Ὑπέρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν

Metaxas-1940-OXIΣτὴν Κηφισιά, σ' ἕνα σταυροδρόμι ἰσκιωμένο ἀπό μεγάλα πεῦκα ποὺ γέρνουν πάνω σὲ ροδοδάφνες, γωνία Κεφαλληνίας καὶ Δαγκλῆ, βρίσκεται μιὰ βίλλα διώροφη, σταχτιά, μὲ παράθυρα βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέσα σὲ κῆπο. Ἡ ὄψη της, παλαϊκή, δὲν ἔχει τίποτα το ἀξιοπρόσεχτο· τίποτ' ἄλλο ἀπὸ μιὰν ἀρχοντιὰ λιγάκι κουρασμένη. Ἡ πόρτα τοῦ κήπου, σιδερένια, δίφυλλη, βρίσκεται σὲ κοφτὴ γωνία καὶ βγάζει στὸ σταυροδρόμι.

Ἐκεῖ, στὶς τρεῖς παρά δέκα τὸ πρωΐ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, μέσα στὴ νύχτα, ἦρθε καὶ σταμάτησε ἕνα αὐτοκίνητο τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος. Ὁ σκοπὸς χωροφύλακας ξέκρινε μέσα τρεῖς ἄντρες. Ὁ ἕνας τους βγῆκε, τοῦ μίλησε ἑλληνικά, ἐξήγησε πὼς ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας ζητάει νὰ ἰδεῖ τὸν Πρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει νὰ τοῦ κάνει, λέει, μιὰν ὑπερεπείγουσα ἀνακοίνωση. Ὁ σκοπὸς χτύπησε τὸ ἠλεκτρικὸ κουδούνι τῆς σκοπιᾶς του, νὰ εἰδοποιήσει στὸ σπίτι. Κοιμόνταν ὅλοι. Στὴ βαθειὰ γαλήνη τῆς νύχτας, μακρυὰ κάπου, ἀκουγότανε νὰ γαυγίζει ἕνα σκυλί.

Ὁ ἀκόλουθος ποὺ ξύπνησε πρῶτος καὶ πῆγε νὰ εἰδοποιήσει τόν Ἰωάννη Μεταξᾶ, δὲν εἶχε ξεχωρίσει στὸ σκοτάδι τὰ χρώματα τῆς σημαίας τοῦ αὐτοκινήτου. Εἶχε κι' αὐτὴ λουρίδες κάθετες, λοιπὸν, τὴ νόμισε γαλλική. Εἶπε στὸν πρωθυπουργὸ πὼς τὸν ζητάει ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας. Ἀπορημένος ὁ Μεταξᾶς γιὰ τὸ ἀσυνήθιστο τῆς ὥρας, πέρασε πάνω στὸ βαμπακερὸ νυχτικό του ἕνα βεστόνι σκοῦρο, κατέβηκε στὸν κῆπο καὶ πῆγε νὰ κοιτάξει ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ πόρτα, τῆς ὁδοῦ Κεφαλληνίας. Τότε ἀναγνώρισε τὸν Γκράτσι. Κατάλαβε. Ἡ ὤρα εἶχε σημάνει στὸ ρολόϊ τῆς Ἱστορίας.

Ὁ Γκράτσι, ὅταν εἴτανε νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ μὴν προκαλέσει τὴν προσοχὴ ἔστω καὶ σὲ ὤρα τόσο προχωρημένη, εἶχε σκεφτεῖ νὰ μὴν πάρουν τὸ μεγάλο, πρεσβευτικὸ αὐτοκίνητο. Εἶχε διαλέξει τὸ λιγότερο θεαματικὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἀκολούθου. Ὁδηγοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ἀκόλουθος, μὲ πλάϊ του τὸ διερμηνέα τῆς Πρεσβείας, τὸν Ντεσάντο, ἕναν Ἀλβανὸ ἀπὸ χρόνια ἐγκατεστημένο στὴν Ἀθήνα, χρήσιμο γιὰ τὴ συνεννόηση μὲ τὸ σκοπό. Ὁ Μεταξᾶς ἔδωσε τὸ χέρι του στὸν Γκράτσι καὶ εἶπε στὸν χωροφύλακα ν' ἀφήσει ἐλεύθερη τὴ διάβαση. Ὁ Στρατιωτικὸς Ἀκόλουθος μὲ τὸ διερμηνέα ἔμειναν στὸ δρόμο, ὁ πρωθυπουργὸς μὲ τὸν πρεσβευτὴ πέρασαν τὴν πόρτα τῆς ὑπηρεσίας κι' ἀνέβηκαν στὸ σπίτι. Μπήκανε σ' ἕνα σαλονάκι μὲ πολὺ ἁπλῆ ἐπίπλωση, στὸ πρῶτο πάτωμα, κάθησαν. Δίχως ἄλλο προοίμιο, ὁ Γκράτσι δήλωσε, μιλώντας γαλλικά, πὼς ἡ κυβέρνησή του τὸν ἔχει ἐπιφορτίσει νὰ ἐπιδώσει μιὰν ἐπείγουσα ἀνακοίνωση.

Ἔδωσε τὸ τελεσίγραφο.

Ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἄρχισε νὰ διαβάζει:

«Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἐπανηλειμμένως νὰ διαπιστώσῃ ὅτι, κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς παρούσης συρράξεως ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε καὶ ἐτήρησε στάσιν ἡ ὁποία ἀντίκειται ὄχι μόνον πρὸς τὰς ὁμαλὰς σχέσεις εἰρήνης καὶ καλῆς γειτονίας μεταξὺ δύο χωρῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ καθωρισμὲνα καθήκοντα τὰ ἀπορρέοντα διὰ τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἰδιότἠτός της ὡς οὐδετέρου κράτους...»

Τὸ κείμενο εἴταν μακρύ. Ἀναμασοῦσε τὶς γνωστές, ἀσύστατες αἰτιάσεις: Ἑλληνικές παραχωρήσεις πρὸς τὸν ἀγγλικὸ Στόλο, συνεργασία μαζί του, ἐχθρικὲς πράξεις κατὰ τῆς Ἰταλίας, καταπιέσεις τῶν Ἀλβανῶν τῆς Τσαμουριᾶς, ὅ,τι μπόρεσε νὰ στρατολογήσει ἀπὸ τὸ ἀπόθεμα τῆς χαμηλῆς φαντασίας του ὁ Τσιάνο, ὁ συντάκτης τοῦ κειμένου. Ἀπαιτοῦσε νὰ μποῦνε στὴν Ἑλλάδα τὰ ἰταλικὰ στρατεύματα καὶ νὰ καταλάβουν στρατηγικά τῆς σημεῖα, γιὰ νὰ διασφαλίσουν τὴν οὐδετερότητά της. Ἄν συναντήσουν ἀντίσταση, ἡ ἀντίδραση αὐτὴ «θὰ καμφθῇ διὰ τῶν ὅπλων».

Ὁ Γκράτσι, στὸ βιβλίο του, τὸ γραμμένο εἶν' ἀλήθεια μ' ἔντονο -ἄν καὶ καθυστερημένο- αἴσθημα ντροπῆς γιὰ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυβερνοῦσαν τότε τὴ χώρα του, λέει πὼς τὰ χέρια τοῦ Μεταξᾶ, καθῶς κρατοῦσαν τὸ τελεσίγραφο, ἐλαφρότρεμαν συγκινημένα καὶ τὰ μάτια του, πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιά, εἴταν ὑγρά. Αὐτὸ -ἐξηγεῖ ὁ Γκράτσι- συνέβαινε πάντα στὸ Μεταξᾶ ὅταν εἴτανε συγκινημένος. Ἡ στιγμή, πραγματικά, εἴταν δραματικὴ κι' ἐπίσημη. Τὸ βάρος τῆς εὐθύνης ἀπέναντι στὴν Ἱστορία, στὸ ἔθνος, στὶς παραδόσεις του, θὰ μποροῦσε νὰ λυγίσει πολὺ στιβαροὺς ὤμους. Ἄς εἰπωθεῖ πρὸς τιμὴν τοῦ Μεταξᾶ ὅτι δὲν λύγισε τοὺς δικούς του. Εἶναι ὁλοφάνερο πὼς μέσα στὴ συνείδησή του μιλοῦσε ἐκείνη τὴν ὤρα κάτι πέρα ἀπὸ τὴν πρακτικὴ φρόνηση καὶ τὸν πολιτικὸ ρεαλισμό. Μέσα στὴ νύχτα, στὸ σαλονάκι αὐτὸ ὅπου βρισκόταν μόνος του ὑπόλογος ἀπέναντι στὴν Ἑλλάδα, ἐντολοδόχος της, ὁ Μεταξᾶς ἄκουσε μέσα στὸ αἷμα του τὴ βαθειὰ φωνὴ τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Ὅταν ἀποδιάβασε τὸ κείμενο, σήκωσε τὰ μάτια του, κοίταξε καλὰ τὸν πρεσβευτὴ καὶ μὲ φωνὴ συγκινημένη ἀλλὰ στέρεα, εἶπε:

- Alors, c'est la guerre. Ὥστε λοιπόν, πόλεμος.

Ταραγμένος ὁ Γκράτσι, προσπάθησε νὰ μετριάσει τὴν ἐντύπωση, νὰ ἐξηγήσει. Ἰσχυρίστηκε πὼς αὐτὸ δὲν εἴταν καθόλου ἀπαραίτητο: Ἡ ἰταλικὴ κυβέρνηση, ἀπεναντίας, εἶχε τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ ἑλληνικὴ θ' ἀποδεχόταν αὐτὰ ποὺ τῆς ζητοῦσε ἡ διακοίνωση, θ' ἄφηνε νὰ μποῦν τὰ ἰταλικὰ στρατεύματα. Ἡ κίνησή τους θ' ἄρχιζε στίς 6 τὸ πρωΐ.

- Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει, εἶπε ὁ Μεταξᾶς. Καὶ πῶς φανταζόσαστε, ἀκόμα κι' ἄν ὑποτεθεῖ πὼς θὰ εἶχα τὴν πρόθεση νὰ συγκατατεθῶ, πράγμα ποὺ ἀποκλείεται, ὅτι θὰ προλάβαινα μέσα σὲ τρεῖς ὦρἐς νὰ ξυπνήσω τὸ βασιλέα, νὰ καλέσω τὸν Ὑπουργὸ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν Ἀρχηγὸ τοῦ Ἐπιτελείου, νὰ βάλω σὲ κίνηση ὅλες τὶς τηλεγραφικὲς ὑπηρεσίες τοῦ Στρατοῦ, νὰ δώσω στὰ τμήματα τῶν συνόρων τὶς ἀναγκαῖες ὁδηγίες;

Τὸ ὑποκριτικὸ καὶ βάναυσο ἀδιέξοδο, ποὺ εἴταν κι' ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τοῦ τελεσιγράφου, ὑπογραμμιζόταν ἀπὸ τὸν Ἕλληνα πρωθυπουργὸ γιὰ νὰ γίνει κατάφωρη ἡ κακοπιστία ἐκείνων ποὺ τὸ συνέταξαν. Ὁ Γκράτσι, ἐκτειθέμενος ἄσχημα, δοκίμασε νὰ παρατηρήσει πὼς τὸ πράγμα δὲν τοῦ φαινόταν καὶ τόσο ἀδύνατό· ζήτησε νὰ ὑποδείξει τρόπους, μέτρα.

- Καὶ ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ στρατηγικὰ σημεῖα ποὺ θέλει νὰ καταλάβει ἡ κυβέρνησή σας; ρώτησε ὁ Μεταξᾶς.

- Δὲν ἔχω τὴν παραμικρὴ ἰδέα, Ἐξοχώτατε. Δέν μ' ἔχουν πληροφορήσει σχετικῶς.

- Ὥστε βλέπετε πὼς πρόκειται γιὰ πόλεμο. Ἡ εὐθύνη θὰ βαρύνει ἀποκλειστικὰ τὴν ἰταλικὴ κυβέρνηση. Ἤξερε κάλλιστα πὼς τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἡ Ἑλλὰς εἴτανε νὰ παραμείνει οὐδετέρα. Ἤξερε ὅμως καὶ πὼς εἴμασταν ἀποφασισμένοι νὰ ὑπερασπίσουμε ἀπέναντι σ' ὁποιονδήποτε τὸ ἐθνικό μας ἔδαφος.

Ὁ Γκράτσι σηκώθηκε.

- Διατηρῶ τὴν ἐλπίδα, εἶπε, πὼς θὰ λάβετε ὑπ' ὄψη σας τὴ διαβεβαίωση τῆς διακοινώσεως ὅτι ἡ ἰταλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιβουλεύεται τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος. Θὰ περιμένω τὴν ἀπάντησή σας ὥς τὶς ἔξη, στὴν πρεσβεία.

Ὁ Μεταξᾶς δὲν ἀποκρίθηκε. Μὲ ἀξιοπρέπεια, ἄφησε τὸν πρεσβευτὴ νὰ καταλάβει πὼς ἡ συνομιλία εἶχε τελειώσει. Μόνο στὴν πόρτα τοῦ κήπου, κάτω, στὸ κατώφλι ποὺ εἴχανε δρασκελίσει μπαίνοντας ἕνα τέταρτο τῆς ὤρας πρίν, εἶπε μὲ βαρειὰ φωνή:

- Vous êtes les plus forts. Ἔχετε τὴ δύναμη μὲ τὸ μέρος σας.

Τότε ὁ Γκράτσι ἔνιωσε ντροπιασμένος. Ἡ ἀνανδρία ποὺ τοῦ εἴχαν ἀναθέσει νὰ ἐκφράσει, τοῦ ἀνέβηκε μονομιᾶς στὸ πρόσωπο. Ὁ ἡλικιωμένος αὐτὸς ἄνθρωπος ποὺ στεκόταν ἐκεῖ μπροστά του, καὶ τὸ ἔθνος του, εἴχανε προτιμήσει, στὴν ὑπέρτατη τούτη στιγμή, τὴν ὁδό τῆς θυσίας παρὰ τὴν ἀτίμωση. Μ' εὐλάβεια ὑποκλίθηκε μπροστὰ στὸν Ἕλληνα πρωθυπουργὸ κι' ἔφυγε μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο.

***

Εἴταν ἡ ὤρα τρεῖς καὶ τέταρτο. Κανονικὰ, σὲ δυόμιση ὦρες περίπου ἔπρεπε ν' ἀρχίσει ἡ εἰσβολή. Ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς δὲν εἶχε καιρὸ νὰ χάνει.

Ἀνέβηκε γρήγορα τὸ σπίτι του, πῆρε τὸ τηλέφωνο, ξύπνησε τὸ Βασιλέα. Τὸν κατετόπισε σὲ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ. Ὕστερα εἰδοποίησε τὸν Ἄγγλο Πρέσβυ. Ὁ Πάλλερετ ἀπάντησε πὼς ἀνεβαίνει ἀμέσως στὴν Κηφισιά. Στὸ μεταξύ, ὁ Μεταξᾶς εἰδοποίησε τηλεφωνικῶς τὸν Ἀρχηγὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ ἀντιστράτηγο Παπάγο, τὸν Ἀρχηγὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ναυτικοῦ ναύαρχο Σακελλαρίου. Συνεκάλεσε τὸ Ὑπουργικὸ Συμβούλιο στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν. Στὶς τέσσερες πατὰ τέταρτο ἐπεκοινώνησε τηλεφωνικῶς μὲ τοὺς Ἕλληνες πρέσβεις στὴν Ἄγκυρα καὶ στὸ Βελιγράδι.

Ὁ Ἄγγλος πρεσβευτὴς ἔφτασε στὴν Κηφισιὰ στὶς τέσσερες ἡ ὤρα. Ὁ Μεταξᾶς τοῦ ἀνεκοίνωσε τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίδοση τοῦ τελεσιγράφου καὶ ζήτησε τὴν ἐνίσχυση τῆς Ἀγγλίας στὸν ἄνισο αὐτὸν ἀγῶνα ποὺ ἄρχιζε. Ὁ Πάλλερετ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἡ Ἀγγλία θὰ τηρήσει τὴν ἐγγύηση ποὺ εἶχε δώσει τὴν ἄνοιξη τοῦ 1939 κι' ὅτι θὰ εἰδοποιήσει τὴν κυβέρνησή του.

Ἀμέσως ὕστερα ὁ Μεταξᾶς κατέβηκε στὴν Ἀθήνα. Στὶς τεσσερεσήμιση ἔφτασαν στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ Γεώργιος Β' μὲ τὸν διάδοχο Παῦλο. Μιὰ ὤρα ἀργότερα, ἄρχιζε ἡ συνεδρίαση τοῦ Ὑπουρικοῦ Συμβουλιου. Τὴν ἴδια ὤρα, γινόταν μιὰ παρασπονδία ἀντάξια τῆς ὅλης ὤς τότε ἰταλικῆς πολιτικῆς: Χωρὶς νὰ περιμένουν τὴν ἐκπνοὴ τῆς προθεσμίας ποὺ οἱ ἴδιοι ἔταξαν, οἱ Ἰταλοὶ ἄρχιζαν στὶς 5:30 τὴν ἐπίθεσή τους σ' ὅλο τὸ πλάτος τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου.

Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸ Συμβούλιο, στὸ μεταξύ, συνεδρίαζε. Ὁ Μεταξᾶς, ἀνοίγοντας τὴ συνεδρίαση, εἶχε ἀναδράμει στὰ τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἀπέναντι στὴν Ἰταλία, ἐξιστόρησε τὴ νυχτερινὴ σκηνὴ μὲ τὸν Γκράτσι. Συνεπέρανε:

- Αὐτὴ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὅλη ἐξέλιξις τῆς πολιτικῆς μας. Τώρα, ἐφ' ὅσον πρόκειται νὰ ζητήσω τὰς ὑπογραφάς σας εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, σᾶς δηλῶ ἀπεριφράστως ὅτι, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν ἔχει τυχὸν ἀντίρρησιν ἤ ἐπιφύλαξιν, μπορεῖ νὰ τὴν διατυπώσῃ ἐλευθέρως ἤ, ἄν διαφωνῇ, νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του.

Ἡ συγκίνηση εἴταν βαθειά. Πῆρε ὁ Μεταξᾶς τὰ ἔτοιμα διατάγματα:

- Θέτω πρὸς ὑπογραφὴν τὰ διατάγματα ταῦτα, εἶπε, καὶ ὑπογράφω πρῶτος.

Ἔκανε τὸ σταυρό του, ὑπέγραψε τὸ διάταγμα τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως.

- Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Ἑλλάδα, εἶπε.

Ὁλοι τὸν μιμήθηκαν. Τὰ διατάγματα εἴταν πολλά: Τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ Ναυτικοῦ, τῆς κηρύξεως τῆς χώρας σὲ κατάσταση πολιορκίας, τῆς κηρύξεως σ' ἐμπόλεμη κατάσταση τῆς Ἀεροπορίας, τῆς ἀναλήψεως τῆς γενικῆς ἀρχηγίας τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἀπὸ τὸν Βασιλέα, τοῦ διορισμοῦ τοῦ στρατηγοῦ Παπάγου ὡς Ἀρχιστράτηγου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Οἱ ὑπουργοὶ ὑπέγραφαν στὴ σειρὰ καὶ ξανάλεγαν τὸ λόγο τοῦ πρωθυπουργοῦ: «Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Ἑλλάδα».

Ἔξω ξημέρωνε ἡ 28η Ὀκτωβρίου.

***

Ἕνας ἄνεμος καινούργιος, ἀνυποψίαστος, ἄρχιζε νὰ φυσάει πάνω στὴν Ἀθήνα.

Εἴταν ἡ ὤρα 6 ὅταν οἱ σειρῆνες τῆς ἀντιαεροπορικῆς ἄμυνας ξύπνησαν τὴν πολιτεία. Ὁ οὐρανὸς εἴταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ὁ ὄρθρος, μύριζε δροσιά. Στοὺς δρόμους, τοὺς ἔρημους ἀκόμα, κρότησαν μερικὰ παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οἱ ἄνθρωποι ξυπνοῦσαν ξαφνιασμένοι, ρωτοῦσαν τοὺς πρώτους διαβάτες. Ἕνα βουητὸ ἀνέβαινε λίγο-λίγο ἀπὸ γύρω, ἀπὸ μακρυὰ, τὰ πρῶτα ὁμαδικὰ βήματα πάφλασαν στὴν ἄσφαλτο. Μάτια ὑψώνονταν στὸν οὐρανό, ἔψαχναν. Ὅμως σ' ὅλη αὐτὴ τὴν κίνηση ποὺ ἄρχιζε καὶ πύκνωνε σὲ μικρὲς συντροφιὲς, σὲ ὁμάδες ποὺ ξεκινοῦσαν γιὰ τὰ κέντρα, δὲν ξεχώριζες ταραχὴ ἤ ἀγωνία. Μιὰ διάθεση εὐφορίας, κέφι ἀνάλαφρο, ἀλλόκοτο, ξεσήκωνε τὶς ψυχές, πρωϊνὸ ἀγέρι ποὺ κολπώνει τὸ πανί. Στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποῦ ἀντικρύζονταν, ἔφεγγε ἕνα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, ὁ ἴσαμε χτὲς βουτηγμένος στὴν καθημερινότητα καὶ στὴ βιοπάλη, νὰ μάθαινε ξαφνικὰ πὼς ἔχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

Γιατὶ τὸ πρωΐ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικὰ μιὰ ἀποκάλυψη: Διαφορετικὸ εἶχε πέσει νὰ κοιμηθεῖ τὸ ἔθνος τὴ νύχτα ποὺ πέρασε, διαφορετικὸς ξυπνοῦσε τώρα. Ἡ εἴδηση ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα «Πόλεμος! οἱ Ἰταλοὶ εἰσβάλλουν», εἴτανε σὰ γενικὴ πρόσκληση σὲ ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο καὶ λεβεντιὰ φούσκωναν τὰ στήθη.

Κι' ὁ καθένας, ὁ πιὸ ταπεινός, ἔνιωθε νὰ ξυπνάει μέσα του μιὰ ἐπίγνωση πὼς τρεῖς χιλιάδες χρόνια τὸν καλοῦν μὲ τ' ὄνομά του, τὸ ἄσημο ἴσαμε χτές, νὰ τὰ δικαιώσει, νὰ τὰ ὑπερασπίσει. Ἡ Ἰστορία ἔπαυε νὰ εἶναι λόγια τῶν σχολικῶν βιβλίων καὶ τῶν πανηγυρικῶν λόγων, γινόταν πράξη ζωῆς. Εἶχε φωνὴ βαθειά, βουερὴ μέσα στὸ αἷμα, μιλοῦσε. Κι' ὁ πιὸ ταπεινός, ἔκανε τὴ σκέψη ἄθελά του, πὼς σ' αὐτὸν ἔλαχε νὰ τιμήσει αὐτὴ τὴ φάλαγγα τῶν νεκρῶν ποὺ ξεκινάει ἀπὸ πολὺ μακρυὰ καὶ δίνει νόημα στὸ Χρόνο. Ἡ ἐκλογὴ τῆς Μοίρας εἴταν βαρειά, ἀλλὰ γιὰ τοῦτο καὶ ἡ τιμὴ πολὺ μεγάλη.

Οἱ ἐφημερίδες, ἄν καὶ Δευτέρα, κυκλοφόρησαν· ἔλεγαν μὲ λίγα, χτυπητὰ λόγια τὰ σχετικὰ μὲ τὸ τελεσίγραφο, τὴν εἴδηση πὼς οἱ Ἰταλοὶ θὰ εἰσβὰλουν στὶς ἔξη-τώρα. Κάτι ὀρθωνόταν σύσσωμο, νὰ τοὺς ὑποδεχτεῖ ὄπως ἀρμόζει. Τὸν ἐνθουσιασμὸ τὸν χρωμάτιζε ἡ ἀγανάκτηση, ἡ περιφροσύνη. Δρόμοι, πλατεῖες, σταυροδρόμια, εἴχαν φουντώσει στὸ μεταξὺ ζεστὲς ἀνάσες, κόσμο· μακρυὲς θεωρίες πορεύονταν πρὸς τὴν Ὁμόνοια, τὸ Σύνταγμα, ἐνῶ στὸ ραδιόφωνο ἀκουγόταν τὸ διάγγελμα τοῦ Μεταξᾶ: «Ἡ στιγμὴ ἐπέστη ποὺ θ' ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν τιμήν της...» Σὲ μερικὰ μπαλκόνια φάνηκαν σημαῖες, ὅπως στὴν 25η Μαρτίου. Τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἄρχιζε νὰ τοιχοκολλεῖται στὰ κέντρα. Μέσα του ὁ καθένας ἄκουγε τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο ν' ἀνακρούεται χαμηλόφωνα, τὸν ὕμνο στὴν ἐλευθερία, σὰν προσκλητήριο καὶ σὰν προσευχή.

Ἡ ψυχολογία τοῦ λαοῦ σὲ τέτοιες περιστάσεις φαίνεται στὶς γενικὲς της γραμμὲς ἀπλή, τὸ περιεχόμενό της ὅμως εἶναι σύνθετο. Ἡ ὀργὴ γιὰ τὴ δολερὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀντιπάλου, τὴν ἡθικὴ του ἀναξιοπρέπεια, ξέσπασε ἐκεῖνο τὸ πρωΐ σ' αὐθόρμητες ἐπιθέσεις μὲ στόχο τὶς ἐγκαταστάσεις τῶν Ἰταλῶν μέσα στὴν ἴδια τὴν Ἑλληνικὴ πρωτεύουσα. Διαδηλώσεις ἔσπασαν τὸ πρακτορεῖο τῆς ἀεροπορικὴς Ἑταιρίας Ἄλα Λιττόρια στὸ Σύνταγμα, τὴν Κάζα ντ' Ἰτάλια τῆς ὁδοῦ Πατησίων. Εἶχε γίνει ξαφνικὰ συνειδητὸ πὼς καὶ τὰ δύο αὐτὰ κρύβανε ἴσαμε χτες κέντρα κατασκοπείας και προπαγάνδρας. Ἡ δυσαναλογία, ἔπειτα, ἀνάμεσα στὸν ὄγκο τῶν ἰμπεριαλιστικῶν ἀξιώσεων τοῦ ἐχθροῦ καὶ στὸ ἠθικὸ του ὑπόβαθρο, ξυπνοῦσε μιὰν ἔντονη διάθεση γιὰ ὀνειδισμό. Εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ χρωματίσει στὸ ἑξῆς, σὲ στενὴ ἐναλλαγὴ μὲ τὸν βαθύτερα δραματικὸ τόνο, ὅλο τὸν ἀγώνα.

Ὅταν στὶς 9,30 ἔγινε ὁ πρῶτος ἀεροπορικὸς συναγερμὸς στὴν πρωτεύουσα καὶ φάνηκαν σὲ λίγο, πολὺ ψηλά, τὰ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα, ὁ πληθυσμὸς δὲν σκέφτηκε νὰ κατέβει στὰ καταφύγια, ὅπως τὸν εἶχαν διδάξει. Στάθηκε καὶ κοίταζε τὸ θέαμα ἀπὸ τοὺς δρόμους, τὰ μπαλκόνια, τὶς ταράτσες. Βόμβες προορισμένες γιὰ τὸν Πειραιᾶ ἔπεσαν στὴ θάλασσα. Στὸ Τατόϊ δὲν σημειώθηκαν ζημιές· χτυπήθηκε ὅμως σὲ τρία ἀλλεπάληλα κύματα ἡ Πάτρα, ὅπου τ' ἀεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά, ἔρριξαν πάνω στὸν ἄμαχο πληθυσμό. Ξεθαρρεμένος ἐκεῖνος, εἶχε μείνει ἔξω ἀπὸ τὰ καταφύγια, ὅπως στὴν Ἀθήνα. Οἱ πενήντα νεκροί του καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἑκατὸ τραυματίες ἔκαναν φανερὸ πὼς ὁ ἐχθρὸς εἴταν ἀποφασισμένος νὰ ἐπιδείξει τὴ δύναμή του ὅπου τὸ μποροῦσε, βάναυσα.

Βομβαρδίστηκαν τὴν ἴδια μέρα ἐγκαταστάσεις κοντὰ στὸν Ἰσθμό, ἡ Ναυτικὴ βάση τῆς Πρέβεζας, τὰ ἔργα ὑδρεύσεως στὸ Φασιδέρι τῆς Κηφισιᾶς, ἡ Κινέτα, ἡ περιοχὴ Ἰστιαίας. Στὴν Ἀθήνα, κατὰ τὶς 11 ἡ ὤρα , φάνηκαν μέσα σ' ἀνοιχτὸ αὐτοκίνητο νὰ περνᾶνε ἀργὰ ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς δρόμους ὁ Γεώργιος ὁ Β' καὶ ὁ Μεταξᾶς. Χαιρετοῦσαν χαμογελαστοὶ τὰ πλήθη, ποὺ εἴχαν συνεπαρθεῖ ἀπὸ ἐνθουσιασμό. Λησμονήθηκαν τότε διαφωνίες, ἀντιρρήσεις γιὰ τὸ καθεστώς, πολιτικὲς ἀντιθέσεις, ὅλα. Κύματα κόσμος ἔζωνε τὸ αὐτοκίνητο, χυνόταν πάνω του, ζητωκραύγαζε, χειροκροτοῦσε. Αὐτὰ - ἐκεῖ, εἴτανε τὰ πρόσωπα ποὺ ἐνσάρκωναν τὴ θέληση τοῦ ἔθνους, τὸ φρόνημά του, τίποτ' ἄλλο. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε ἀποκτήσει μπροστὰ στὸν ἐθνικὸ ἐχθρὸ τὴν ψυχική του ἑνότητα.

Τὸ πρῶτο πολεμικὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου, ποὺ βγῆκε σ' ἔκτακτες ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων κοντὰ τὸ μεσημέρι, ἔδωσε μὲ λιτὴ ἀξιοπρέπεια τὸν τόνο στὴν ὅλη Ὑπόθεση. Σὰν κείμενο, ἐπέζησε, μπῆκε στὴν Ἰστορία: «Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουν ἀπὸ τὶς 5.30 σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ πατρίου ἐδάφους».

Ἐκεῖ-πέρα, στὰ σύνορα, βροντοῦσε τὸ κανόνι. Σὲ περισυλλογὴ βαθύτατη, μὲ κλεισμένα μάτια, τὸ ἄκουγε μέσα της κάθε ἑλληνικὴ ψυχή.

***

Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ ξέρει, στὶς πρῶτες ἐκεῖνες ὦρες, ποιά ἐξέλιξη θὰ εἶχε ἡ ἀναμέτρηση· ὅλες οἱ ἐνδείξεις, λογικά, ἔπειθαν πὼς ὁ ἐπιτιθέμενος, ἀργὰ ἤ γρήγορα, θὰ ἐπικρατοῦσε. Μήπως δὲν εἶχε μιὰν ἐκμηδενιστικὴ ὑπεροχή; Ὡστόσο ἕνα πράγμα ἔκανε ἀμέσως ἐντύπωση παντοῦ στὸ ἐξωτερικό, ὅπου ἔφτασε ὁ ἀντίλαλος τοῦ ἐγερτηρίου ποὺ σήμανε στὸν ἑλληνικὸ βράχο: Πὼς ἡ Ἑλλάδα ἀντιστεκόταν, πολεμοῦσε. Μὲ πεῖσμα. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὅπου οἱ δυνάμεις τοῦ Ἄξονος εἲταν ἀκαταμάχητες, παντοῦ νικηφόρες, ἡ Ἀγγλία ἀπομονωμένη, τελευταῖος μαχητής, καὶ τὸ παιχνίδι κερδισμένο πιὰ σχεδὸν ἀπὸ τοὺς δυὸ δικτάτορες, ἐνῶ δέος συνεῖχε ἡττημένους καὶ οὐδετέρους, ἕνα κράτος μικρό, ἐκεῖ στὴν ἄκρη τῆς Βαλκανικῆς, ὀρθώθηκε ἀποφασισμένο νὰ ὑπερασπίσει τὰ ἱερά του. Ἡ παράτολμη ἀπόφαση του ξάφνιαζε, ἡ ψυχική του δύναμη συγκινοῦσε. Ὁ κόσμος μάθαινε γι' ἄλλη μιὰ φορὰ πὼς ἄξιοι νὰ ζοῦν εἶναι μόνο αὐτοὶ ποὺ ξέρουν νὰ πεθαίνουν.

Τὶς ὦρες ἐκεῖνες, ἕνας Ἀμερικανὸς ἀνταποκριτής κατέβαινε μὲ τὸ τραῖνο ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι. Πήγαινε νὰ παρακολουθήσει τὰ γεγονότα ἀπὸ κοντά. «Ἔξω ἀπὸ τὴν Κοζάνη -γράφει- συναντήσαμε φάλαγγες ἀπανωτές, στρατό, καὶ μακρυὲς θεωρίες βραδυποροῦντα τμήματα. Κυμάτιζαν στὸ δρόμο τραβῶντας κατὰ τὸ βοριά, κατὰ τὴ Φλώρινα, πορεύονταν ἔτσι ἀπὸ πολλές ἡμέρες, ἀλλὰ οἱ στρατιῶτες μᾶς χαιρέτησαν φωναχτὰ καὶ μᾶς κούνησαν τὰ χέρια τους καθὼς ἀντιπερνούσαμε. Εἴταν ἄντρες μὲ λαμπερὰ μάτια, νευρωμένοι. Φαίνονταν γεροί, στέρεοι, μ' ὅλο ποὺ οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς στολές τους εἴταν τσαλακωμένες κι' ἀκατάστασες καὶ μοιάζουνε διπλὸ μπόϊ γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς. «Τοὺς κακόμοιρους», εἲπαμε μεταξύ μας, «τί πιθανότητες νὰ ἔχουν ἀπέναντι στὸν ἰταλικὸ στρατό; Μπορεῖ τώρα ποὺ μιλᾶμε οἱ φασιστικὲς μηχανοκίνητες μεραρχίες νὰ ἔχουν φτάσει κιόλας στὸ ἕνα τρίτο τοῦ δρόμου γιὰ τὴν Ἀθήνα». Οἱ μικροὶ ὅμως αὐτοὶ Ἕλληνες, ὅπως κι' ὁ κόσμος ποὺ βλέπαμε στὰ χωριά, δὲν φαίνονταν καθόλου νά σκοτίζονται. Τραβοῦσαν ἐμπρός, ὅλο μπρός».

Τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς εἰσβολῆς ἔρχονται πρῶτα τὰ τηλεγραφικὰ μηνύματα τοῦ Γεωργίου τοῦ ΣΤ' τῆς Ἀγγλίας, τοῦ πρωθυπουργοῦ της Οὐΐνστον Τσῶρτσιλ, τοῦ πρωθυπουργοῦ τοῦ Καναδᾶ Μακένζυ Κίνγκ. «Ἡ ὑπόθεσίς σας εἶναι καὶ δική μας ὑπόθεσις», λέει ὁ Γεώργιος ὁ ΣΤ'. «Ἡ Ἰταλία εὖρε τὰς ἀπειλὰς τοῦ ἐκφοβισμοῦ ἀνωφελεῖς ἔναντι τοῦ ἡρέμου θάρρους σας», γράφει ὁ Τσῶρτσιλ. Καὶ ὁ Μακένζυ Κίνγκ δηλώνει ὅτι, τὴ στιγμὴ ὅπου «ἡ κοιτὶς τοῦ εὐγενεστέρου πολιτισμοῦ ποὺ ἐγνώρισεν ἡ ἀνθρωπότης, ἡ χώρα εἰς τὴν ὁποίαν ὁφείλομεν ὅ,τι καθιστᾶ τὴν ζωὴν ἀνωτέραν καὶ ὡραιοτέραν, ὑφίσταται τοιαύτην ἐπίθεσιν, ὅλων τῶν ἀληθινῶν ἀνθρώπων ἡ θέσις εἶναι πάρα τὸ πλευρόν της». Ἀσυγκράτητος εἶναι ὁ ἐνθουσιασμὸς στὶς ἑλληνικὲς παροικίες: Κωνσταντινούπολη, Κύπρο, Αἴγυπτο· στρατεύσιμοι κι' ἐθελοντὲς παρουσιάζονται στὶς προξενικὲς Ἀρχές, ζητᾶνε νὰ πᾶνε στὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ πολεμήσουν. Τὸ πρακτορείο Ρώϋτερ, τὶς πρῶτες ἡμέρες ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγώνα, μιλάει γιὰ κατακλυσμὸ συμπάθειας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Στὴν Ἀμερική, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα βγεῖ στὸν πόλεμο, ἡ πάλη ποὺ διεξάγεται στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου ἐπηρεάζει τὸ φρόνημα γιὰ τὶς ἐπικείμενες προεδρικὲς ἐκλογές: «Ὁ ἀμερικανικός λαός -γράφει ὁ «Κρίστιαν Σάϊἐνς Μόνιτορ» τῆς Βοστώνης- ψηφίζων σήμερον (5 Νοεμβρίου) δὲν εὑρίσκεται πλέον πρὸ τοῦ θεάματος ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης ἐνταχθείσης οἰκειοθελῶς εἰς τὴν «Νέαν Τάξιν Πραγμάτων» καὶ ἐπιθυμούσης ἀντὶ πάσης θυσίας τὴν εἰρήνην...» Ἡ Γαλλία, φιμωμένη τώρα ἀπὸ τὴ γερμανικὴ κατοχή, μπορεῖ νὰ μιλήσει μόνον ἀπὸ τὸν ἐλεύθερο ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Ἀφικῆς· καὶ λέει γιὰ τοὺς Ἕλληνες: «τοὺς ἐξορκίζουμε νὰ μὴ πιστέψουν πὼς οἱ Γάλλοι ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν τύχη τῆς ἔνδοξης πατρίδας τους. Ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ Γάλλοι βρίσκονται σήμερα πλάϊ στὴ μικρὴ Ἑλλάδα, ποὺ δίνει καὶ σ' ἄλλα, μεγαλύτερα ἔθνη, ἕνα ὑπέροχο παράδειγμα».

Ἡ Γιουγκοσλαβία, ἴσαμε χτὲς ἀμφίρροπη, μονομιᾶς παρασύρεται, διαλέγει, κι' ὁ ἐνθουσιαμός της -τηλεγραφεῖ τὸ Ρώϋτερ- εἶναι κάτι τὸ μοναδικό. Ἡ Τουρκία, μὲ σύσσωμο τὸν Τύπο της, πανηγυρίζει: «Ζήτω ἡ Ἑλλάς! γράφει ἡ «Ἰκδάμ» στὶς 29 Ὀκτωβρίου. Εἴμεθα ὑπερήφανοι διότι συνδεόμεθα διὰ συμμαχίας μὲ ἕνα τέτοιο ἔθνος.» Καὶ ἡ «Βακήτ», γιὰ τὴν Ἑλλάδα: «ἀλησμόνητον δι' ὅλον τὸν κόσμον παράδειγμα γενναιότητος».

Ἴσαμε τὴν Ἄπω Ἀνατολὴ φτάνει ἡ ἀπήχηση. Στὶς Ἰνδίες κρίνουν ὅτι «τὸ μέλλον τῶν Βαλκανίων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τύχη τῆς Ἑλλάδος». Στὴν ἀξονικὴ Ἰαπωνία φαίνεται τόσο ἀπίστευτο τὸ γεγονὸς ὥστε καταγγέλεται ὅτι «ἡ Ἑλλάς ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἰταλίας»! «Ἀλλὰ τὴν ἀκριβέστερη ἐκτίμηση τῆς στιγμῆς, ὅπως θὰ τὸ ἀποδείξει ἡ συνέχεια, τὴν κάνει πάλι ὁ ἀμερικανικὸς «Κρίστιαν Σάϊενς Μόνιτορ» : «Δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς χωρὶς δισταγμὸν, ὅτι ἴσως ἐκεῖ ἐπάνω, εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου, κρίνεται ἡ τύχη ὁλόκληρου τοῦ πολέμου».

Ἐκεῖ κρινόταν, πραγματικά. Ἡ λιτὴ ἀπάντηση στὸν πρεσβευτὴ τῆς Ἰταλίας, τὸ «δὲν σᾶς ἐπιτρέπουμε νὰ περάσετε», ποὺ εἴταν τὸ νόημα τῆς δραματικὰ σύντομης συνομιλὶας μέσα στὴ φθινοπωρινὴ νύχτα τῆς Κηφισιᾶς, σημείωνε μιὰν ἱστορικὴ καμπή. Ἄλλαζε τὸ ἦθος τοῦ Πολέμου τῶν πέντε ἠπείρων.



Ἑλληνικὴ Ἐποποιΐα 1940-1941, Ἄγγελου Τερζάκη
Τὸ βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Τερζάκη, σὲ μορφὴ .pdf


Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *