Ἡ ἀνάποδη γλῶσσα τοῦ ἀνάποδου κόσµου µέ τά µάτια τοῦ Μάριου Πλωρίτη

Σέ ἕνα κείµενο πού δηµοσίευσε στίς 8 Ἰανουαρίου 1984 ὁ Μάριος Πλωρίτης µέ τίτλο «ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ» καί ὑπότιτλο «Παραµορφώσεις προσώπων, πραγµάτων καί ὀνοµάτων», περιγράφει τόν ἀνάποδο κόσµο, ὅπως ἀποτυπώνεται στήν γλῶσσα µας. «Οἱ λέξεις ἔφτασαν νά σηµαίνουν τό ἀντίθετό τους», σηµειώνει στήν εἰσαγωγή τοῦ ἄρθρου του.

Εἰδικότερα, «πάµπολλες «εὐγενεῖς» καί «εὐχάριστες» λέξεις χρησιµοποιοῦνται κατά κόρον, γιά νά κρύψουν πράξεις καί πράγµατα ἐκ διαµέτρου ἀντίθετα µέ τήν ἀρχική ἔννοια πού οἱ λέξεις αὐτές εἶχαν».

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγµατα ἀνάποδων σηµασιῶν πού ἀναφέρονται ἀπό τόν Πλωρίτη, εἶναι τά ἀκόλουθα: εὐνοµία ἀντί γιά ἀνοµία, εὐεργεσία ἀντί γιά ἐκµετάλλευση, εὐταξία ἀντί γιά καταπίεση καί ἀστυνόµευση, εὐγλωττία ἀντί γιά κούφια καί ἀπατηλή ρητορεία, εὐθύτητα ἀντί γιά ὑποκρισία, εὐθύνη καί ὑπευθυνότητα ἀντί γιά ἀνευθυνότητα καί ἀσυγκράτητη ἀσυδοσία.

Φυσικά, ἡ ἀντιστροφή τῶν ἐννοιῶν δέν περιορίζεται σέ λέξεις πού ἔχουν ὡς πρόθηµα τό «εὖ», ἀλλά ἐπεκτείνεται σέ ὁλόκληρο τό λεξιλόγιο πολιτικῆς ἤ µή χροιᾶς.

Ὅπως χαρακτηριστικά σηµειώνει ὁ Πλωρίτης, εἶναι «κόλπο κοινότατο νά ἀποκαλοῦνται «δηµοκρατία», «ἀνεξαρτησία», «εἰρηνοφιλία» οἱ πιό στυγνές τυραννίες, οἱ πιό ἰταµές πολεµοκαπηλεῖες».

Στό σηµεῖο αὐτό, ὁ Πλωρίτης κάνει τήν σύνδεση µέ τό τριπλό ἐµβληµατικό σύνθηµα τοῦ ἀνάποδου κόσµου «Ὁ πόλεµος εἶναι εἰρήνη / Ἡ ἐλευθερία εἶναι σκλαβιά / Ἡ ἄγνοια εἶναι δύναµη» πού καταγράφεται «στό φανταστικό 1984 τοῦ Orwell» – ὄχι καί τόσο φανταστικό, ὅπως διευκρινίζει ὁ χαρισµατικός ἀρθρογράφος.

Ἀµέσως µετά, ὁ Πλωρίτης προβαίνει σέ µιά ζοφερή διαπίστωση ἀποφθεγµατικῆς µορφῆς: «Αὐτός ὁ ἀκατάσχετος εὐφηµισµός καί ἀδίστακτος «εὐπρεπισµός» τῶν πιό δυσάρεστων πραγµάτων µέ τίς πιό εὐάρεστες λεκτικές βιτρίνες ἔχει καταντήσει εὐνουχισµός τῆς γλώσσας καί τῆς σκέψης.

Ἀπό τό κείµενο τοῦ Πλωρίτη δέν θά µποροῦσε, βεβαίως, νά λείπει ἡ ἀναφορά στήν Ἱστορία τοῦ Θουκυδίδου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού περιέγραψαν τόν ἀνάποδο κόσµο µέσα ἀπό τήν ἀντιστροφή τῆς σηµασίας τῶν λέξεων. Ἀντιπροσωπευτικότερο ὅλων εἶναι τό ἀκόλουθο χωρίο: «[οἱ ἀντίπαλοι], γιά νά δικαιωθοῦν, ἀλλάζουν ἀκόµα καί τήν καθιερωµένη σηµασία τῶν λέξεων γιά τά πράγµατα» (καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνοµάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει). Τό χωρίο αὐτό µνηµονεύει καί ὁ Κυριάκος Πλησής στό ἄρθρο του «Ἡ ἱστορική µνήµη καί ἡ σηµασία τῶν λέξεων», γραµµένο γιά τό ἀφιέρωµα πού εἶχε κάνει τό περιοδικό «Εὐθύνη» ὑπό τόν τίτλο «Ἐλευθερία καί Ὁλοκληρωτισµός» µέ ἀφορµή τό «1984» τοῦ Τζώρτζ Ὄργουελ (Δεκ. 1984, τεῦχ. 156, σελ. 600»).

Θουκυδίδεια παραδείγµατα σηµασιολογικῆς ἀντιστροφῆς εἶναι τά ἑξῆς: «ἀρετή θεωρεῖται, καί ἀποκαλεῖται, ἡ πανουργία, ἡ ὑπουλότητα, ἡ βία, ἡ ἀπάτη, ἡ ἀνενδοίαστη ὑπηρέτηση τοῦ συµφέροντος. Ἡ ἀστόχαστη ἀποκοτιά περνᾶ γιά παλικαριά ὠφέλιµη στούς (κοµµατικούς) φίλους [...], ἐνῷ ἡ προνοητική ἐπιφύλαξη [...] περιφρονεῖται σάν εὔσχηµη δειλία [...] ἡ σωφροσύνη µυκτηρίζεται σάν πρόσχηµα ἀνανδρίας [...] καί ἡ στοχαστικότητα γιά ὅλα σαρκάζεται σάν ἀδράνεια σέ ὅλα. Ὅποιος σκαρώνει ραδιουργίες καί πετυχαίνει, ἀναγορεύεται συνετός. Οἱ περισσότεροι προτιµοῦν νά εἶναι ἀχρεῖοι καί νά ἀποκαλοῦνται «ἱκανοί» παρά νά εἶναι ἔντιµοι καί νά ὀνοµάζονται «ἀνίκανοι». Καί ντρέπονται γιά τό δεύτερο, ἐνῶ γιά τό πρῶτο καµαρώνουν [...]».

Πιό σηµαντικός ἀπό τήν παράθεση τῶν παραδειγµάτων σηµασιολογικῆς ἀντιστροφῆς εἶναι ὁ συσχετισµός της µέ τίς ἐπικρατοῦσες συνθῆκες. Ἀπό τόν Θουκυδίδη πληροφορούµαστε ὅτι ἡ ἀνάποδη γλῶσσα εὐδοκιµεῖ σέ ἀτµόσφαιρα πολέµου. Καί ὅπως συµπληρώνει ὁ Πλωρίτης, πρόκειται γιά παθολογία ἑνός πολέµου πού «δέν ἔπαψε ποτέ νά εἶναι ἐπίκαιρη, ἀφοῦ ἡ οἰκουµένη ζεῖ ἀδιάκοπα σέ ἀτµόσφαιρα πολέµου, κηρυγµένου ἤ ἀκήρυχτου, θερµοῦ ἤ ψυχροῦ, ἐξωτερικοῦ ἤ ἐσωτερικοῦ». Μέσα σέ ἕνα τέτοιο πολεµικό πλαίσιο κυριαρχεῖ ἡ ἀν-ηθικότητα καί «ἐπικρατοῦν οἱ πιό ἄγριες ἀντιθέσεις καί ἡ ἀµοιβαία δυσπιστία καί καχυποψία».

Καί πράγµατι, τί ἄλλο ἀπό ἀνηθικότητα σηµαίνει τό φρικτό ἀναποδογύρισµα τῆς σηµασίας τῶν λέξεων; Σέ τί διαφέρει ἀπό ἕναν µασκαρᾶ ὅποιος λέει Α καί ἐννοεῖ non A; Δέν εἶναι, ἑποµένως, τυχαῖο ὅτι στήν ἐποχή τοῦ «πολέµου» κατά τοῦ ὑγειονοµικῆς φύσεως «ἀόρατου ἐχθροῦ» (ξεκίνησε στίς 11.3.2020, ἡµέρα κήρυξης τῆς πανδηµίας τοῦ κορωνοϊοῦ), ὅπου µᾶς ἀνάγκασαν νά φορᾶµε µάσκα παντοῦ, οἱ διαχειριστές τῆς πανδηµικῆς κρίσης ἐπιδόθηκαν σέ ἕνα πρωτοφανές παραλήρηµα σηµασιολογικῆς ἀντιστροφῆς µέ σηµαία τό ἀνάποδο σύνθηµα «γιά τό καλό σας / γιά τήν ἀσφάλειά σας». Ταὐτοχρόνως, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ πολῖτες ἀντιµετωπίσθηκαν ὡς ὕποπτοι καί κατ’ ἀκολουθίαν ὑποβιβάσθηκαν σέ µέλη µιᾶς καθολικά καχύποπτης κοινωνίας.

Δυστυχῶς, ἡ πολεµική ἀτµόσφαιρα πού µᾶς περιβάλλει δέν εἶναι µόνο ὑγειονοµικοῦ ἀλλά καί ἄλλου τύπου: οἰκονοµικοῦ, ἐνεργειακοῦ ἤ κλιµατικοῦ. Πάντως, πολεµικό µέτωπο µᾶς λένε, ἐδῶ καί δεκαετίες, ὅτι ἔχουν ἀνοίξει καί κατά τῆς φοροδιαφυγῆς, τῶν ναρκωτικῶν ἤ τῆς τροµοκρατίας, χωρίς φυσικά νά διαφαίνεται κάποιο φῶς στήν ἄκρη τοῦ ἀτελείωτου πολεµικοῦ τοῦνελ.

Πόλεµος παντοῦ, πόλεµος διαρκῶς!

Ἑποµένως, σέ ἕνα τέτοιο πολυπολεµικό φόντο, ἡ σηµασιολογική ἀντιστροφή τῶν λέξεων δέν µπορεῖ παρά νά εἶναι ἰσοπεδωτικά κυρίαρχη. Καί ἄρα οἱ πολῖτες πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνονται οἱ σατανικοί διαστροφεῖς τῆς γλώσσας δέχονται µιά κολοσσιαίων διαστάσεων ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ µυαλοῦ τους, διατρέχοντας τόν πολύ σοβαρό κίνδυνο νά µετατραποῦν σέ φρενοβλαβεῖς, δεδοµένου µάλιστα ὅτι σέ ἀνάποδη γλῶσσα µιλοῦν συντονισµένα οἱ διαχειριστές τῶν κρίσεων τῆς κάθε εἰδικότητας, συνεπικουρούµενοι ἀπό λοιπές ἐπιδραστικές προσωπικότητες πού, δίκην δορυφόρων, προσφέρουν τήν ἐπικοινωνιακή ὑποδοµή γιά νά ριζώσει στήν συνείδηση τοῦ λαοῦ τό ἀνάποδο σηµαινόµενο.

Ἔτσι, ἡ σηµασιολογική ἀντιστροφή τῶν λέξεων εἶναι ἕνα ἐπί µέρους ὕπουλο τέχνασµα γιά τήν φρενοβλαβοποίηση (gaslighting) τοῦ συνοµιλητῆ ἤ τοῦ ἀκροατῆ. Καί ἐφ’ ὅσον ἡ φρενοβλαβοποίηση εἶναι τεχνική τῆς προπαγάνδας, ὡς τµῆµα αὐτῆς πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ καί ἡ σηµασιολογική ἀντιστροφή τῶν λέξεων.

Προπαγανδιστής εἶναι κάθε ἄτοµο πού θέλει νά σέ φέρει στά δικά του νερά, νά σέ πείσει νά ἀσπασθεῖς τίς ἰδέες του καί νά τόν ἀκολουθήσεις πιστά στόν δρόµο πού ὑπερηφανεύεται ὅτι ἔχει χαράξει. Ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά πετύχει ὁ προπαγανδιστής τόν σκοπό του εἶναι νά ἀλλάξει τά µυαλά τῶν ὑποψήφιων ἀκολούθων του, ἐνεργῶντας ἔξυπνα. Ἄρα, δέν ἔχει παρά νά ἀλλάξει τίς πινακίδες τοῦ δρόµου, κρατῶντας ἄθικτα τά ὀνόµατα τῶν πόλεων καί τῶν χωριῶν, ἀλλά τροποποιῶντας τά βέλη πού δείχνουν τήν κατεύθυνση. Ὁ ὁδηγός πού διαβάζει τήν ταµπέλα τοῦ προορισµοῦ του δέν θά φθάσει ποτέ σέ αὐτόν, ἄν ἐµπιστευθεῖ ὅτι τό βέλος δείχνει τήν ὀρθή κατεύθυνση. Θά φθάσει, ὅµως, στόν προορισµό πού τόν παρέσυρε ὅποιος πείραξε τήν πινακίδα.

Σηµειωτέον ὅτι ὁ Πλωρίτης εἶχε ἀρθρογραφήσει γιά τήν διαστρέβλωση τῆς γλώσσας ἀπό τά τυραννικά καθεστῶτα καί στίς 25 Ἀπριλίου 1976 (Πολιτικά 1975-1976, Δικτατορία καί γλῶσσα, Καταστροφή τοῦ λόγου καί τοῦ Λόγου, σελ. 19 ἐπ.). Στήν εἰσαγωγή ἐκείνου τοῦ κειµένου του ἔσπευδε νά δώσει τήν ἐξήγηση αὐτοῦ τοῦ πέρα ὡς πέρα «φυσικοῦ φαινοµένου»:

«Ἀφοῦ σκοπός καί λειτουργία τῆς γλώσσας εἶναι ἡ συνεννόηση ἀνάµεσα στούς ἀνθρώπους, µέ τήν ἀµοιβαία µετάδοση πληροφοριῶν καί ἐννοιῶν [...] κάθε καταπιεστικό καθεστώς ἔχει κάθε λόγο νά συντρίψει ἤ τοὐλάχιστον νά παρεµποδίσει αὐτή τή συνεννόηση, ἀλλοιώνοντας τίς πληροφορίες καί παραποιῶντας τίς ἔννοιες».

Δεδοµένου ὅτι οἱ τυραννίες ἐπιδιώκουν τήν ἀποµόνωση τοῦ ἑνός πολίτη ἀπό τόν ἄλλον (τό βιώσαµε αὐτό στό πετσί µας τήν ἐποχή τῶν λοκντάουν), εἶναι ἀπολύτως ἀναµενόµενο νά καταστρέφουν τήν γλῶσσα ὡς ἐπικοινωνιακό ἐργαλεῖο.

Ἅπαξ καί οἱ ἔννοιες χάσουν τό «φυσικό» τους νόηµα, ἡ τυραννία ἔρχεται ἀκόµη πιό κοντά στήν ὑλοποίηση τοῦ βασικοῦ στόχου της, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν µετατροπή τῶν πολιτῶν σέ ὑπάκουους ὑπηκόους, σέ «ἄβουλα ὄργανα τῶν ὀρέξεων τους», µέσῳ τῆς «ἐξαφάνισης τῆς πραγµατικότητας», δηλαδή µέσῳ τῆς «ἐξαπάτησης τῶν ἀτόµων καί τοῦ συνόλου». Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ταχυδακτυλουργική ἐξαφάνιση τῆς πραγµατικότητας εἶναι τό συστατικό στοιχεῖο τῆς φρενοβλαβοποίησης, ἡ ὁποία, ὡστόσο, ὡς προϋπόθεσή της ἔχει τήν ἔστω µειωµένη ἱκανότητα τοῦ πολίτη νά ἀντιλαµβάνεται τόν βασικό πυρῆνα διάστασης ἀνάµεσα σέ αὐτό πού βλέπει νά συµβαίνει καί σέ ἐκεῖνο πού τοῦ λένε ὅτι συµβαίνει.

