την μπουκαπόρτα του μεταφυσικού, δηλ. του πνεύματος’ το κέντρο εκεί βρίσκεται ή το χαμένο όραμα»[5].

Καταπιάνεται με «το πρόβλημα ή (τ)η κρίση της τέχνης, η οποία εμφανίστηκε όταν η τέχνη αποκόπηκε από τη ζωή κι έπαψε να μας διδάσκει ένα τρόπο να ζούμε»[6]. Η με τα λόγια του φίλου του, Γιώργου Σεφέρη : «το πρόβλήμα είναι πως μπορεί να ζήσει ένας ποιητής στα χρόνια μας»[7].

Ο Λορεντζάτος όμως, δεν σταματά εκεί. Η μεγάλη του συνεισφορά είναι ότι δεν περιορίστηκε στην διαπίστωση του προβλήματος, ακολουθώντας την χορεία εκείνων που σταμάτησαν εκεί. Αλλά ότι ολόκληρο το έργο του αποτελεί την προσπάθεια έκφρασης μιας λύσης, η οποία φωτίζει το πεδίο της λογοτεχνίας* προκειμένου να υπαινιχθεί τη δυνατότητα μιας πορείας, «ένα τρόπο ζωής, μια οδό (tao)»[8] με δείκτη πορείας το παράδειγμα - αρκετά δυσπρόσιτο δυστυχώς σήμερα - των πνευματικών παραδόσεων. «Πνευματικές παραδόσεις ονομάζουμε όσες τάζουν για πολικό αστέρι τους την αναγκαιότητα της πίστης, όπως ο Ιουδαϊσμός, ο Ινδουισμός, Ο Βουδισμός, το Ισλάμ, ο Χριστιανισμός και άλλα μικρότερα κλωνάρια και παρακλωνάρια από το ίδιο πάντα δέντρο της αρχαίας σοφίας»[9].

Όλες οι παραδόσεις αποτελούν οδό. Ο καθένας είναι φυσικότερο να στραφεί σε εκείνη που βρίσκεται εγγύτερα σ’αυτόν : «εμείς (…) δεν έχουμε παρά να μόνο λίγο δρόμο να κάνομε ή σχεδόν καθόλου, για να βρούμε, κληρονομιά μας απείραχτη, την ολοζώντανη πνευματική παράδοση της Ανατολής»[10].

Η πορεία αυτή μοιάζει εξ’ίσου δύσκολη, αν όχι δυσκολότερη σήμερα απ΄’οτι πριν από πενήντα τόσα χρόνια. Οι επιχωματώσεις που έχουν συντελεστεί στο διάστημα αυτό με την συνδρομή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, έχουν αλλοιώσει το πρόσωπο της Εκκλησίας, το οποίο είναι σήμερα στη πρώτη επαφή μαζί του, αποκρουστικό για τους περισσότερους Νεοέλληνες.

Ο δρόμος όμως περνάει πάντοτε, όπως κι αν προσεγγίζει κανείς τη μεταφυσική, αλάνθαστα μέσα από την παράδοση του καθενός. «Με άλλα λόγια, μοναχά μέσα στην παράδοσή σου μπορείς να κάνεις αυτό που θα κάνεις, αν είναι τελικά να κάνεις τίποτα (που δεν είναι διόλου βέβαιο), χωρίς να εμποδίζεσαι στο αναμεταξύ να σπουδάζεις οποιαδήποτε exemplaria θέλεις (…) φτάνει κάποτε ν’αφήσεις τα ξένα αχνάρια (…) και να ξεφυτρώσεις, βλαστάρι ατόφιο, από τα δικά σου χώματα και ν’ανέβεις στο δικό σου ουρανό»[11].

Δεν ξέρω με τι είδους ταχυδακτυλουργίες μπορεί κανείς να αφαιρέσει την αναγωγή «στις πνευματικές παραδόσεις τις πίστης»[12] από το Χαμένο Κέντρο ή το σύνολο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Είναι βέβαια γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν αναφέρεται πουθενά σε κανενός είδους «επιστροφή», με την έννοια της απόρριψης της σύνολης τεχνολογικής επανάστασης του δυτικού πολιτισμού και τρόπου ζωής μας, προς όφελος μιας εμμονής σε μια, πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, εποχή.

Η μόνη επιστροφή γίνεται μέσα από τα βιβλία ως αναδρομή μέχρι την εποχή πριν από το χάσμα, ή κρίση της τέχνης. «Από τη χωρισμένη κατάσταση ή τη διάσπαση στην οποία βρίσκονται μέσα στην αντίληψή μας γενικά, τα δυό αυτά στοιχεία, (αλήθεια και ποίηση) στην εποχή που ζούμε, θα πρέπει να ανηφορίσουμε πολύ, μέσα στους τελευταίους αιώνες, ώσπου να φτάσομε στο Δάντη, που ανάφερα, για να βρούμε εκεί, δεμένα και πάλι μαζί, τέχνη και ποίηση ή αλήθεια, arte o ragion (purg.XXVI, 123)»[13]. Γιατί επί της ουσίας, έννοια «επιστροφής» ή παλινδρόμησης δεν υφίσταται, ούτε εξ’άλλου και απομόνωσης. Το στοίχημα ή διακύβευμα διακυβεύεται καθημερινά. «Παλινδρόμηση πού; Η πίστη του ανθρώπου - η ορθοδοξία - ή ο πνευματικός στόχος βρίσκεται άλλωστε πάντα μπροστά στον άνθρωπο, δεν είναι κάτι που βρίσκεται πίσω του, για να παλινδρομήσει κανένας σε αυτό. Και απομόνωση από πού ; Μια και σήμερα όλοι στο ίδιο καζάνι βράζομε»[14].

Τη σχέση με την παράδοση, τη λογοτεχνία ή τη φιλοσοφία, ο Λορεντζάτος την παρουσιάζει σε βάθος, μέσα από την προσέγγιση του έργου του Σαραντάρη, στο δυσκολότερο ίσως και θεολογικότερο ή φιλοσοφικότερο έργο του, στο οποίο δύσκολα οι κριτικοί παραπέμπουν (δίχως να είναι πάλι εντελώς αθώα η παράλειψη) : τους Διόσκουρους.

Αν δεν κάνω λάθος οι Διόσκουροι είναι το μοναδικό δοκίμιο του Λορεντζάτου, από το οποίο ο ίδιος αποσύρεται, «σβήνει» τη φωνή του, αφήνοντας την πρωτοκαθεδρία του λόγου στα δοκίμια του Σαραντάρη.

Μέχρι τους Διόσκουρους, τα δοκίμια του Ζήσιμου Λορεντζάτου έβριθαν ξένων αναφορών σε τουλάχιστον πέντε γλώσσες, πάνω στις οποίες πατούσε για να προχωρήσει τη σκέψη και την έκφρασή του, παντρεύοντας με αυτό τον τρόπο τη μαστορική της έκφρασης με την μαεστρία της σκέψης. Έχτιζε μορφή και περιεχόμενο υφαίνοντας με αριστοτεχνική βελονιά στο κείμενό του κείμενα άλλων, πορευόμενος με αυτόν τον τρόπο, βήμα βήμα σχεδόν, αλλά με ευδιάκριτη κάθε φορά τη φωνή εκείνου που μιλάει από εκείνη του συνομιλιτή που κάθε φορά παρεμβαίνει.

Στο πρόσφατο αυτό δοκίμιο (1997), παρουσιάζοντας ένα κείμενο, που όπως λέει είναι «ένα κείμενο δύσκολο»[15], ο αναγνώστης αναγκάζεται συχνά να διαβάσει δυό και τρεις φορές μια παράγραφο, προκειμένου να καταλάβει ποιος από τους δύο άνδρες του απευθύνει τον λόγο. Ο Λορεντζάτος ή ο Σαραντάρης.

Κι αυτό διότι στο πρόσωπο του Γιώργου Σαραντάρη, ο συγγραφέας των Διόσκουρων βρήκε για πρώτη φορά μετά το θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, έναν τόσο οικείο και κοντινό, πνευματικά και χρονικά, άνθρωπο.

Ο κριτικός της λογοτεχνίας Σαραντάρης, είναι ενδεχομένως το πιο «λορεντζατικό» πρόσωπο από όσα έχει παρουσιάσει ποτέ ο Λορεντζάτος.

Νομίζω ότι μια πιθανή εξήγηση είναι ότι Λορεντζάτος, τη στιγμή της συνάντησής τους, είχε πλέον φθάσει, καθώς λέει και για τον ίδιο τον Σαραντάρη, στο ίδιο «σκαλοπάτι της πνευματικής Κλίμακας» με τον ποιητή. «Άπλωνε» και αυτός «σχεδόν το χέρι του να πιάσει την κουπαστή της σκάλας’ (…) όχι απροετοίμαστος, αλλά ξέροντας καλά τι κάνει (ύστερα από επίμονη ενδοσκοπική προπαρασκευή)»[16]. Ό,τι έδειξε, αποσπασματικότερα για ορισμένους στα προηγούμενα έργα του - την πνευματική πορεία, στην υπηρεσία της οποίας τάσσεται και η λογοτεχνία - φανερώνεται, στην πιο ολοκληρωμένη, πνευματικά και κριτικά, μορφή του, στους Διόσκουρους.

Γι’αυτό και ξαφνιάζει, όταν δεν προκαλεί ανησυχία, η παράκαμψη του κειμένου αυτού από όποιους κριτικούς.

Αν μπορεί να διαβλέψει κανείς μια πορεία, η οποία ξεκινά με την Μικρά Σύρτη και τα δύο περίφημα γράμματα στον Σεφέρη (18.4.56 και 2.5.56)[17], εν συνεχεία εξελίσσεται περνώντας από το Χαμένο Κέντρο, η ολοκλήρωση της, που φωτίζει κάθε του κείμενο, συντελείται, πιστεύω, αναπόδραστα με τους Διόσκουρους.

Μιλώντας για την πορεία του Λορεντζάτου, θα άρμοζε νομίζω να επισημάνει κανείς και το θέμα που προκύπτει από τις πολλαπλές αναφορές, καθ’όλη αυτή την μακρά διαδρομή, στις μεταφυσικές παραδόσεις, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω με αφορμή την επισήμανση του βιβλιοκριτικού.

Δεν χρειάζεται επισταμένη ανάγνωση των κειμένων του Ζήσιμου Λορεντζάτου για να διαπιστώσει κανείς ότι δεν προβαίνει ποτέ στη διαφοροποίηση μεταξύ των παραδόσεων και τη μεμονωμένη παρουσίαση των διαφορετικών δρόμων ή οδών που αυτές συνιστούν: «ο Ιουδαϊσμός, ο Ινδουισμός, Ο Βουδισμός, το Ισλάμ, ο Χριστιανισμός και άλλα μικρότερα κλωνάρια και παρακλωνάρια από το ίδιο πάντα δέντρο της αρχαίας σοφίας»[18].

Πέρα από την αντιδιαστολή μεταξύ της παράδοσης του Δυτικού Χριστιανισμού και της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, στην οποία επανέρχεται συχνά, τα κείμενα του Λορεντζάτου μας αφήνουν την αίσθηση ότι όλες οι υπόλοιπες παραδόσεις, μαζί και η Ορθόδοξη, μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι και ζυγίζονται με το ίδιο ζύγι. Ή αλλιώς ειπωμένο, ότι δεν γίνεται καμία αντιδιαστολή των διαφορετικών οδών και στάσεων ζωής που η καθεμία από αυτές ενσαρκώνει.

Μόνο έχοντας κατά νου τα προηγούμενα λόγια του Λορεντζάτου:

¾ «μοναχά μέσα στην παράδοσή σου μπορείς να κάνεις αυτό που θα κάνεις, αν είναι τελικά να κάνεις τίποτα»[19], και ακόμα ετούτο : «Όταν βεβαιωθούμε ή συλλάβομε το βάθος αυτό - την παράδοσή μας - τότε μόνο θα μπορέσουμε να καταλάβομε και εκείνα που μας ενώνουν αληθινά με τους άλλους ανθρώπους, κάτω από την πρόσκαιρη ένωση μαζί τους ή από τις διηπειρωτικές επαφές της επιδερμίδας»[20], καταλαβαίνουμε ότι μας ανοίγει ένα δρόμο, «set me face to face with it (something that I have never looked at before) and then leave me alone with it.», όπως αναφέρει και ο ίδιος. μέσω του T.S. Eliot στην προμετωπίδα των Διόσκουρων. Προχωρά δηλαδή ένα βήμα παραπέρα, στην αντιστοιχία των ανθρώπων του κάθε τόπου με τις εγχώριες παραδόσεις του, μόνο τότε μπορούμε να αποπειραθούμε να ερμηνεύσουμε το πρόβλημα.

Η σύγχυση νομίζω ξεκινά από την εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας για τον σημερινό διανοούμενο ή άνθρωπο των γραμμάτων, από τον οποίο περιμένουμε, κατά τα ουμανιστικά πρότυπα της érudition, απαντήσεις σε όλα τα πιθανά ερωτήματα που γεννιούνται μέσα μας καθώς προσεγγίζουμε τα έργα τους.

Ο αρμόδιος τρόπος προσέγγισης του έργου, ανθρώπων σαν τον Λορεντζάτο, είναι να προσπαθήσουμε πριν από οτιδήποτε άλλο να καταλάβουμε ποιο ουσιαστικό πρόβλημα θέτουν, και έπειτα τι απάντηση επιχειρούν να δώσουν σε αυτό. Δηλαδή να διαπιστώσουμε από που ξεκινούν και που ακριβώς σταματούν, πως δηλαδή ορίζεται «της τέχνης τους η περιοχή», όπως λέει και ο Καβάφης. «Ο κριτικός και ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει σπουδαίο ένστικτο και μεγάλη άσκηση για να καταλάβει πού αρχίζει και πού τελειώνει»[21].

Την ίδια απορία εκφράζει και ο Γιώργος Σεφέρης στην αλληλογραφία τους, όταν ξαφνιάζεται σχετικά με τον τρόπο, την αποφατική μαστορική του Λορεντζάτου, να δίνει απαντήσεις : «Μόνο κοιτάζοντας το σύνολο του βιβλίου νομίζω πως εκείνο που κάνει την ατέλειά του είναι το ατελείωτό του’ είναι γεμάτο ιδεατά αποσιωπητικά»[22]. Τρεφόμενος, ο λόγος του Λορεντζάτου, από τον λόγο της ποίησης και της λογοτεχνίας είναι αποφατικά υπαινικτικός. «Το κέντρο της ποίησης είναι απερινόητο. Για να καταλάβομε την ποίηση ή το μεγάλο μυστήριο, κοντά στο οποίο μας φέρνει πάντα, σε τίποτα δε χρησιμεύει να αναλύσομε αυτό το μυστήριο ή να το απομυστηριώσομε. Το ανεξερεύνητο δε σηκώνει έρευνες. Και στο σημείο τούτο πλησιάζουν ─ πίστη και ποίηση. (…) Όπως και με το μυστήριο της πίστης, κάθε προσπάθεια, νομίζω να ερευνήσομε ή να αναλύσομε το μυστήριο της ποίησης, μας αφήνει με τα χέρια αδειανά»[23]

Η μεγαλύτερη ίσως προσφορά του Λορεντζάτου στα γράμματα είναι η απάντηση που δίνει σε μια μόνο ερώτηση για τις τέχνες και τη λογοτεχνία, από την οποία απορρέουν πολλές άλλες για «το σύνολο του πολιτισμού» που συνδέεται με αυτή.

Απαντά δηλαδή στο ερώτημα : Πως μπορεί να μας βοηθήσει σήμερα η λογοτεχνία να βρούμε ένα τρόπο ζωής, να μας βοηθήσει να ζήσουμε;

«Τη λογοτεχνία την ξέρω άκρες μέσες. Πέρασα αρκετά χρόνια κοντά της. Προσπάθησα με τα μέσα ή τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα, αυτή και οι άλλες τέχνες, να βρω λύση στο πρόβλημα - στο εν, φυσικά, ου εστι χρεία. Δε βρήκα. Βεβαιώθηκα πως όπως λειτουργεί σήμερα δεν υπάρχει λύση, ενώ στις πολιτείες της παράδοσης υπήρχε, δηλ. η τέχνη οδηγούσε ή βοηθούσε στη λύση»[24].

Η απάντηση είναι αυτή που μελετήσαμε από δυό σκοπιές προηγουμένως. Η αναφορά, η επανασύνδεση της τέχνης με τις πνευματικές παραδόσεις - επανασύνδεση με «το κέντρο ή το χαμένο όραμα», με τον τρόπο εκείνου (Σαραντάρης) «που αντίκρισε πάντα τη λογοτεχνία - ή τη φιλοσοφία - δίχως να χάνει από τα μάτια του το σύνολο το πνευματικό (του προβλήματος), που ήταν να βρει (…) ένα τρόπο ζωής»[25].

Κι εκεί σταματά, αφού ολοκλήρωσε το σκοπό του που ήταν : «να προτείνει στον αναγνώστη μια κατεύθυνση. (…) Δε λέω καν να δώσει μια κατεύθυνση, αυτό θα ήταν μια απαίτηση (…) Λέω μοναχά να προτείνει. Και ακόμα να εντάξει τη σειρά αυτή ταυτόχρονα στο πνευματικό υπόβαθρό της»[26].

Από εκεί και πέρα η μελέτη της μεταφυσικής της κάθε παράδοσης, ή ακόμα και της μεταφυσικής απάντησης κάθε ανθρωπιστικής επιστήμης, και της απάντησης που κάθε μια κομίζει ξέχωρα από τις άλλες στον σημερινό άνθρωπο, δεν είναι δουλειά του Λορεντζάτου. Είναι ενδεχομένως το έργο φιλοσόφων, θεολόγων, ψυχολόγων και κοινωνιολόγων.

«Πρέπει να παίρνουμε τον μακρύτερο δρόμο - Πλάτων (δεν ξέρω που) - πήρες το μακρύτερο δρόμο - ο Θεός μαζί σου»[27]. (Γράμμα Σεφέρη προς Λορεντζάτο 11.1.1961).

Τη συνέπεια, την καλογερική του Λορεντζάτου στο δρόμο που χάραξε κι ακολούθησε σε όλη του τη ζωή, δεν την ανταμώνει εύκολα κανείς σήμερα, ακόμα δυσκολότερα την αντέχει ή μπορεί να την ακολουθήσει. Οι περισσότεροι σταματάμε στα βιβλία και στα χαρτιά, δεν έχουμε τον τρόπο να ρίξουμε τη γέφυρα προς τη ζωή. «Αντίθετα με τους περισσότερους στην Ευρώπη ή αλλού μέσα στο σημερινό κόσμο, δεν παραδέχθηκε αυτός ποτέ σε καμία φάση της ζωής του - στάθηκε σε τούτο καλότυχος - πως τα γράμματα (o altra cosa) μπορεί να είναι αυτοσκοπός»[28], τονίζει ο Λορεντζάτος για τον Σαραντάρη, με τη διαφορά ότι εκείνος δεν στάθηκε όπως εκείνος τόσο “καλότυχος”, σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Χωρίς αυτό, πέρα από το προσωπικό κόστος, να μειώνει την συνεισφορά του, καθώς ανέβηκε κι εκείνος την «Κλίμακα» από την οποία είχε περάσει πρωτύτερα ο Σαραντάρης.

Το ουσιαστικό πρόβλημα που αχνοφέγγει εδώ πίσω από τον καλυμμένο καημό του Λορεντζάτου είναι η αποκοπή σήμερα της ζωής των ανθρώπων από κάθε είδους κοινή αναφορά. Και εάν υπάρχει ένα βασικό στοιχείο που μπορεί να χαρακτηρίσει το παράδειγμα - εκπληκτικού μεγέθους άλμα και επίτευγμα - του Σαραντάρη δεν είναι δυστυχώς παρά το στοιχείο της μοναξιάς. Του αποκομμένου από κάποια ζωντανή παράδοση ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να την φανερώσει στα μάτια μας μέσα από τις σελίδες των δοκιμίων και των άρθρων του στις εφημερίδες.

Κι αν σήμερα «χάσαμε τη θαυματουργική ικανότητα να παίρνουμε τα λόγια των ανθρώπων στα σοβαρά. (…) και τούτο είναι η μεγαλύτερη διαστροφή που θα μπορούσαμε να πάθομε - τα λόγια να τα θεωρούμε μόνο λόγια»*, ή αλλιώτικα να μετατρέπουμε την λογοτεχνία σε θεωρία ή επιστήμη («La science qui manipule les choses et renonce à les habiter»[29]), βλέπε την θεωρητικοποίηση του λόγου περί της λογοτεχνίας από τους Ρώσους φορμαλιστές και δώθε.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούμε πια να δούμε το περιεχόμενο με τα ίδια μάτια, αλλά μονάχα τις λέξεις, τις οποίες συνεχώς ανακατατάσσουμε φτιάχνοντας καινούργια επιχειρήματα (θεωρίες και τρόπους προσέγγισης των κειμένων της λογοτεχνίας) αναζητώντας νέες συγκινήσεις. «La théorie est comme la science-fiction, et c’est la fiction qui nous plait ».[30]

«δεν μπορούσα ποτέ, τις ώρες που μας χρειάζεται η ποίηση και αναζητάμε τα μάγια της, (…) να χορτάσω τη δίψα μου παρά μοναχά σε μερικά αποσπάσματα ή αρμαθιές μετρημένους στίχους»[31], τονίζει ο Λορεντζάτος, μιλώντας για τα ποιήματα του Σεφέρη, θέλοντας να περι-γράψει τη λειτουργία της τέχνης.

«ο δρόμος για τον αληθινό προορισμό της τέχνης ‘η για το αναβάφτισμά της στην πηγή της ζωής περνάει για μας από τις δύο παράπλευρες τάσεις πάνω στις οποίες εξακολουθεί να πειραματίζεται στην Ελλάδα η τέχνη (και η ζωή), δηλ. από εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάζαμε γενικά : εκσυγχρονισμό του ελληνισμού ή εξελληνισμό του συγxρονισμού (βλέπε συγχρονισμός = εκσυγχρονισμός, ή νεοτερικότητα) ¾ αυτή είναι η σήμερα η γενική βάση της πορείας μας»[32].

Το αναβάφτισμα αυτό είναι σήμερα εξαιρετικά δύσκολο, όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στο περιεχόμενο, όταν έχουμε δηλαδή χάσει κάθε κοινή αναφορά. Το νόημα εκπορεύεται από κάθε άτομο ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να συμπίπτουμε μονάχα για περιορισμένο χρονικό διάστημα με κάποιους ανθρώπους, συνεχίζοντας ο καθένας μια μοναχική πνευματική πορεία. Ο εκσυγχρονισμός του ελληνισμού προσφέρει τόσες ερμηνείες ζωής και ερμηνείες της λογοτεχνίας όσες και οι ερμηνευτές τους, κι ο εξελληνισμός του ελληνισμού λειτουργεί, (φωτίζει πτυχές της ζωής) αν είναι κανείς καλότυχος, μεταξύ δυό ή τριών ανθρώπων που θα μπορέσουν να χαρούν το δώρο του συντονισμού της ομιλίας σε κοινές αναφορές, όπως μεταξύ Σεφέρη Λορεντζάτου, Λορεντζάτου Σαραντάρη, Λορεντζάτου Σέραρντ κλπ.

«Τα σαρακοστιανά ποιήματα του Καβάφη άνοιξαν, για όσους βλέπουν, την λεωφόρο που έχομε να προχωρήσομε μόνοι μας όσοι πρόκειται να γράψουμε ελληνικά στην Ευρώπη του Valιry, του Yeats, του Πάουντ ή του Τ.Σ. Έλιοτ, και αν δεν κάνω λάθος, αγαπητέ μου Σε, προχωρούμε»[33].

Αν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος είχε ήδη νιώσει το πρόβλημα αυτό στο πετσί του - της μόνωσης δηλαδή, που στρέφει τον άνθρωπο σήμερα στην αναζήτηση νοήματος αποκλειστικά στα βιβλία, και είχε κατορθώσει να περάσει από τα βιβλία στη ζωή υπερβαίνοντας το χάσμα της έλλειψης αναφοράς σε κάτι πέρα από τον εαυτό μας, προχωρώντας στο επόμενο σκαλί της πνευματικής κλίμακας, - αυτό μοιάζει σήμερα, τουλάχιστον για τους ανθρώπους της γενιάς μου σχεδόν ακατόρθωτο ή άπιαστο θαύμα. «κομματιασμένα άτομα, που στη σχέση μας με το διπλανό μας, δεν είμαστε ειλικρινείς, με το νόημα μιας ακέριας ζωής. Γι’αυτό στεναχωρημένοι επιστρέφουμε από κάθε επαφή. Μετανοημένοι. Γιατί [= επειδή] αντικρίσαμε στον εαυτό μας ένα μισό άτομο, στον άλλο σχεδόν κάθε φορά απαντήσαμε μια μισή πραγματικότητα»[34].

Γι’αυτό και στην τελευταία του ποιητική συλλογή προειδοποιεί κάθε άνθρωπο που στρέφεται προς τα γράμματα, στυλώνοντας το δάχτυλο προς το τέρας -η μεγαλύτερη διαστροφή - που παραμονεύει, της αποκοπής από τη ζωή : “Το λόγο απόσωσε. Ζήσε το λόγο. Πρώτα έρχεται να ζεις. Τη φτώχια γράφοντας μαθαίνεις της γραφής»[35].

Παρόλο που κι εμείς “δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνο με αριστουργήματα”, (όπως βροντοφώναζε ο Λορεντζάτος ή επεσήμαινε ο Σεφέρης : «Όχι, σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί»), έχουμε σήμερα ανάγκη τα αριστουργήματα (που ποτέ του δεν εγκατέλειψε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος) γιατί ενδέχεται, εκτός των άλλων, να στρέψουν το δρόμο μας προς το κριτικό έργο κάποιου Λορεντζάτου.

Η προσφορά του Ζήσιμου Λορεντζάτου είναι σήμερα νομίζω ακόμα μεγαλύτερη, διότι δεν προσφέρει μόνο ένα απαράμιλλο οδηγό στα γράμματα ή στη λογοτεχνία, αλλά γίνεται ο ίδιος οδηγός στην προσπάθεια υπέρβασης του χάσματος που χαίνει μεταξύ της οδού (tao) της μεταφυσικής παράδοσης και της ζωής μας. «Να σου αντιγράψω ένα μόνο στίχο που τόσο τον αγαπώ. Είναι του Hölderlin. Wer das Tiefste gedacht, liebt Lebendigste.(Who has thought deepest loves what is liveliest).
Δεν τολμώ να μεταφράσω ελληνικά.»[36]

Την τέχνη που υπηρέτησε την αγάπησε βαθιά. Κι αν πλησίασε τον ανώνυμο μάστορα της παράδοσης, με τον μοναδικό ίσως τρόπο που απομένει αυθεντικός και θα συνεχίζει στους αιώνες των αιώνων να είναι αυθεντικός, το κατόρθωσε με την αγάπη. Δείχνοντάς μας πως «εισερχόμενοι στις μέρες της αιωνιότητας», καθώς λέει ο Hugo, αυτό που μένει είναι η αγάπη όσων αγαπάμε και μας αγάπησαν, η δυνατότητα αυτή. Ο στίχος και το παράδειγμα του Χαίλνερλιν ήταν νομίζω ο βαθύτερος οδηγός του :

«Τέλος πνεύμα ήταν ο ίδιος, όχι μόνο από τα βαθύτερα των καιρών μας, αλλά μπόρεσε να πραγματοποιήσει, στη λιγόχρονη συνειδητή ζωή του, το παρμενίδειο απόσπασμα το γαρ αυτό νοειν εστιν τε και είναι. (frag.3), δηλαδή να συμφιλιώσει το μεγαλύτερο βάθος της σκέψης με τη μεγαλύτερη ζωντάνια της ζωής, καθώς το μαρτυράει ένας κορυφαίος αποφθεγματικός στίχος του :

Αυτός που το πιο βαθύ στοχάστηκε, αγαπάει και το πιο ζωντανό»[37]

÷

“On l’enterra, mais, toute la nuit funèbre, aux vitrines éclairées, ses livres disposés trois par trois veillaient comme des anges aux ailes déployées, et semblaient pour celui qui n’était plus, le symbole de la résurrection”. Marcel Proust.

Αιωνία ή μνήμη του.

Αθήνα Μάρτιος 2004.

Σπύρος Γιανναράς



[1] Ζήσιμος Λορεντζάτος Η έννοια της λογοτεχνικής κριτικής
Μελέτες, σελ 462-463. Δόμος Αθήνα

[2] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο κέντρο. Μελέτες, σελ 403-404, ΑΘήνα

[3] Ζήσιμος Λορεντζάτος Διόσκοτροι, σελ 95 Δόμος Αθήνα 1997.

[4] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο Κέντρο, Μελέτες, σελ. 383. Αθήνα

[5]Ibidem, σελ. 358. Αθήνα

[6] Ibidem, σελ.

[7] Γιώργος Σεφέρης, Γράμματα Σεφέρη- Λορεντζάτου, σελ. 125 Δόμος Αθήνα

* “Η ελληνική κριτική σκέψη, όπως κάθε αληθινή κριτική σκέψη, καμιά φορά ξεπερνάειο τα όρια της λογοτεχνικής κριτικής και κοιτάζει γενικότερα αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό του τόπου, κάθε τόπου, του οποίου μια πλευρά μονάχα αποτελεί και η λογοτεχνία. Πηγαίνοντας βαθύτερα στα μυστικά ενός πολιτισμού, η κριτική σκέψη πηγαίνει τότε βαθύτερα και στα μυσικά της λογοτεχνίας, αφού η καλύτερη λογοτεχνία βρίσκεται κοντά στο συναισθηματικό κέντρο κάθε τόπου ή φυλής και εκφράζει την ωυχή του πολιτισμού καλύτερα παρά όσο την εκφράζουν αλλες πλευρές του”. Ζήσιμος Λορεντζατος Ελληνική κριτική σκέψη, Μελέτες σελ. 9 Δόμος Αθήνα 1997. Α έκδοση, Ικαρος 1976.

[8] Ζήσιμος Λορεντζάτος Διόσκουροι, σελ. 12, Δόμος Αθήνα 1997.

[9] Ibidem, σελ. 63.

[10] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο κέντρο, Μελέτες σελ. 368.

[11] Ζήσιμος Λορεντζάτος Αρχαίοι Κριτικοί, Μελέτες, σελ. 206, Δόμος Αθήνα

[12]βλέπε σημ. αρ. 10

[13] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο κέντρο, Μελέτες, σελ. 366

[14] Ζήσιμος Λορεντζάτος Διόσκουροι, σελ. 213.

[15] Ibidem. σελ. 61.

[16] Ibidem. σελ. 13.

[17] Ζήσιμος Λορεντζάτος Γράμματα Σεφέρη - Λορεντζάτου, σελ 135 και 136, αντίστοιχα.

[18] Βλέπε σημ. αριθ. 10

[19] Ζήσιμος Λορεντζάτος Αρχαίοι Κριτικοί, Μελετες, σελ 206.

[20] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο κέντρο, Μελέτες, σελ 374-375.

[21] Γιώργος Σεφέρης Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου σελ 31. Δόμος Αθήνα 1990.

[22] Γιώργος Σεφέρης Ibidem, σελ 171.

[23] Ζήσιμος Λορεντζάτος Ένα τετράστιχο για τον Χαίλντερλιν, Μελέτες Β, σελ. 317. Αθήνα 1967.

[24] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Το χαμένο κέντρο, Μελέτες, σελ. 333-334, Δόμος , Αθήνα 1961.

[25] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Διόσκουροι, σελ. 44, Δόμος Αθήνα 1997.

[26] Ζήσιμος Λορεντζάρτος Η έννοια της λογοτεχνικής κριτικής, Μελέτες, σελ. 454 Δόμος, Αθήνα 1979.

[27] Γιώργος Σεφέρης Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου σελ. 160,Δόμος, Αθήνα 1990.

[28] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Διόσκουροι σελ. 43, Δόμος Αθήνα 1997.

* “Στην τελευταία περίπτωση - του ποιητή στον αιώνα μας - κανένας δεν πιστεύει πια αυτόν που μιλάει. Προσέχουν όλοι τα λόγια, όχι τα λεγόμενα. Ακούν μόνο, δίχως να υπακούν. (…) το μήνυμα χάθηκε ή καταργήθηκε. Έτσι μια μέρα (γι’αυτούς) η ποίηση έπαψε να είναι αλήθεια και η αλήθεια έπαψε να είναι ποίηση. Ζήσιμος Λορεντζάτος Το Χαμένο Κέντρο, Μελέτες σελ. 366, Αθήνα

[29] Merleau-Ponti, L’œil et l’esprit p. 9, editions Gallimard, coll. Folio essais 2003.

[30] «Η θεωρία είναι σαν τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, κι αυτό που προτιμούμε είναι η φαντασία. Antoine Compagnon Le démon de la théorie p. 279 Seuil 1998.

[31] Ζήσιμος Λορεντζάτος Η έννοια της λογοτεχνικής κριτικής, σελ 464, 465.

[32] Ζήσιμος Λορεντζάτος Το χαμένο κέντρο, Μελέτες, σελ. 393.

[33] Ζήσιμος Λορεντζάτος Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου, σελ. 96.

[34] Ζήσιμος Λορεντζάτος Διόσκουροι, σελ. 232.

[35] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Συλλογή, σελ.13 Δόμος Αθήνα 1991.

[36] Ζήσιμος Λορεντζάτος. Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου,σελ. 174, Αθήνα Δόμος, 1990

[37] Ζήσιμος Λορεντζάτος Ένα τετράστιχο για τον Χαίλντερλιν, Μελέτες Β, σελ. 324, Δόμος Αθήνα 1967.


Πηγή: στην αράδα


Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *