ΝΙΚΟΛΑΕ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΕ ΧΑΙΡΕ
![Σχέδιο του Νίκου Εγγονόπουλου [Ανδρική φιγούρα που κρατάει λουλούδι]](https://ellinonfos.gr/wp-content/uploads/2025/10/nikos-eggonopoulos.png)
Θαλῆς Ἀργυρόπουλος
«ΛΥΠΟΥΜΑΙ πού θά σᾶς στενοχωρήσω ἀλλά σᾶς ὀφείλω τήν ἀλήθεια»· ἐλαφριά συγκαταβατικότητα καί ταυτόχρονα μιά ἐπιβεβαίωση ἀδιαφιλονίκητης ἀνωτερότητας, καί ὅλα αὐτά λεγόντουσαν μέ ἤσυχη καί χαμηλή φωνή χωρίς ἐμπάθεια ἀλλά καί δίχως «φράγκικη» ψυχρότητα, μέ ἐκεῖνα τά καθαρά, ἀκαθόριστου χρώματος μάτια νά κοιτάζουν ἀπό χαμηλά πρός τά ἐπάνω, ἐρευνητικά καί ἀπολογητικά, ζητώντας πάντα ἀναγνώριση καί φιλία.
Ὑπελόγιζε πάντα στήν διαπίστωση αὐτῆς τῆς φιλίας, χωρίς αὐταπάτη θεληματική ἤ ποιητική, μέ σκοπό νά ξεχωρίσει τήν ἀδέσμευτη χαρά τῆς ζωῆς ἀπό τήν δυσφορία τῆς ἄκαμπτης ἀντικειμενικότητας, πιστεύοντας πάντα στή δική του ἀλήθεια τήν «ὑπέρ»ρεαλιστική. «Ἔκανε μέ τό νοῦ του μπαϊράμι» ὅπως συχνά μονολογοῦσε.
Παρ’ ὅλη τήν εὐγενική καί μοιραία ἀπομόνωσή του δέν ἔχανε ποτέ τήν εὐκαιρία γιά κάθε μορφῆς ὁμαδική ἐπαφή. Φρόντιζε νά ἐπισημαίνει μέ τήν κοσμοπολίτικη συμπεριφορά του, πῶς τιμοῦσε τόν συνομιλητή του.
Ὅταν κάποιος μαθητής του, καί παραχρήμα ὅταν ὁποιοσδήποτε πλησίαζε τόν Ἐγγονόπουλο γινόταν μαθητής του, χρησιμοποιοῦσε τήν καθιερωμένη ἔκφραση ἐρώτησης «Συγγνώμην μπορῶ νά …;» ἀστραπιαῖα καί στερεότυπα ἐρχόταν ἡ ἀνταπόκριση γιά νά ζεστάνει τήν ἀτμόσφαιρα: «Μά γιατί νά σᾶς συγχωρήσω, κάνατε τίποτα κακό;»
Φίλοι δέν ὑπήρχαν, μέ τήν ἔννοια τῆς ἀποκλειστικότητας, ὅποιος καί ὁπόταν τόν πλησίαζε εἶχε τό ἀναφαίρετο δικαίωμα νά δεχθεῖ τήν προσήκουσα ἀνταπόκριση πού τοῦ ἅρμοζε γιά τόν χρόνο πού ἐκεῖνος καθόριζε χωρίς νά φθαρεῖ στῶν συναναστροφῶν τήν ἐπαφή. Ἀποστροφή καί πιθανή ἀνταγωνιστικότητα ἐκφραζόταν μέ τούς εὐγενικούς ὑπαινιγμούς τῶν ποιημάτων του μέ ἀξιοζήλευτη ἐπιστημονική ἀκρίβεια καί ἀντικειμενικότητα «ὁ σεμνός συκοφάντης», «οἱ λαφυραγωγοί τοῦ σπέρματος», «ὁ βρωμερός Φιλιππουλίτης»…
«Εἶμαι φτωχός, γι’ αὐτό ἀγοράζω ἀκριβά πράγματα»· ποτέ τά σπάνια δῶρα του δέν ἦταν φτηνά σέ ποιότητα ἤ γούστο. «Μά Ἐγγονόπουλε ἀπό ποῦ καί ὥς ποῦ εἶσαι Ἀρβανίτης ἀφοῦ εἶσαι Κωνσταντινουπολίτης!» Μέ στερεότυπη μετριοφροσύνη μέσα ἀπό ἕνα πνιχτό χαμόγελο ἐρχόταν ἡ ἀπάντηση «θέλεις νά πεῖς πώς εἶμαι καί λιγουλάκι Κοσμοπολίτης;» Πραγματικά αὐτό ἐννοοῦσε μέ ὅλη τή σημασία τῆς μεγαλόφρονης σκέψης καί συμπεριφορᾶς.
Ποίηση καί ζωγραφική προσδιόριζαν τήν προσωπικότητά του ἀλληλοσυμπληρώνοντας δημιουργία, σκέψη καί τεχνική. Συνήθιζε νά λέει πώς δέν ὑπῆρχε τίποτα γραμμένο μέ ἑλληνικά στοιχεῖα πού νά μήν τό εἶχε διαβάσει, θά ‘ταν πολύ δύσκολο νά ἀποδειχθεῖ τό ἀντίθετο στήν λογικά ἀπίθανη αὐτή ὑπερβολή.
Ὅταν κάποιος μαθητής βρισκόταν σέ δυσκολία νά ἀποδώσει κάποιο χρῶμα ἀπό ἀντιγραφή, μέ τό ἕνα χέρι στήν τσέπη καί τό ἄλλο βαστώντας τό αἰώνιο τσιγάρο, μέ σταθερή καί ἐπιταχτική φωνή ἡ ὁδηγία δινόταν μέ ἀκρίβεια μαθηματικῆς ἐξίσωσης καί ἡ ἀξιοπιστία τῆς ἀπόδοσης ἐπιβεβαιωνόταν μέ σεμνή αὐταρέσκεια σηκώνοντας γελαστά τό ἀριστερό του φρύδι.
«Ὁ μεταδίδων πληροφορία τήν πιστεύει» μιά ἀρχή τῆς τεχνικῆς πού ἀκολουθοῦσε στήν ἀδιάκοπη διδασκαλία του. Μή θέλοντας νά φανεῖ ἀποφθεγματικός κήρυκας ἤ νά οἰκειοποιηθεῖ γνῶμες ἀλλονῶν ἀπέδιδε σέ κάποιους ἀκόμα καί τήν δική του σκέψη ἤ δημιουργία. Μέ παραβολές, φανταστικές ἱστορίες ἤ παροιμίες ἐξισώνονταν μέ τούς συνομιλητές του, ξαλαφρώνοντας τήν ἀτμόσφαιρα ἀπό τό βάρος τῆς ἰσχυρής προσωπικότητάς του.
Κάποτε πήγαμε ὅλοι μαζί γιά νά ἀγοράσει ἡ κατοπινή γυναίκα του τό πρῶτο της αὐτοκίνητο. Σέ ὅλη τήν διάρκεια τῶν διαπραγματεύσεων ὁ Ἐγγονόπουλος ἄνοιξε μεγάλη συζήτηση μέ τόν πωλητή γιά θέματα διάφορα καί ἄσχετα μέ τό αὐτοκίνητο. Ὁ Ἄρης, ἐτσι λεγόταν ὁ πωλητής, ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν παρουσία του δέν κρατήθηκε καί μοῦ ψιθύρισε μέ θαυμασμό: «Τί παράξενος ἄνθρωπος αὐτός ὁ κύριος». Δέν φαντάστηκα ὅτι εἶχε ἀντιληφθεῖ τήν κουβέντα. Ὕστερα ἀπό καιρό, σέ κάποια στιγμή, μέ χαρούμενο καί αὐτάρεσκο χαμόγελο, κινώντας, ὅπως συχνά συνήθιζε, τό δεξί του χέρι μέ τό τσιγάρο ἐλικοειδῶς πρός τά πάνω, σιγοψιθύρισε: «Τό εἶπε καί ὁ κύριος Ἄρης: “παράξενος ἄνθρωπος αὐτός ὁ κύριος”». Πάντοτε καλοδεχούμενη ἡ ἀναγνώριση πού ἤθελε γιά τόν ἐαυτό του ἀπό ὁπουδήποτε κι ἄν ἐρχόταν μέ αὐθορμητισμό καί εἰλικρίνεια.
«Καπνίζεις Ἐγγονόπουλε, καπνίζεις πολύ…». «Ναί τρία πακέτα, πού φιλοδοξῶ νά τά κάνω τέσσερα, ἀλλά δέν προφταίνω γιατί περνάει ἡ μέρα.» Πλειοδότης πάντα σέ κάθε ὑπερβολή, ἔστω καί γιά τετριμμένα θέματα. Ὁ διάλογος πάντα στολιζόταν μέ τήν ὑπαρκτή γιά κεῖνον ὑπερρεαλιστική χαρά τῆς τέχνης. Ποτέ δέν τόν ἀποχωρίστηκα χωρίς νά αἰσθάνομαι πιό πλούσιος σέ σκέψη καί ἀγάπη γιά τήν ζωή.
Σκέπασε τήν θλίψη τοῦ φυσικοῦ θανάτου ἡ προσφορά τῆς χαρᾶς πού ἔδωσε μέ τήν ζωή του. Δέν ἔγινε ὅμως φτωχότερη ἡ ζωή γιά τούς φίλους του πού δέχτηκαν τήν πλούσια κληρονομιά. Μετά τήν ταφή του, ὅταν ὅλοι ἔφυγαν, μερικές δεκάδες νέων, ἔμειναν γιά λίγη ὥρα σκόρπιοι ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀμίλητοι καί σκεπτικοί… Μαντεύω τό θλιμμένο σου χαμόγελο γεμάτο ἱκανοποίηση.
Δέν ἔκλαψα τόν Ἐγγονόπουλο, οὔτε ἴσως μέ ἕνα δάκρυ· πῶς θά τολμοῦσα ἄλλωστε νά ἀπαντήσω στήν ἐπιτακτική του παραίνεση: «Θαλή παιδί μου, ἄφησε αὐτά τά θλιβερά πράγματα, ἕλα νά κουβεντιάσουμε, νά πιοῦμε ἕνα κρασί, νά δοῦμε ὡραῖες ζωγραφιές».
Λένε πώς πέθανε ὁ Ἐγγονόπουλος· ἐγώ δέν τό πιστεύω· ἄν ἦταν ἀλήθεια θά μου τό ἔλεγε ἐκεῖνος ὁ ἴδιος. Ἄλλωστε πώς εἶναι δυνατόν νά πεθάνουν τά κόκκινα γαρούφαλλα τῶν ζωγραφιῶν του καί ἡ χαρά τῶν ποιημάτων του;

Εγγονόπουλος Νικος-Η επιστροφή των πουλιών, 1946 (Πηγή: paletaart3 – Χρώμα & Φώς
ΧΑΙΡΕ(Σ)ΤΕ
οἱ τύψεις τοῦ κόσμου τῶν ἀγαπημένων γυναικῶν
σέ πολλές πόλεις
μοιάζουνε μέ τοῦ κινηματογράφου τίς μητρότητες
καί τά αἰνιγματώδη τοπία
ἐνῶ στήν ἄσφαλτο
—γιά θυμηθῆτε—
τί θρῆνος
τί κτίρια
τί λιτανεῖες
γιά νά
μᾶς δώσουν
γιά νά μᾶς σώσουν
κι’ ὅμως μέσα στά μαῦρα μάτια
ὑπάρχει
καί ζεῖ καί μαίνεται
ἡ διαβατάρικη
ζωή
στά μάτια τά μαῦρα τά γιομάτα
κίτρινα
τριαντάφυλλα
μ’ ὅλο
τό φόβο τό βαθύ
τῆς
ἄνοιξης
μήν τραγουδᾶς :
στ’ ἄσπρα
τά πόδια
χείλια εὐλαβικά τῆς μέθης
μ’ ἄνθη
τοῦ ἀγροῦ
γυρίσαμε ὅλη τή γῆ
—ἔρμο παιδί—
τί κούραση
τί δάκρυα
ζητήσαμε παραμονές γιορτῆς
(λεπτά θλιμμένες)
θυμάρια
δέηση
δύση
μαῦροι πρωτογέννητοι
λοφία
λόφοι
πάντα ἡ Ἐλεωνόρα πάντα
—ἀρκοῦσε τό περίστροφο στῶν κροτάφων τά ἐρωτηματικά—
δεῖχτε μας τήν
καρδιά
σας
τό πνεῦμα σας
καί θά σᾶς ποῦμε
ποιητές αἰθέριοι
χειρονομᾶτε
μέσα στό βράδυ
ζητᾶτε
πάντα θά βρῆτε
νά καί ναοί
καί τάφοι
κι’ ἀψίδες
θριάμβου
—l’amour l’oubli—
τά δέντρα τά δέντρα τά δέντρα
βροχή
διαβάστε
στά σύννεφα τούς καϋμούς σας
οἱ κήποι τί
νά λέν
ζοῦν ἄραγες
αἰσθάνονται κι’ αὐτοί
ἤ ἔτσι…
μι’ ἀνία
πουθενά δέν μπόρεσα νά συναντήσω
τόν
ἑαυτό
μου
ἀκούω φωνές
ἄνεμοι θαλασσινοί
πέρα ἀπό κεῖνο τό δάσος μέ τίς σημύδες
ὁ μικρός
ὁρμίσκος
εἶναι μιάν ὁλόκληρη ἰστορία
σταθῆτε:
γυρνώντας μέσ’ στὰ χωράφια
ἀπόγεμα
—ὑπό βροχήν—
βρήκαμε
τίς περιπέτειες τῆς νοσταλγίας
Πηγές: Περιοδικό Χάρτης, τχ. 25-26 (Νοέμβριος 1988), Νίκος Εγγονόπουλος – Η επιστροφή των πουλιών (1946)