“Τ᾿ ἁπλὸ παιδὶ ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ…”

Το ποίημα «Τ᾿ ἁπλὸ παιδὶ ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ…»  αποκαλύπτει με διαύγεια τον λυρικό πυρήνα της ποιητικής του Λαπαθιώτη. Ο ποιητής αναδεικνύει την αξία της απλότητας και της σεμνότητας μέσα από την εξομολόγηση ενός έρωτα που υπερβαίνει τις κοινωνικές συμβάσεις. Η σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά, που διαθέτουν λούσα και κοστούμια, λειτουργεί ως αντίστιξη: το απλό παιδί δεν αισθάνεται κατωτερότητα, αλλά χαμογελά, βρίσκοντας στην αγάπη και στη συντροφικότητα μια μορφή παρηγοριάς. Έτσι, η εικόνα του χαμόγελου γίνεται συμβολική κορύφωση του ποιήματος: είναι η έκφραση της εσωτερικής πληρότητας που γεννά η αγνότητα.

Ο Λαπαθιώτης, μέσα από το ποίημα αυτό, προβάλλει μία ερωτική ηθική όπου η αξία δεν ορίζεται από τον κοινωνικό ρόλο, αλλά από την αλήθεια του συναισθήματος. Ο έρωτας γίνεται δύναμη που αναδεικνύει το ουσιώδες: την καθαρότητα της ψυχής και την ειλικρίνεια του βλέμματος.  Το ποίημα αυτό  είναι ένα από τα πιο εμβληματικά του, καθώς αποτυπώνει την ουσία της ποιητικής του, τον λυρισμό της απλότητας, την υπεράσπιση της αθωότητας και την πίστη στην αλήθεια του έρωτα. Ένα ποίημα τρυφερό, άμεσο και διαχρονικό, που εξακολουθεί να συγκινεί γιατί υμνεί το αυθεντικό και το ανθρώπινο απέναντι στο επιτηδευμένο και το ψευδές.

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Τ᾿ ἁπλὸ παιδὶ ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ…

Τ᾿ ἁπλὸ παιδί, ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ, δὲν ἔζησε στὰ πλούτη,
δὲν ἔχει τρόπους νὰ φερθεῖ καὶ μήτε νὰ ντυθεῖ,
-μά ῾ναι τὸ πιὸ καλὸ παιδί, ποὺ μὲς στὴν πλάση τούτη
μπορεῖ ν᾿ ἀπαντηθεῖ!

Δὲν ξέρει γράμματα πολλά, δὲν κάνει γιὰ σαλόνι,
τὰ ροῦχα του εἶναι τῆς δουλειᾶς, τριμμένα καὶ παλιά,
-μὰ τὸ μεγάλωσε τὸ φῶς, αὐτὸ ποὺ μεγαλώνει
τὰ ξένοιαστα πουλιά…

Κι ἄλλοτε μοῦ ῾τυχε ξανά, -στὸ διάβα κάποιου δρόμου,
νὰ περπατήσω συντροφιὰ μὲ διάφορα παιδιά,
-μ᾿ αὐτό, σεμνὸ καὶ ταπεινό, βαδίζει στὸ πλευρό μου,
σὰ μιὰ μικρὴ καρδιά…

Κι ὅταν τῶν ἄλλων τῶν παιδιῶν τὰ λοῦσα βλέπει πλάι
κι αὐτὸ δὲν ἔχει πιὸ καλὸ κοστούμι νὰ ντυθεῖ,
τότε γυρίζει τὴ ματιά -καὶ μοῦ χαμογελάει,
νὰ παρηγορηθεῖ…

(Το ποίημα το έχει μελοποιήσει η Μάρθα Μεναχέμ, παραλείποντας για κάποιον λόγο την τελευταία στροφή).

Μία επιστολή του Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, με ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935, αναφέρει ότι το ποίημα είχε δοθεί στον ποιητή και εκδότη Πέτρο Χάρη για τη Νέα Εστία, αλλά δεν δημοσιεύτηκε εκεί «για λόγους ηθικής» Τελικά, το ποίημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φλόγα, στο τελευταίο τεύχος που εξέδωσε (τεύχος 6-7, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935), υπό τον τίτλο «Ανέκδοτο».
Το ποίημα δεν ανήκει σε συλλογή που να έχει εκδοθεί εκείνη την εποχή, στον πρώτο τόμο των ποιημάτων του Λαπαθιώτη ή σε κάποιο βιβλίο του του 1939 τουλάχιστον· η πρώτη του δημοσίευση έγινε στα τεύχη Φλόγα 6-7 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935), ως ανέκδοτο
πηγή: ιστολόγιο Νίκου Σαραντάκου.



Πηγή: Η γεωμετρία των ιδεών

Ίσως σας ενδιαφέρουν…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

The maximum upload file size: 64 MB. You can upload: image, audio, video, document, spreadsheet, interactive, text, archive, code, other. Links to YouTube, Facebook, Twitter and other services inserted in the comment text will be automatically embedded. Drop file here