ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Ο Χριστός κουβαλάει το σταυρό»
(ΠΗΓΗ)

«...Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν...»
Λουκᾶς ιζ΄, 20-21

«...Ὁ ζωῆς Ταμίας / Πῶς ὁρᾶται νεκρός; /
ἐκπληττόμενοι οἱ ἄγγελοι ἔκραζον./
Πῶς ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;»

Ἐπιτάφιος Θρῆνος

Λέγαμε ν' ἀνεβαίναμε μαζί Του στὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν πραγματικὰ ὅμως,
γιὰ νὰ βρίσκαμε ἐκείνης τῆς φλόγας τὴ θεϊκὴ ζωοποιητικὴ παραίνεση,
τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ γυρίζαμε μὲ μιὰ καινούργια γέννηση
μὲ μιὰ μεταμόρφωση στὴν ἁγνότητα καὶ τῶν παιδιῶν τὴν εὔθυμη
τὴν ἀθωότητα. Ἔτσι θὰ καταστρέφαμε τῶν πολλῶν μας ἀπληστιῶν
καὶ τῶν ἀνοησιῶν καὶ τῶν παραπλανήσεων τὸν τυφλὸ θόρυβο.
Ἔτσι ἀγκαλιάζοντας καὶ τοὺς ἐχθροὺς μας θὰ ζωηρεύαμε σ' ὅλο
τὸν σύγχρονο μεσαιωνικὸ πλανήτη μας τὴν ἰσχυρότητα τῆς
ἀγάπης· ὅλοι μαζὶ τραγουδώντας τὸν ὕμνο τῆς ἑνότητας
καὶ τῆς χαρᾶς μ' ἕνα τρόπο φυσικὸ ὅπως ἕνα δέντρο πανύψηλο,
ποὺ θρόιζε βαστάζοντας σὲ μιὰ κρυφή του ἀγκαλιὰ μιὰ
φωλιὰ πουλιῶν μὲ τ' αὐγά τους τὰ ποικιλόσκιστα νὰ
γνωρίζουν τὴ θέση τους ὅπως ἐμεῖς χρειαζόταν κάποτε
ν' ἀναγνωρίζαμε πὼς ὁ καθένας μας εἴχαμε ἀνέκαθεν ἔνδον
τὴ σπίθα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατρὸς τῶν ἥλιων καὶ τῶν ἄστρων.

*

Ἔτσι δὲ θὰ σταυρώναμε τὸ γιὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ γιὸ
τοῦ Θεοῦ, ποὺ ξεκίνησε τοὺς μουσικοὺς χοροὺς
τῶν γαλαξιῶν. Θὰ νιώθαμε κοντὰ στὴν καρδιά μας
τὸ γλυκὸ παιδὶ τῆς Ναζαρέτ, ποὺ γέμιζε τὸ ἐργατικό Του
φόρεμα ὁλόκληρο εὐωδιαστὸ ἀπὸ κέδρο καὶ πεῦκο
πριονίδι στοῦ Ἰωσὴφ τὸ ξυλουργεῖο, γιὰ νὰ
κατασκευαζόταν ἕνα τραπέζι γιὰ τοῦ γεωργοῦ
τὸ δεῖπνο ἢ στὴν καλύβα τοῦ ψαρᾶ, ὅπου θὰ μετεωριζόταν
στὸ πρῶτο γαλήνιον ἀπόβραδο ὁ τίμιος καπνὸς τῆς
ἐργασίας του μαζὶ μὲ τοῦ ἀποσπερίτη τὴ λαμπρότητα.

*

Ἂ ὁ καλὸς Ἰησοῦς μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς
ὅταν μεταμόρφωνε τὸ νερὸ σὲ κρασὶ στοὺς γάμους.
Ἂ ὁ γλυκός μας Ἰησοῦς γνώριζε τὴ λαλιὰ τῶν πουλιῶν·
αἰσθανόταν ὅτι ὁ κόσμος ἦταν ἕνα συμπαντικὸ πανηγύρι.

*

Ἂ νὰ τραγουδούσαμε βρίσκοντας μέσα μας τὸ γλυκό μας Ἰησοῦ
ὅπως ἕνα τζιτζίκι εὕρισκε μιὰ καλὴ σκιὰ κι ἕνα κλαδὶ τρυφερὸ κι ἔψαλλε
τὸ καλοκαίρι τῆς χαρᾶς κι ἦταν εὐχαριστημένο μὲ τὸ ἀρκετὸ
τὸ κοντό του πέταγμα. Μιὰ καινούργια εἰρήνη μᾶς δώριζε· ὄχι, δὲ
θὰ μεταμόρφωνε τὶς πέτρες σὲ ἄρτους· κι ἐμεῖς γιατὶ τοῦ φωνάζαμε
δεῖξε μας ἕνα σημεῖο ὅτι εἶσαι γιὸς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὸ Θεὸ ὅλοι καὶ
ὅλα τὸν εἴχαμε ἐντὸς μας καὶ σὲ μιὰ μελισσούλα ποὺ χόρευε
καὶ τραγουδοῦσε στῶν ἀνθέων τὰ χαμόγελα καὶ σωπαίνοντας
ἔκανε τὸ νέκταρ τοῦ ἥλιου μέλι καὶ κερί. (Ἂχ σὰν κερὶ
δὲν ξέραμε τὴ συμπαντική μας φλόγα παρὰ σὰν ἄναβε κι ἔσταζε
στὶς σταλαγματιὲς τῶν δακρύων του ἀναλυόμενο).

*

Δὲ μᾶς ἔδειχνε πόσες φορὲς ὅτι χρειαζόμασταν νὰ ζούσαμε
ξεχειλίζοντας ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς μὲ τὸ σῶμα μας καὶ μέσα
στὸν πόνο, γιὰ νὰ γαληνεύαμε ὅπως ἕνα δέντρο ποὺ ὕστερα
ἀπὸ μιὰ θυελλώδη νύχτα στερεωνόταν ὁλόκληρο στῆς αὐγῆς του
τὴν εὐθυτένια τὴ σιωπηλή; (Ἂ νὰ γνωρίζαμε πόσο
προαιώνιο μαγαλεῖο κρύβαμε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς
σὰν πολύτιμο μαργαριτάρι στοῦ Ὠκεανοῦ του τὸ βάθος
στὸ σκληρό του ὄστρακο καλὰ φυλασσόμενο!)

*

Ἀλλὰ ἐμεῖς καθισμένον σ' ἕνα γιὸ ὑποζυγίου, σ' ἕνα πουλάρι
ὄνου τὸν ἐπευφημούσαμε στὰ φαρισαϊκά μας Ἱεροσόλυμα,
γιατὶ τὸν θέλαμε βασιλέα καὶ τὸν ἐμπαίξαμε ἔτσι
ὀνομάζοντάς Τον, τὸν τρυφερὸ τῆς ζωῆς Ἰησοῦ, ποὺ δὲν
ἦταν ἡ βασιλεία Του τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ τὸν χλευάζαμε
καὶ τὸν μωλωπίζαμε, τὸν φτύναμε, τοῦ φορούσαμε
τὴ σαρκαστική μας κόκκινη χλαμύδα καὶ τοῦ
προσφέραμε τὸν περιγελαστικὸ κάλαμο νὰ κρατᾶ στὸ
δεξί του χέρι Ἐκείνον ποὺ ἄγγιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ
καὶ τὰ γέμισε μὲ τὸ πρεσβύτατο συμπαντικὸ φῶς
τῆς ἡμέρας.

*

Ἄχ νὰ αἰσθανόμασταν ἀναστημένο τὸν ἢπιο Ἰησοῦ
μέσα μας, θὰ καλωσορίζαμε τὸ Θεὸ μέσα στῆς ψυχῆς μας
τὸ σπίτι μὲ τῆς ἀγάπης τὴν παγκόσμια θερμότητα
ὅπως τὰ πουλιὰ καλωσόριζαν τὸν πρῶτο ἥλιο ἁπλοὶ καὶ ἀληθινοὶ
κι ἐλεύθεροι ὅπως ὁ φίλος μας Ἰησοῦς ἄκουγε τὸ τραγούδι τῶν κέδρων
καὶ τῶν πεύκων ποὺ εἴτε μεγαλωμένα ὄρθια εἴτε λοξευμένα ἀπὸ τὸν
ἄνεμο ἔδειχναν τὸν οὐρανό τους.

*

Ὀνόμαζε τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους γεννήματα ἐχιδνῶν, ποὺ σκότωναν
μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ Θυσιαστηρίου ὅλους ὅσους σ' ἐλευθερία καὶ σὲ ὀμορφιὰ
καὶ στὴν ἀλήθεια ἀφθονοῦσαν. Ἂ νὰ θεωρούσαμε τὴ ζωὴ μιᾶς γιορτῆς
διεξαγωγὴ καὶ τὸ θάνατο σὰν ἀνάσταση! Ἂχ πόσο κουρασμένος
μὲ τὸ χοντρὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ του σύρθηκε στὸ Γολγοθᾶ, γιὰ νὰ
βρισκόταν ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος γυρίζοντας ἀπὸ τὸν ἀγρό του καὶ
νὰ τοῦ τὸν βάσταζε! Μόνος μαστιγωμένος σωπαίνοντας ἀνέβαινε
τὸν ἀνήφορο τοῦ μαρτυρίου του μέσα στῶν ὄχλων τὰ γιούχα
καὶ μόνον οἱ γνωστὲς ἀγαπημένες γυναῖκες μαζὶ μὲ τὴ μητέρα Του
ἀπὸ μακριὰ πήγαιναν μαζί Του κι ἔκλαιγαν.

*

Ἂ νὰ νιώθαμε τὸν πόνο τῶν καρφιῶν στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του!
Ἂ νὰ διψούσαμε τὴ δίψα Του μαζί, γιὰ νὰ τὴν κάναμε τῆς
ἀνάστασης δίψα μέσα στὸ σύγχρονο τὸν ἐγωιστικὸ καὶ
παρανοϊκὸν αἰώνα καὶ νὰ μαθαίναμε κάποτε πὼς ἔνδον
εἴχαμε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ ἴδιο βαθὺ ὅπως ἕνα κύμα
ἐνθυμούμενο τὸν Ὠκεανὸ τῆς καταγωγῆς Του, ὅπως
ἡ μουσικὴ ἐλευθερία ἡ χαρὰ τῶν πουλιῶν ἦταν
καὶ τοῦ Θεοῦ εὐχαρίστηση.

*

Ἂ πότε θὰ μάθαιναν ὅλοι τῆς γῆς οἱ κυβερνῆτες ἐξουσιομανεῖς,
ποὺ ἔπρεπε νὰ 'ταν ὑπηρέτες τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ ὅλοι
συνταξιδεύαμε στὸν ἴδιο πλανήτη, τοῦ Σύμπαντος ἕνα
ἐλάχιστο διαστημόπλοιο!

*

Ἂ νὰ μαθαίναμε νὰ συγχωρούσαμε, νὰ φυτεύαμε ὁ καθένας
μας κάθε μέρα στὰ γυμνὰ τῶν ἐμπρηστῶν τοπία μας κι ἀπὸ
ἕνα δέντρο, νὰ χαϊδεύαμε ἕνα ζωάκι, νὰ προσέχαμε τὰ
φτερὰ κι ἑνὸς ἁπλοῦ ἐντόμου στὴν ἐξοχὴ καὶ νὰ γιορτάζαμε
τὴ Θεία του τὴν Ἔγερση, ὅταν οἱ πασχαλιὲς μὲ τὰ
γλυκά τους χρώματα γέμιζαν τὸν ἀνοιξιάτικο ἄνεμο καὶ
τὸν φαίδρυναν μὲ τὴν εὐωδάτη ἥμερη ὁμιλία τους.

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ



Πηγή: «Νέα Εστία» τχ. 1651, 1996

Ἑλληνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *