ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΣΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Christ on the cross ~ El Greco

Christ on the cross - El Greco
Πηγή: Wikiart.com

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐξέρχεσθε εἰς συνάντησιν
αὐτοῦ (Ματθαῖος ΚΕ § 6).
Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῃ δὲ
ἐν ἐμοὶ Χριστός. (Παῦλος πρὸς Γαλάτας 2 § 20)

Σταυρώθηκε ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς δήλωνε μὲ κάθε καθαρότητα, πὼς
ἡ ρίζα τῆς καταγωγῆς μας ἦταν ὁ Θεός, γιὰ νὰ μὴν λησμονούσαμε
πὼς μπορούσαμε καὶ μόνοι μας νὰ σωζώμασταν· θ' ἀρκοῦσε
ἔτσι νὰ αἰσθανόμασταν τῶν Συμπάντων τὴ μουσική τους
συμπεριφορά. Πῶς γινόμασταν λοιπὸν ὀλικόπιστοι, ὅταν
ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς ἔγινε πολὺ στενὸς συγγενής μας καὶ
περπάτησε μὲ τὴν πειθὼ τοῦ θαύματος στῆς θάλασσας τὸ
κυλιόμενο δάπεδο; Ἂς στερεωνόμασταν στὴν Ἀγάπη Του,
καθὼς στερεωνόταν τὸ διαμάντι μέσα στὰ σπλάχνα τῆς γῆς
μὲ τὸν ἄνθρακα σχετιζόμενο, ὅπως τὰ Σύμπαντα στὶς
ἀθέατες τῆς ἕλξης κολόνες τὶς θαυμάσιες. Κι ἕνα μονάχο του
ὀξὺ ἀγκάθι ἀπὸ τὸ Σταυρικό Του στεφάνι θὰ μᾶς γιάτρευε
ἀπὸ τῆς πολλῆς ἀπιστίας μας τὴν ἀσθένεια.

*

Ἂ νὰ 'χαμε τὸν πράο μας Ἰησοῦ παρηγοριὰ στῶν θλίψεων
τὴ θύρα! (Ὅταν λυγίζαμε, δὲν μέναμε πάλι ὄρθιοι; Δὲ μᾶς
τὸ μάθαινε αὐτὸ τὸ μάθημα τοῦ δέντρου ἡ φυσικὴ σοφία
τοποθετημένη ἀπὸ τὸ Θεό; Ὅταν ἀδειάζαμε ἀπὸ τῶν
ἐγωισμῶν μας τὸ βαρὺ κονιορτό, δὲ γεμίζαμε μὲ τοῦ
Σύμπαντος τὴν ἐνέργεια ἁπλὰ καὶ φυσικά, ὅπως
παίρναμε τὸν καρπὸ ὕστερα ἀπὸ τοῦ ἄνθους τὴν
εἴδηση; Δὲ μεταμόρφωσε τὸ νερὸ σὲ κρασὶ τοῦ γάμου, γιὰ
νὰ μᾶς δήλωνε, πὼς ἡ ζωὴ ὄφειλε νὰ 'ταν τῆς γιορτῆς
ἕνα ἱερὸ δικαίωμα;)

*

Τῶν οὐρανῶν ἡ δόξα ἔλαβε τὸ σχῆμα τὸ ἀνθρώπινο
καὶ φανέρωνε τὴ βαθιὰ δεκτικότητα τῶν ὑδάτων,
γιὰ νὰ κερδίζαμε τὴν ἀνεκτικότητα καὶ τὴ
συμπάθεια γιὰ τὸ δέντρο, τὸ πτηνό, τὸ ζῶο, τὴν
πέτρα καὶ τὸν κάθε μας συνάνθρωπο.
Μ' ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε», ὁ ληστὴς αὐτοστιγμεὶ ἔγινε τοῦ Παραδείσου
ἕνας εὔθυμος κάτοικος. Ἂ νὰ μᾶς ἔπαιρνε ὁ ταπεινὸς Ἰησοῦς στῆς ἀγάπης Του
τὸν ὦμο, ὅπως τὸ χαμένο πρόβατο· ὢ νὰ μᾶς γύρευε καὶ νὰ μᾶς εὕρισκε
σὰν τὴ χαμένη δραχμή!

*

Μέσα ἀπὸ τὸ Κῆτος του βγῆκε ὁ προφήτης Ἰωνᾶς στὴ Νινευὶ καὶ
δίδασκε τὴ μετάνοια. Κι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐτάφη τριήμερος καὶ
κήρυξε περίτρανα τοῦ θανάτου τὴν κατάργηση καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν
ἐλευθερία. Στὶς στενὲς αὐτὲς ἡμέρες μας δὲ χρειαζόμασταν τὶς
καρδιές μας, ὀρθάνοιχτες πύλες, γιὰ νὰ εἰσχωρούσαμε τοῦ
Θεοῦ τὴν εὐφροσύνη;
Ὁ πειρασμὸς στὴν ἔρημο· Τοῦ φώναζε νὰ 'κανε τὰ λιθάρια ἄρτους,
καὶ τοῦ ὑποσχόταν τῆς ἐξουσίας τὸ συνηθιζόμενο ἀλκοόλ, ἐνῶ
εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἀφοβία τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ἐλευθερία.

*

(Ἐκείνη ἡ χαριτωμένη ἔκρηξη τῆς δίκαιης ὀργῆς Του στοὺς ἀργυραμοιβοὺς
τοῦ Ναοῦ δὲν ἦταν καὶ μιὰ βαθιὰ συμπόνια γιὰ τὸν ἄνθρωπο;)

*

Ὢ Καλέ μας Ἰησοῦ, χειραγώγιζέ μας στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν
ἐμπιστοσύνη μεταξύ μας γιὰ νὰ 'χαμε τοῦ σπόρου τὴν
καλὴ πανπεριεκτηκότητα καὶ νὰ θυμόμασταν πὼς εἴχαμε
μέσα μας τὸ Θεὸ ὅπως ἡ ἐλιὰ τὸ λάδι καὶ τὸ γάλα τὸ βούτυρο.
Κάνε μας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους συμφιλιωμένους ὅπως
ἕνα δέντρο ταπεινωμένο μὲ τῶν πολλῶν του καρπῶν
τὸ γελαστὸ πλοῦτο!

*

Ὄχι, δὲν κήρυττε καμιὰ κόλαση, πάνω στὸ Σταυρό του
ἐμπαιζόμενος ἀπὸ τὰ χίλια βέλη τῆς χλεύης, ὅταν μέσα ἀπὸ
τὶς ἀνοιγμένες πύλες τῶν πληγῶν Του ὅπου ἔμπαινε μαζὶ μὲ
τὴν ὀδύνη καὶ ἡ βελόνη τῆς αὐγινῆς ψύχρας παρακαλοῦσε
τὸν Πατέρα Του νὰ συγχωροῦσε τοὺς σταυρωτές Του, γιατὶ
δὲ γνώριζαν τί ἔκαναν.

*

Τί νὰ θυμόταν ὁ γιὸς τοῦ ξυλουργοῦ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου;
Μήπως τὴ λεπτὴ καὶ ἐπίμονη ὑπομονὴ τῆς δουλειᾶς Του,
ὅταν λείεναι τὸ κέδρο καὶ τὸ κυπαρίσσι μὲ τὴν πλάνη του,
γιὰ νὰ ὁμαλιζόταν καὶ νὰ γινόταν ἑρμάριο καὶ θύρα καὶ παράθυρο,
κάθισμα καὶ τραπέζι, γιὰ νὰ συγκέντρωνε ὕστερα ἀπὸ τὸν κόπο
τῆς ἐργασίας τὴ φαμίλια στὸ δεῖπνο της; Μήπως τὸ γυρισμὸ τῶν χελιδονιῶν
καὶ τῶν κελαηδημάτων τους τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ πέταγμά τους
τὸ εὐκίνητο; Μήπως τὸ φίλημα τῆς θάλασσας σ' ἕνα χαλίκι, σ' ἕνα
βότσαλο;

*

Ὢ νὰ λαυρεύαμε τὸν πιστό μας φίλο τὸν Ἰησοῦ, ποὺ γιὰ τὴν
ἀγάπη μας χώρεσε τὸ μεγάλο πόνο στὴν καρδιά Του, ἐκεῖνο
τῶν πολλῶν μας ἐπιθυμιῶν τὸ ρυθμιζόμενο δοχεῖο. Ἂ ν' ἀγαπούσαμε
τὰ παιδιὰ ὅπως ἐκεῖνος καὶ νὰ μὴ σκοτώναμε
τὸ ἄδολο στὰ χείλη τους χαμόγελο!

*

(Πότε στὴν οἰκουμένη θὰ κατεβάζαμε τὴν πείνα καὶ τὸ φόβο
πολὺ πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ μηδέν!)

*

Ἂς κάναμε τὴν πίστη μας στὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση
τοῦ Ἰησοῦ τῆς καρδιᾶς μας ἰατρεῖο καὶ τῶν ἀνοησιῶν καὶ
τῶν πολλῶν μας ἀπληστιῶν καλὸ πλυντήριο. Δὲν
κραταιώναμε τῆς καλοσύνης τὴν τρυφερότητα
σμίγοντάς την μὲ τὴ σκληρότητα τῆς καρτερίας, ὅπως
προσθέταμε στὸ μαλακὸ χαλκὸ ψευδάργυρο, γιὰ νὰ τὸν
κάναμε γιὰ τὴν ἀντοχὴ τῶν ἐργαλείων μας ὀρείχαλκο;

*

Γιατὶ ὁ δίκαιος Ἰησοῦς, ὁ Κύριος τοῦ Ἀμπελῶνος μᾶς
καλοῦσε καὶ μᾶς καταδεχόταν νὰ ἐργαζόμασταν μαζί Του·
μᾶς ὑποσχόταν ἕνα δηνάριο καὶ τὸ ἔδινε σ' ὅλους ἔστω
κι ἂν ἔρχονταν ἀργὰ κι ὄχι στὴν ὥρα τους, ἀρκοῦσε νά 'χαν
τῆς ἐργασίας τὸν ἱερὸ τὸ ζήλο.

*

Κανένας ἄνθρωπος δὲν αἰσθάνθηκε στὸ Σταυρὸ καὶ στὴ
Γεθσημανή του τόσον ὁλομόναχος ὅσον Ἐκεῖνος.

*

Ὢ καλέ μας Ἰησοῦ πλένε μας τὰ μάτια μὲ τὴν ἀλήθεια,
πλένε μας μὲ τὴν ἀγάπη τὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ κάνουμε τὸν
πλανήτη μας ὁλόκληρο γιορτὴ μὲ μιὰ εὔθυμη ἀρετὴ πρὶν νὰ
μεταναστεύαμε κάποτε στὰ ἑτοιμαζόμενα γιὰ μᾶς ἄστρα.

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ



Πηγή: «Νέα Εστία» τχ. 1579, 1993

Ἑλληνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *