Πρόλογος (Κώστας Βάρναλης)
Γράφε, Ἱστορία, τά ψέματά σου ἀράδα καί βλόγα τό Φονιά, βρίζε τό Θύμα! Κι Ἀρετή, τῶν δρομάκων σουσουράδα, τόν κάθε σωματέμπορά σου τίμα. Καί σύ, Νόμε, τῶν ἂνομων ἀσπίδα, σάν τή μαϊμού ἀπό κλῶνο...
«χαῖρε, ξεῖνε, παρ᾿ ἄμμι φιλήσεαι: αὐτὰρ ἔπειτα δείπνου πασσάμενος μυθήσεαι ὅττεό σε χρή.»
Γράφε, Ἱστορία, τά ψέματά σου ἀράδα καί βλόγα τό Φονιά, βρίζε τό Θύμα! Κι Ἀρετή, τῶν δρομάκων σουσουράδα, τόν κάθε σωματέμπορά σου τίμα. Καί σύ, Νόμε, τῶν ἂνομων ἀσπίδα, σάν τή μαϊμού ἀπό κλῶνο...
Ὅταν τό ῥῆμα ἐκτοπίζεται καί ἄρχουν παντοῦ τά ἐπίθετα, θετά παιδιά τῆς συμμορφώσεως καί τοῦ διακοσμημένου ψεύδους, τέλματα ἐκτείνονται ἐκεῖ ὅπου ὁ σπόρος ἔπιπτε ὡς σπέρμα. Μά τότε, ὤ, τότε δικαιολογοῦνται – τί λέγω,...