Ἡ διαστροφή τῆς γλώσσας, συνεχίζει ὁ Πλωρίτης, «διασφαλίζει τήν κυριαρχία της καί τήν «ἡγεµονία» της. Παραχαράζοντας τό νόηµα τῶν λέξεων, παρουσιάζοντας τό ἄσπρο µαῦρο καί τό µαῦρο ἄσπρο (µέ ὅλες τίς ἐνδιάµεσες ἀποχρώσεις), κατασκευάζει µύθους γιά τό παρόν καί τό παρελθόν, πού ὑπηρετοῦν τίς µόνιµες ἤ πρόσκαιρες σκοπιµότητές της».

Ὅποιος διαφθείρει τίς λέξεις, ὅπως ὁ Χίτλερ καί οἱ δικοί µας «Ἰερεµίες τῆς ἐθνικοφροσύνης» καταφέρνει νά ἀνέλθει καί νά γαντζωθεῖ στήν ἐξουσία, ὀρυόµενος «µέ πύρινες καί πλαστές γλῶσσες ὅτι φοβερά ἐγκλήµατα ἀπειλοῦσαν τάχα τόν τόπο...», ἐνῷ ἡ πραγµατικότητα εἶναι ἐντελῶς ἀνάποδη: ἐκεῖνοι πού καταγγέλλουν τά φοβερά ἐγκλήµατα πού διαπράττονται ἀπό τούς ἐχθρούς τοῦ λαοῦ εἶναι οἱ πραγµατικοί ἐγκληµατίες!

Ἀκολούθως, ὁ Πλωρίτης περιγράφει τόν ἀνάποδο κόσµο µέσα ἀπό τήν ἀνάποδη γλῶσσα τῆς ἀπριλιανῆς δικτατορίας, ἡ ὁποία ἀντέστρεψε τίς λέξεις καί τίς ἔννοιες: «ὀνόµαζε «ἀληθῆ δηµοκρατίαν» τόν εἰδεχθῆ δεσποτισµό της καί «ἀναρχίαν» κάθε ἀντίσταση στήν αὐταρχία της, «πατριωτισµόν» τήν ἀσελγῆ ἀρχοµανία της καί «ἀνθελληνισµόν» κάθε ἐπίκριση τῆς αὐθαιρεσίας της, «σωτηρίαν τῆς πατρίδος» τήν ληστρική προδοσία της καί «προδοσίαν» κάθε προσπάθεια διάσωσης ἀπό τήν προδοτική ληστρικότητά της».

Ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἀρθρογράφος, µαεστρικός ἀκτινογράφος τοῦ γλωσσανάποδου κόσµου, ἐπικαλεῖται τήν λέξη-κλειδί πού µᾶς βοηθεῖ νά ἐπικεντρωθοῦµε στό ὑπερόπλο τῶν τυραννικῶν καθεστώτων. Πρόκειται, βεβαίως, γιά τήν προπαγάνδα, ἡ ὁποία κατατείνει ἀκριβῶς στό «νά διαστρέψει σέ τέτoιο σηµεῖο τίς λέξεις, ὥστε νά σηµαίνουν τό ἀντίθετο ἀπό τό λογικό περιεχόµενό τους. Τά ἐπιτεύγµατα τοῦ Goebbels, στόν τοµέα αὐτόν, ἔχουν µείνει θρυλικά – ὅσο κωµικά καί ἐµετικά ἦταν τά ἀποφθέγµατα τῶν ἀπριλιανῶν πιστῶν του καί πιθηκιστῶν του».

Σέ αὐτό τό κείµενό του, πέραν τῆς ἀναφορᾶς στό ὀργουελικό ἀνάποδο τρίπτυχο «ὁ πόλεµος εἶναι εἰρήνη κ.λπ.», ὁ Πλωρίτης ἐπικαλεῖται καί τίς µάγισσες τοῦ Μάκβεθ πού στριγκλίζουν τό ἀνάποδο σύνθηµα: «τό ὡραῖο εἶναι ἄσχηµο, τό ἄσχηµο ὡραῖο». «Ἔτσι καί οἱ «µάγοι» τῆς τυραννίας», συµπληρώνει ὁ ἀρθρογράφος, «µοχθοῦν νά κάνουν τήν ἀλήθεια ψέµα, τό ψέµα ἀλήθεια».

Ὅπως, ὅµως, στό κείµενο τοῦ 1984, ἔτσι καί σέ αὐτό τοῦ 1976, ὁ Πλωρίτης ἀναδεικνύει µέ ἐνάργεια τόν ἀπώτερο σκοπό τῆς γλωσσικῆς διαστροφῆς πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἀφανισµό τῆς σκέψης µέσα ἀπό τόν ἀφανισµό τῆς γλώσσας: «Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νά ἔχουν πραγµατικό περιεχόµενο, ἀδειάζει τό περιεχόµενο καί ἡ σκέψη. Ὅταν οἱ λέξεις χάνουν τή στερεότητα καί τό ἀντίκρισµά τους, τότε νερουλιάζει καί ἡ σκέψη, ἀφοῦ δέν ἔχει ποῦ νά στηριχτεῖ. Ὅταν ἡ ἴδια λέξη µπορεῖ νά σηµαίνει καί «µέρα» καί «νύχτα» (ἀνάλογα µέ τό κέφι ἐκείνου πού τή χρησιµοποιεῖ καί τήν ἐπιβάλλει), τότε θαµπώνουν καί ἡ ἴδια ἡ µέρα καί ἡ νύχτα, καί καταντοῦν ἕνα ἄχρωµο κενό, µέσα σέ µιά κενή σκέψη».

Ἰδανικό µυθιστορηµατικό παράδειγµα ἀφανισµοῦ τῆς σκέψης µέσῳ τοῦ ἀφανισµοῦ τῆς γλώσσας εἶναι φυσικά τό προαναφερθέν δυστοπικό µυθιστόρηµα τοῦ Ὄργουελ «1984», γιά τό ὁποῖο ὁ Πλωρίτης κάνει τό ἀκόλουθο σχόλιο:

Τό ὀργουελικό ὁλοκληρωτικό καθεστώς «συνθλίβει τή γλῶσσα, ὥστε ὄχι µόνο ἡ γλῶσσα δέν µπορεῖ νά ἐκφράσει «αἱρετικές» (ἀντικαθεστωτικές) ἰδέες, ἀλλά οὔτε κἄν τό µυαλό δέν µπορεῖ νά σκεφτεῖ «αἱρετικά». Γιατί σέ ἕνα τέτοιο καθεστώς, τό «πρωταρχικό ἔγκληµα, πού περικλείνει ὅλα τά ἄλλα ἐγκλήµατα εἶναι τό Ἔγκληµα τῆς Σκέψης». Καί γιά νά «παταχθεῖ» αὐτό τό ἔγκληµα, δέν φτάνει ἡ «καταστολή» του, χρειάζεται προπάντων ἡ «πρόληψή» του. «Τό ἔγκληµα τῆς σκέψης» –λέει ὁ ἥρωας τοῦ βιβλίου– «δέν τιµωρεῖται µέ θάνατο. Τό ἔγκληµα τῆς σκέψης εἶναι θάνατος». Ἀλλά γιά νά θανατωθεῖ ἡ λειτουργία τῆς σκέψης, πρέπει νά νεκρωθεῖ ἡ διατύπωση τῆς σκέψης – ἡ γλῶσσα. Ἤ, ἔστω, νά διαστραφεῖ ἔτσι, ὥστε νά µή µπορεῖ πιά νά διατυπώνει καµία σκέψη, καί ἔτσι νά θανατώσει αὐτή κάθε σκέψη».



Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
τέως Ἀναπλ. Καθηγητής Νοµικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 255
Νοέμβριος 2023

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *