Θὰ λείψουν ποτὲ οἱ πόλεμοι;
ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ
Τοὺς πρώτους μήνες τοῦ 1939, ὁ κ. Νίκος Ἀγγέλου ἔκαμε ἕνα ἐπίκαιρο ἐρώτημα σε πολλοὺς λογοτέχνες καὶ καλλιτέχνες μας, τὸ ἴδιο ἐρώτημα ποὺ ἔβαζε σὲ σκληρὴ δοκιμασία τὴν παγκόσμια σκέψη: Θὰ λείψουν ποτὲ οἱ πόλεμοι;
ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ
Ἀφοῦ ἡ σύγκρουσις καὶ δύο λίθων ἀκόμη δημιουργεῖ φῶς, δὲν θὰ λείψουν οἱ πόλεμοι, παρά, ὅταν ὁ μισὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ πολεμήσει μὲ τὸν… ἄλλον μισόν.
(Δημ. Γρ. Καμπούρογλους)
Ἓνας ἠθικὸς πολιτισμός,—κι’ ὄχι, ἀπλῶς ἐπιστημονικός, καὶ μερικός, καθὼς αὐτὸς ποὺ ζοῦμε (ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς ἀρκεῖται μόνο στὴν ἰκανοποίηση τῶν ἐξωτερικῶν μας ἀναγκῶν, καὶ τῶν βιωτικῶν ἀνέσεῶν μας)—, θὰ μποροῦσε, ἀσφαλῶς, νὰ συντελέση σὲ μιὰν σημαντικὴν ἀναθεώρηση ὡρισμένων σφαλερῶν ἰδανικῶν μας, στὰ ὁποῖα, ἀποκλειστικά, ὀφείλεται τὸ πάθος τοῦ πολέμου.—
Ἄν, κάποτε, ἐκεῖνα καταπέσουν, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνεργητικότητα, ποὺ διατίθεται στὴν ἀλληλοσφαγή, θὰ στραφῆ πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις, εὐεργετικώτερες κι’ ἀνώτερες. Τὸ ἄγος τῶν πολέμων θὰ ἐκλείψη, μόνον ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀνασυγκροτηθοῦν σὲ κάπως πιὸ πνευματικὲς κοινωνικὲς ὀμάδες.—
Ὅσο τὸ σκότος τὸ πυκνὸ θὰ βασιλεύη, μέσ’ στὶς σκέψεις καὶ τὶς ἀντιλήψεις, —ὅσο τὸ βδελυρὸ αἱματοκύλισμα θὰ βρίσκη ραψωδοὺς νὰ τὸ ὑμνοῦν, φιλοσόφους νὰ τὸ εὐνοούν, καὶ ἡγέτες τῶν μαζῶν νὰ τὸ καλλιεργοῦν, ἀπὸ φιλοδοξίες ἤ συμφέροντα—, τὸ πνεύμα τοῦ Κακοῦ θὰ θριαμβεύη…—
Ἀλλὰ μπορεῖ ποτὲ ἡ ἀνθρωπότητα νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τοὺς μαύρος δαίμονες, ποὺ τῆς ὑπαγορεύουν τὶς κινήσεις; Μπορεῖ ποτὲ ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπ’ τὶς κακές της ἔξεις; Μπορεῖ ποτὲ ν’ ἀφυπνισθῆ, καὶ νὰ τὶς ἀ π ο σ ε ί σ η;…—
Καὶ ξαναρωτῶ, κι’ ἐγῶ μαζί σας: Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λείψουν οἱ πόλεμοι ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα;…
(Ναπολέων Λαπαθιώτης)
Οἱ πόλεμοι δὲν θὰ λείψουν ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ἔνστικτο τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ ἰδίου ἀτομικοῦ συμφέροντος, οἱ ὁμαδικοὶ συνασπισμοὶ πρὸς ἐπιτυχίαν ὡρισμένων σκοπῶν εἰς βάρος ἄλλων ὁμάδων, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλαργυρία, ὁ ἐγωϊσμός, ἡ φιλαρχία τῶν ἀρχηγῶν, αἴτια κεφαλαιώδη πάσης ῥήξεως μεταξύ ἀτόμων, ὁμάδων, λαῶν, συναφῆ ὅλα πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ διανόησιν, δὲν θὰ παύσουν ποτὲ ὑφιστάμενα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτραποῦν συρράξεις μεταξὺ τῶν λαῶν, ὧν ὁ εἶς ἐπιζητεῖ πρὸς ἴδιον ὄφελος τὴν ἐξόντωσιν τοῦ ἄλλου.
(Διονύσιος Λαυράγκας)
Ἄν πάψη ποτὲ τὸ ἀλληλοφάγωμα στὴ φύση, μπορεῖ νὰ πάψουν κ’ οἱ πόλεμοι. Ἀλλά….
(Μιλτιάδης Μαλακάσης)
Ἅμα λείψουν οἱ ἀφορμὲς τους, θὰ λείψουνε καὶ οἱ πόλεμοι ἀπ’ τὸν πολυτάραχο κόσμο. Μὰ θὰ λείψουν ποτὲ οἱ ἀφορμές;
(Κωστῆς Παλαμᾶς)
Θὰ σᾶς ἀπαντοῦσα… ἂν δὲν ἦταν φόβος νὰ μ’ ἀκούσουν οἱ ἔμποροι πολεμικῶν εἰδῶν!
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)
Ὁ ἄνθρωπος ὅταν μένει ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ἐπιβολὴ καὶ ἀπὸ κάθε ὑποβολή, φοβεῖται καὶ μισεῖ τὸν πόλεμο, καὶ στὸ ἀντίκρυσμά του καὶ στὸ πλησίασμά του ἀνατριχιάζει ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς του. Καὶ στὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς, ἴσως ὁ καθένας ποὺ τὸν προκαλεῖ, νὰ τὸν θέλει γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ οἱ «ἄλλοι» αὐτοί, γιὰ κείνους ποὺ κανονίζουν τὶς τύχες τῶν λαῶν, εἶναι αὐτοὶ οἱ λαοί!
Γιατὶ εἶναι πάντα ἀληθινό ὅτι:
Qvidqvid delirant reges
plectuntur Achivi
Ἄν καμμιὰ φορὰ—κουβέντα νὰ γίνεται!—οἱ λαοὶ κατώρθωναν νὰ λάβουν τόσο τέλεια συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ τους, ὥστε νὰ ποῦν στοὺς κυβερνῆτες τους ποὺ τοὺς στρατολογοῦν καὶ τοὺς στέλνουν στὸν πόλεμο,—νὰ ποῦν ἔτσι:
— Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε… παλληκάρια! Παλληκάρια εἴστε σεῖς! Τὰ ὅπλα τὰ ἀφίνομε στὴν ἐκλογή σας. Ἐμεῖς θὰ σᾶς κυττάζουμε ποὺ θὰ ἀλληλοσκοτωνόσαστε καὶ θὰ… χειροκροτήσουμε τὸ νικητή μ’ ἐνθουσιασμό! Ἀλλὰ καὶ στὴν ταφὴ τῶν νικημένων θὰ βγάλουμε λόγους καὶ ποιήματα. Θὰ δώσουμε καί… παράσημα!!
………………
Ἄν μπορούσανε ποτὲ νὰ γίνουν αὐτά…
(Διονύσιος Λαυράγκας)
Ὅταν θὰ βρεθῇ ἕνα φτηνό χάπι, ποὺ νὰ τὸ πέρνῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ πρωΐ καὶ νὰ ζῇ χωρὶς φαΐ ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα, τότε ἵσως λείψουν καὶ οἱ πόλεμοι. Δὲ διαφέρουμε ἀπὸ τοὺς πρωτόγονους, ποὺ ὁ ἕνας ἀρπάζει γιὰ νὰ ζήσῃ τὸ φαΐ τοῦ ἄλλου.
(Παντελῆς Χὸρν)
Δὲν τὸ πιστεύω πιά.
(Ἠλίας Βενέζης)
Ὅπως πάει τὸ πράμμα, θὰ λείψουν τότε, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι!
(Δημοσθένης Ν. Βουτυρᾶς)
Οἱ ἡρωϊκοὶ ἀγῶνες, εἶναι κι’ αὐτοὶ στοιχεῖο ζωῆς. Δὲν εἶναι πιθανὸ πὼς θὰ λείψουνε, μὰ μπορεῖ, μὲ τὸ πέρασμα τῶν καιρῶν καὶ τὴν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ μετατεθοῦνε σὲ ἄλλες σφαῖρες, πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ὑλικῆς βίας καὶ καταστροφής.
Οἱ μακρινοί μας ἀπόγονοι, σὰ διαβάζουν πολεμικὰ κατορθώματα θὰ τριγυρίζονται ἀπὸ λογὶς ἀπορίες, γιὰ νὰ ψυχολογήσουν κι’ ἐξηγήσουν τὶς ἱστορικὲς ἐποχὲς τῶν προγόνων τους.
(Ρήγας Γκόλφης)
Ποτὲ δὲν θὰ λείψουν, μὰ οὔτε καὶ θὰ ἔπρεπε!
(Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία)
Ελπίζω, φοβούμαι: ποτέ!
«Φοβούμαι» γιατί μέσα μου μια φωνή, ο «άνθρωπος» είναι φυσικο να λυπάται τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα. Γιαφτό «φοβούμαι» πως δε θα πάψει ποτέ ο πόλεμος.
«Ελπίζω», γιατί μέσαμου υπάρχει και μια αλη φωνη, που δε νιάζεται για την εφτυχία του ανθρώπου (κάθε ανθρώπου και προπάντων εμένα) και ξέρει πως ο «πόλεμος πάντων πατηρ», χωρις αφτον θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερο, η ζωη. Η φωνη αφτη, φυσικα, μέσαμου δεν είναι αποκλειστικα δικήμου, ειναι «απάνθρωπη» ή «υπεράνθρωπη» ή καλήτερα «περάνθρωπη» (πέρα απο τον «άνθρωπο»), που μάχεται για σκοπους πολυ πιοπέρα απο τον άνθρωπο, Κι αφτη η φωνη «ελπίζει» πως ο πόλεμος δε θα πάψει ποτε.
(Νίκος Καζαντζάκης)
Θὰ λείψουνε μόνο μὲ τὴν ἀγάπη. Αὐτὸ ποὺ λέγω θὰ φανεῖ κοινοτοπία, μὰ ὅλες οἱ ἀλήθειες εἶναι κοινοτοπίες.
(Φώτης Κόντογλου)
Ἐνόσῳ ὑπάρχουν κεφαλαιοκράται καὶ τυχάρπαστοι ἀρχηγοὶ κρατῶν, οἱ πόλεμοι δὲν θὰ λείψουν.
(Ν. Ι. Λάσκαρης)
Ἡ Ἱστορία τῶν Ἀνθρώπων ποὺ πέρασε, δὲν μᾶς ἀφίνει καὶ πολὺν αἰσιοδοξία…
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὰ ἀγριότερα καὶ κακότερα ζῶα τῆς φύσης, καὶ αἰῶνες πολλοὶ ἴσως θὰ χρειαστοῦν γιὰ νὰ ἀποβάλλει τὰ φρικτὰ ἔνστικτά του καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ αὐτά.
(Λιλίκα Νάκου)
Ὄχι, ποτέ!
Τὰ ἀγαθὰ τῆς Γῆς δὲν ἀρκοῦν γιὰ ὅλη την Ἀνθρωπότητα. Ἡ Καλλιέργεια τῆς χέρσου τῶν ὑπερβορείων καὶ τῶν πολικῶν χωρῶν εἶναι οὐτοπία.
Κάθε κράτος ποὺ θὰ βλέπῃ τὸν πληθυσμό του ν’ αὐξάνεται, θὰ βλέπει καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ. Καὶ θὰ κάνῃ πόλεμο
(Γρηγόριος Ξενόπουλος)
Βεβαια, οταν η ανθρωποτητα ανδρωθει, γιατι τωρα ακομα παιδιαριζει· βρισκεται στην ηλικια της Προληψης και του Μυθου.
(Βασιλης Ρωτας)
Πρέπει νὰ τὸ ἐλπίζουμε, νὰ τὸ βεβαιώνουμε, ὅπως πρέπει νὰ ἐλπίζουμε, νὰ βεβαιώνουμε ὅλα τὰ εὐγενῆ πλάσματα τῆς φαντασίας μὲ τὰ ὁποῖα αὐταπατᾶται ἡ φτωχιὰ ἀνθρωπότητα.
(Nicolas Segur – Ν. Ἐπισκοπόπουλος)
Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐγείρεται μπροστά μας τοῦτο τὸ ἀνήσυχο ἐρώτημα σημαίνει, πὼς ὑπάρχει μέσα μας μιὰ ἐνδόμυχη εὐχὴ νὰ δοῦμε τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀποκαταστημένη μέσα στὴ συνεννόηση καὶ τὴν εἰρηνικὴ συνεργασία.
Πολλὰ ἀκόμη παρόμοια ἐρωτήματα διατυπώνει ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του. Ἔτσι π.χ. ἀκοῦμε τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων ν’ ἀγωνιοῦν μπροστὰ στὸ πρόβλημα τῆς δικαίωσης τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων: δὲ θὰ ὑπάρξει τάχα κάποια στιγμή, μεγάλη στιγμὴ καὶ κάποιος χῶρος, ὅπου θὰ ἔχει ὁ καθένας ἐκεῖνο, ποὺ πραγματικὰ τοῦ ἀξίζει, ἀφοῦ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καμμιὰ ἤ τόσο λίγη σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴν εὐτυχία καὶ τὸ δίκιο;
Κι’ ἄλλα τέτοια ἐρωτήματα μᾶς ἀνησυχοῦν. Μὰ ὅσο συχνὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουμε, ἄλλο τόσο ἡ λύση τους ἀπομακρύνεται, μᾶς ξεγελάει καὶ μένει ἀσύλληπτη. Ὁ ἄνθρωπος ταράζεται ἀνέκαθεν ἀπὸ ὡρισμένα ἀσίγαστα, ἐρωτήματα, κατέχεται ἀπὸ πόθους ἀκατάλυτους, στὸ βάθος τῶν ὁποίων κεῖται πάντα ἡ ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας.
Εὐχόμαστε ἀπὸ καταβολῆς κόσμου τὴν εἰρηνικὴ συμβίωση τῶν λαῶν. Μόλο ποὺ ἔχουν περάσει 6000 χρόνια ἱστορικῆς ζωῆς, δὲ βλέπουμε νάχει ὑπάρξει κάποια στιγμή, ποὺ νὰ στάθηκε δυνατὴ ἡ πραγματοποίηση. Δυὸ εὐκαιρίες μεγάλες δοθῆκαν, ἡ pax romana καὶ ὁ χριστιανισμός. Μὰ αὐτὲς δὲν ἔκαναν παρὰ νὰ ἐπαληθεύσουν αὐτό, ποὺ διαρκῶς φαίνεται πιὸ πιθανό, πὼς κάθε εἰρήνη εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν προϋπόθεση τοῦ ἐξαφανισμοῦ τῆς ἰδιαίτερης ζωῆς, πὼς κάθε γενικὴ εἰρήνη προϋποθέτει ἕναν τάφο ἐθνικὸ ἢ ἀτομικό. Ἡ ρωμαϊκὴ εἰρήνη εἴχεν ἀρνηθεῖ ἰδιαίτερη ὑπαρξη στὰ ἔθνη· ὁ χριστιανισμὸς πήγαινε νὰ καταλύσει ὅλα τὰ ὅρια, ὃλες τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα σὲ ἔθνη, φῦλα καὶ ἡλικίες καὶ ἄτομα καὶ νὰ δημιουργήσει μία ἀσύλληπτη ἐνότητα εἰρήνης, μέσα στὴν ὁποία θὰ εἲχαν καταποντισθεῖ οἱ διαμάχες καὶ οἱ ἀντιθέσεις καὶ ἡ ἰδιαίτερη ζωή.
Μὲ τὰ δύο μεγάλα πειράματα πάνω στὸ καυστικὸ πρόβλημα τῆς εἰρήνης, μὲ τὴ ρωμαϊκὴ εἰρήνη καὶ τὸ χριστιανισμό, ἡ ἀνθρωπότητα βγῆκε πιὸ φωτισμένη στὴν ἴδια της μοῖρα (Στὰ χρόνια μας κι ὁ κομμουνισμὸς δοκίμασε κάτι ἀνάλογο, ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ κάτω ἀπ’ τὰ μεγάλα λόγια ἡ παρῳδία καὶ ἡ φενάκη). Ἀποδείχτηκε, πὼς ἐκεῖνο ποὺ πήγαινε νὰ γίνει «ἕνα», εἴχε μέσα του τὸ σπόρο τῆς διάσπασης. Ἔγινε «πολλὰ», διάφορα, ἀντίθετα. Ἡ ἑνότητα διαλύθηκε. Ἡ ἀνθρωπότητα ἀφέθηκε στὴ διάλυση, στὸν τεμαχισμό της, στὴ ρήξη, τὴ διαμάχη, τὸν πόλεμο. Ὁ πόλεμος φάνηκε σὰν ἡ ἔντονη πραγματοποίηση μιᾶς ἀνάγκης γιὰ διαμάχη καὶ ἀγῶνα, ποὺ κατέχει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὰν πρωταρχικὸ στοιχεῖο καὶ νικάει κάθε προσπάθεια εἰρήνης.
Ἡ ἰδέα γιὰ μιὰ παγκόσμια εἰρήνη, γιὰ μιὰ ἄρση τῶν ἀντιθέσεων ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, εἶναι μιὰ ὡραία οὐτοπία, ποὺ μὲ τρόπο ἀκατανίκητο ἐπαναλαμβάνει τὴ φοίτησή της στὸ μυαλὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ εἶναι σύγχρονα μιὰ οὐτοπία, τῆς ὁποίας τὴν πραγματοποίηση ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἀποστέργει.
Ἐδῶ λοιπὰν κεῖται τὸ πρόβλημα. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθοῦν οἱ εἰρηνιστικοὶ ὁραματισμοὶ τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχει ἡ ἀνθρωπότητα ν’ ἀγωνισθεῖ, νὰ πολεμήσει γιὰ νὰ ζήσει; Τὸ ἄτομο εἶναι τὸ συνειδητὸ μόριο τοῦ γένους, ποὺ ὀνομάζουμε ἀνθρωπότητα. Ὁ ἄνθρωπος σὰν ἄτομο ἔχει μάτια καὶ βλέπει· καὶ ἡ ὀδύνη τῶν ὀφθαλμῶν γίνεται γι’ αὐτὸ καυστικὴ ἀνάγκη ἀναπαύσεως καὶ γαλήνης. Τὸ ἄτομο ἀκόμη, ὑποφέρει τὸ ἴδιο, εἶναι φορέας συνειδητὸς τοῦ πανανθρώπινου ἄλγους· ἑνῶ ἡ ἀνθρωπότητα δὲ βλέπει τίποτα, δὲ γνωρίζει τίποτα· εἶναι μιὰ συνολικὴ ἔκφανση τῆς ζωης ποὺ δὲ «γνωρίζει» τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ μὲ τὸν ἀγῶνα, τὴ διαμάχη, τὸν πόλεμο νὰ τὸν κρατήσει νὰ μὴν πέσει καὶ ἐξαφανισθεῖ. Δυστυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος γιατὶ «βλέπει» καὶ ἐπιθυμεῖ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει· ἀνάλγητη, ἀδιάφορη, φυσικὴ ἐντελῶς εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα, ποὺ βαδίζει τὸ δρόμο της κρατημένη μονάχα ἀπὸ τὴ μυστικὴ θέληση νὰ μὴν ἐξαφανίσει τὸν ἑαυτό της. Ποιός συμβιβασμὸς μπορεῖ νὰ ὑπάρξει; Αἰσθανόμαστε μιὰ ἀκατανίκητη ροπὴ πρὸς τὴ γαλήνη. Ἴσως εἶναι αὐτὸ ἕνα αἴσθημα ἀντιζωικό, ἴσως εἶναι πολὺ κοντὰ στὸν τάφο, ὃταν ἡ ἀνθρωπότητα ἀγωνίζεται γιὰ νὰ ὑπάρξει. Ἡ μέσα στὴ γαλήνη ὅμως πάλι νέκρωση τῆς συνείδησης ποὺ εἶναι γεμάτη ὀδύνη, καημό, λαχτάρα καὶ πάθος, ἀγωνία καὶ θλίψη, ἀγῶνα καὶ σπαραγμό, εἶναι ἕνας πραγματικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ ὅταν μᾶς ἀπειλεῖ ἕνας τέτοιος κίνδυνος γαλήνης μιὰ ποὺ τὰ μάτια μας ἔχουν ἀνοίξει καὶ «εἴδαν», ριπτάζεται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὸν κίνδυνο τοῦ χαμοῦ. Ἐγὼ ἐδὼ στὸ χωριὸ τοῦ Λαγκαδᾶ παρατοπισμένος φοβοῦμαι πολὺ τὴ νεκρικὴ γαλήνη, ποὺ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξή μου. Τόσα χρόνια ἔζησα καὶ τώρα πάω νὰ πεθάνω ζωντανός. Ἆραγε θὰ νικήσω; Πόσο μεγάλες ἀπειλὲς μὲ τριγυρίζουν! Καὶ ἡ μεγαλύτερη, τὸ κουδοῦνι. Σκέπτομαι, ὅτι πάω νὰ χάσω μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ψυχικὴ ἀδράνεια καὶ τὴ γαλήνη ὅ,τι ζωνατὸ καὶ σπαρταροῦσε μέσα μου. Ἴσως μιὰ μέρα ἡ ψυχικὴ ζωή μου θὰ ρυθμίζεται ὁλόκληρη μὲ τὸ κουδοῦνι. Καὶ τότε τί θὰ εἶμαι; Ἕνας δέκτης· θὰ ἔχω πεθάνει.
Λοιπόν, καταλαβαίνω, πὼς μιὰ ὀδυνηρὴ ἀντίφαση χαρακτηρίζει τὴν ὕπαρξή μας: σὰν ἄνθρωποι ποθοῦμε τὴ γαλήνη καὶ ὅταν τὴν ἔχουμε, ἀντιδροῦμε.
Ὅμως ἐκεῖνο, ποὺ λέμε κοινὰ εἰρήνη δὲν ἔχει νὰ κάνει τίποτα μὲ τὴν ἀνάγκη τῆς γαλήνης καὶ τὴ ἄπωσή της. Ἡ εἰρήνη στέκεται σὰ σχέση ὄχι ἀνάμεσα στὰ ἐσωτερικά μας στοιχεῖα, ἀλλ’ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ πόλεμος, σὰν ἔννοια ἀντίθετη πρὸς τὴν εἰρήνη, γίνεται κι’ αὐτὸς ἕνα γεγονὸς ἐξωτερικό, πραγματοποιούμενο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Μὰ ἐδὼ πρέπει νὰ γίνει ἀντιληπτὴ μιὰ πιὸ βαθειὰ διαφορά. Ἐνῶ δηλαδὴ ἀνάμεσα στὴ διαμάχη καὶ τὴ γαλήνη ὑπάρχει σχέση ποιοῦ, ἀνάλογα μὲ τὴ σχέση «ζωῆς» καὶ «θανάτου», σὲ ὅ,τι ἑνώνει τὸν πόλεμο μὲ τὴν εἰρήνη ὑπάρχει μόνο σχέση ἐντάσεως. Οὐσιαστικὰ δηλαδὴ πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶμα: γιὰ τὴ σχέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους· καὶ λέμε, πὼς αὐτὸ ποὺ κινεῖται μ’ ἕνα ρυθμὸ κανονικὸ καὶ βραδὺ καὶ γι’ αὐτὸ αδιαίσθητο, εἶναι ἡ εἰρήνη, μὰ ἡ ἴδια γίνεται πόλεμος, ὅταν ὁ ρυθμὸς ἐπιταχυνθεῖ, ὀξυνθεῖ καὶ γίνει μὲ τρόπο τυραννικὸ μάλιστα συνειδητός.
Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ ρυθμοῦ δημιουργεῖ συνέπειες ὑπολογίσιμες. Ἡ βίαιη κίνηση, ὁ πόλεμος, ποὺ καταλήγει σὲ μιὰ ἀναζήτηση νέας ἰσορροπίας, εἶναι γιὰ τὴ συνείδησή μας μιὰ τραγικὴ κατάσταση, ἐνῶ ἡ ἀργοκίνητη πορεία, ποὺ προχωρεῖ πάνω σὲ μιὰ ἱσορροπία, ποὺ ἔχει βρεθεῖ, ἡ εἰρήνη, ἀφήνει χαλαρὴ τὴν ψυχή μας καὶ γιὰ τοῦτο ἀνθεῖ τὸ γέλοιο, ἡ χαρά, τὸ μέθυ, ἡ εὐθυμία, ἡ καλοπροαίρετη καὶ ἔξυπνη εἰρωνεία. Γεννιέται ἡ κωμωδία τῆς ζωῆς.
Ἡ εἰρήνη ὡστόσο δὲν εἶναι μιὰ κατάσταση ἀδράνειας καὶ γαλήνης. Τὸ γέλοιο κ’ ἡ χαρὰ δροσίζουν τὶς ψυχὲς καὶ ζωογονοῦν τὶς δημιουργικές της δυνάμεις, ὅταν κανένας κίνδυνος δὲν μᾶς ἀπειλεῖ ἀπ’ ἔξω. Μά, κατὰ παράξενη ἀντινομία τῆς φύσης μας, αὐτὴ ἡ χαρὰ τῆς δημιουργίας εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς δράσης, μιᾶς νίκης, πάνω στὶς τραγικὲς ἐκρήξεις καὶ συγκρούσεις ποὺ συμβαίνουν μέσα μας. «Δημιουργεῖ» ὁ ἄνθρωπος ποὺ νίκησε, ποὺ ταχτοποίησε μὲ τὴ χαρὰ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο· δημιουργεῖ τὸ ἔθνος, ποὺ μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν πίστη νίκησε ὅλες τὶς καταλυτικὲς δυνάμεις, ποὺ τὸ συνθέτουν ἀπὸ μέσα. Ἡ εἰρήνη εἶναι λοιπὸν ὄχι ἕνα ἀποτέλεσμα διπλωματικῶν συμφωνιῶν, ἀλλὰ ἑνὸς εὐρημένου πιὰ ρυθμοὺ ζωῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ ὁ πόλεμος μᾶς δίνει τὸν ἀναζητούμενο ἀκόμα ρυθμό.
Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστέψουμε, πὼς μπορεῖ νὰ λείψει ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ζητοῦμε ἕνα, ὅτι πιστεύουμε σ’ ἕναν αἰώνιο καὶ ἀκύμαντο ρυθμὸ γιὰ τὴ ζωή μας; Γιὰ μένα φαίνεται τὸ πρᾶγμα νὰ ἔχει τὴν ἴδια σημασία σὰ νὰ εὐχώμαστε ν’ ἀλλάξει ὁ ρυθμὸς τῆς φύσης, ὥστε ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τοὺς χειμῶνες καὶ νἄχουμε αἰώνια ἄνοιξη.
Σὲ τέτοιο βαθμὸ πιστεύω, πὼς τὸ ζήτημα νὰ καταπαύσουν οἱ πόλεμοι εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη θέληση.
Εἶμαι λοιπὸν πολεμοχαρής; Ὄχι, ἀλλὰ πιστεύω, πὼς ὑπάρχει κάποια μυστικὴ δύναμη ποὺ ἐπιταχύνει ἤ ἐπιβραδύνει τὸ ρυθμὸ τῆς ζωῆς, δύναμη ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ θέλησή μας, καὶ αὐτὴ δημιουργεῖ εἰρήνη καὶ πόλεμο. Αὐτὴ ἡ συστολὴ καὶ διαστολὴ τοῦ ρυθμοῦ ἔχει κάποιες ἀναλογίες μὲ τὴ συστολὴ καὶ διαστολὴ τῶν κυμάτων τῆς θάλασσας, τὴ γαλήνη καὶ τὴν τρικυμία τοῦ πελάγου· ἔχει ἀκόμη σχέση μὲ τὴ θεομηνία καὶ τὴν εὐδία: τὸν ἀνέφελο οὐρανὸ καὶ τὸ χαλάζι· μὲ τὴν ἀμπώτιδα καὶ τὴν πλημμύρα. Ὅλα αὐτὰ ἀνήκουν σὲ κάποιο ἀνεξιχνίαστο γήινο πλανητικό μυστικό. Ὁ πόλεμος εἶναι ἕνα φαινόμενο· δὲν εἶναι μιὰ ἀπόφαση ποὺ λαμβάνεται καὶ καταλύεται.
Μὰ ὅταν ἔτσι καθιερώνεται μέσα στὴ φυσικὴ τάξη τῶν πραγμάτων ὁ πόλεμος, τότε δὰ ἴσως θὰ πεῖ κανεὶς πὼς δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ τὴ διάκριση ἑνός δίκαιου ἀπὸ ἕναν ἄδικο πόλεμο. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔθεσα ἔτσι τὸ ζήτημα. Εἵπα ὅτι ὁ κάθε πόλεμος εἴναι νόμιμος ὡς πόλεμος. Εἶναι δουλειὰ ἔπειτα τῶν ἀνθρώπων νὰ τὸν θεωρήσουν ἄδικο ἤ δίκαιο. Καὶ βέβαια, ὅταν ἀπὸ τὴ φυσική περιοχὴ μεταφέρουμε τὸν πόλεμο στὴν ἠθική, τότε θ’ ἀρχίσουμε νὰ συζητοῦμε γι’ αὐτόν, ἐνῶ αὐτὸς θὰ μᾶς ἀγνοεῖ καὶ ἔξω ἀπὸ κάθε ἠθικὴ δικαίωση θὰ κάνει ν’ ἀκούουνται οἱ σιδερένιοι βηματισμοί του…
(Π. Σπανδωνίδης)
Δημοσιεύμενο τόν Ἰούνιο του 1945 στὸ περιοδικὸ «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
