Η καποδιστριακή σιωπή ως παράγοντας διαμόρφωσης της ιστορίας του ελληνικού κράτους – Συμπτωματολογία, περιπτωσιολογία
Στέργιος Ζυγούρας
250 χρόνια από τη γέννηση του Καποδίστρια, του ανθρώπου που αυτοκαταδικάστηκε να χαρακτηρίζεται «Κυβερνήτης» και καταδικάστηκε από τους ιστορικούς να κινείται μεταξύ φλογερού πατριώτη και στυγερού τυράννου, ένα ερώτημα δεν έχει ακόμα διατυπωθεί: 
γιατί δέχτηκε [θέλησε] να διευθύνει μια Επανάσταση που δυο φορές την απέρριψε;
Ουδείς αναρωτιέται πώς εντάσσεται στο καποδιστριακό προφίλ από τη μια πλευρά η άρνηση και η επιφύλαξη και από την άλλη πλευρά η κατάχρηση εξουσίας. Είναι προφανές ότι λείπουν στοιχεία, αρκετά από τα οποία υπάρχουν αλλά δεν παρουσιάζονται.
Ο Καποδίστριας δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του, το ίδιο κάνουν και οι καποδιστριακοί του 19ου αιώνα. Ο Καποδίστριας σιωπά. Με διάφορους τρόπους σιωπούν / μιλούν πολύ περιορισμένα οι καποδιστριακοί. Τι αποκρύπτεται εκατέρωθεν; Πρώτα οι Φίλοι των Μουσών. Η πρόσκαιρη συμμαχία των παραδοσιακών με τις νεωτερικές δυνάμεις το 1814 κατέληξε σε ναυάγιο μέσα στο 1818, με αποτέλεσμα από το 1819 να εφαρμόζεται η πολιτική των διακριτών στρατοπέδων στην πορεία προς το 21. Είναι θαύμα πώς κατόρθωσε να ξεκινήσει η υψηλαντική Επανάσταση με τον υπόγειο πόλεμο εναντίον της να μαίνεται σε ελληνόφωνο και μη επίπεδο. Όταν ο Υψηλάντης απήχθη από τον τσάρο εντός αυστριακού εδάφους, το ιστορικό πρόβλημα εγκαινιάστηκε. Όταν ο Καποδίστριας έλαβε το διεθνές «ΟΚ» να πάρει πίσω τη θέση του Υψηλάντη, δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί γιατί το 1818 είχε ο ίδιος αποφασίσει να την παραχωρήσει.

Το 1819 η παραδοσιακή πλευρά αποχωρεί από το ελληνικό έθνος του Λόγιου Ερμή, ιδρύοντας την Καλλιόπη. Έτσι φαίνεται τουλάχιστον. Στην πραγματικότητα, από το 1816 κατηγορεί την πλευρά του Κοραή για φατριασμό / απόσχιση από το ελληνικό έθνος του Ερμή (του Γαζή αρχικά). Το αποτέλεσμα των Ελλήνων προς το 21 θα επικυρωθεί με ψηφοφορία υπό την αιγίδα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Όχημα ταυτότητας του ελληνικού έθνους θα είναι η Μελέτη του Κοδρικά, μέσω της οποίας «αφορίζεται επιστημονικά» η γραικική ταυτότητα που επιχειρεί να κατασκευάσει στο εργαστήριό του από το 1800 ο Κοραής μέσω της ΝΕΑΣ γραικικής γλώσσας (ρωμαίικη την ονομάζει). Το κρυμμένο, ουσιαστικό νόημα της Καλλιόπης: το έθνος πορεύεται σύσσωμο στην Επανάσταση του Υψηλάντη! Αυτό θα το δούμε, είπαν οι κοραϊστές. Αν από όλη αυτή τη απίστευτη (φανερή) σύγκρουση η ιστορία κατέγραψε ψίχουλα, πώς θα μπορούσε να καταγράψει το σκοτάδι στο οποίο κινήθηκε ο Καποδίστριας έτσι ώστε η προσπάθεια του 1821 να μην καταλήξει εκεί που κατέληξαν και οι προηγούμενες;
Μόνον η γνώση του εταιρικού παρασκηνίου επιτρέπει σε κάποιον να κατανοήσει ότι την αμφισημία έχει επιβάλλει η συγκρουσιακή συνύπαρξη εθνικότητας και υπερεθνικότητας και η αρχηγική μορφή του Καποδίστρια που εκπροσωπεί την δεύτερη, κατευθύνοντας μυστικά τον Υψηλάντη ανάμεσα σε ελληνόφωνες και ευρωπαϊκές συμπληγάδες. Η προκήρυξη «προς τους Γραικούς Μολδαβίας-Βλαχίας» στην οποία ξεδιπλώνεται το υπερεθνικό πλαίσιο «της Επανάστασης των Ελλήνων» θα αποτελούσε έναν τεράστιο γρίφο αν εξεταζόταν έξω από την λαϊκή Οδησσό. Φεύ! από το 1826 η Οδησσός αποτελεί -μέσω του Καποδίστρια- το επίσημο συμβιβαστικό αφήγημα αιτιολόγησης της επαναστατικής πρωτοβουλίας, ενώ αντίστοιχα σημεία παραδοχής είχε δώσει και πριν το 1821. Με το πέρασμα του χρόνου η Οδησσός αποτέλεσε την κοινή πεποίθηση, παρά την αδυναμία διαρκείας ν’ αποδείξει στοιχειωδώς την γέννηση και την δυνατότητά της στην εθνική κινητοποίηση. Αυτό που αποδεικνύεται, είναι ότι στις τάξεις της εξελίχθηκε η ίδια μορφή διχοστασίας που κυριάρχησε στον ελληνισμό από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η ενδοεταιρική σύγκρουση 1816-18 συνεχίστηκε αμείωτη ως τον Φεβρουάριο του 21. Η εθνική πλευρά αμφισβητούσε έντονα τον Υψηλάντη, απαιτώντας (προσχηματικά) τον Καποδίστρια, ο οποίος «είχε παραχωρήσει» την θέση του. Έτσι, δημιουργήθηκε ο μύθος της «άρνησης του Καποδίστρια» ν’ αποδεχθεί την εταιρική ηγεσία της λαϊκής Οδησσού, τη στιγμή που ο λοιπός προεπαναστατικός Ιωάννης κηρύχθηκε «απαγορευμένη / προσαρμοζόμενη ύλη» τόσο από τη Βιέννη του 1814, όσο και πριν απ’ αυτήν. Άπειρες δηλώσεις τόσο του Υψηλάντη, όσο και της λαϊκής Οδησσού λένε ότι ουδέποτε ο Υψηλάντης έγινε αρχηγός των Εταίρων. Αρχηγός τους ήταν πάντα ο Καποδίστριας που, για ευνόητους λόγους, δεν μπορούσε να κατονομαστεί.
Η εξαφανισμένη σύγκρουση 1816-21 στήριξε την πλήρη υποβάθμιση της εξουσιαστικής ισορροπίας 1822-23 (με τον Δημ. Υψηλάντη ένα απλό μέλος του εξαφανισμένου / αποτυχημένου μεγάλου του αδελφού) και την μετουσιωμένη αποτύπωση της ανοιχτής ρήξης 1824-25 την οποία προκάλεσαν οι Άγγλοι φιλελεύθεροι, φίλοι του Κοραή με τα δάνεια. Εξαφάνιση ή μετουσίωση υπέστη και η προεπαναστατική παρουσία του Καποδίστρια στην Κέρκυρα, οι επαφές του με τον Αλή πασά και η διακήρυξη της 6.4.1819. Εξαφανισμένη ή μετουσιωμένη, η σύγκρουση της νεωτερικότας (εθνικής πλευράς) με την παράδοση (υπερεθνική πλευρά) συνεχίζει το αντίστοιχο ιστορικό της Επτανήσου Πολιτείας και της περιόδου 1797-1800 και προφανώς αποτελεί φυσική συνέπεια του ενταφιασμού της «ελληνικής υπόθεσης» ως διεθνούς ζητήματος το 1792 (Συνθήκη Ιασίου). Τότε σώθηκε το οθωμανικό κράτος από την σοβαρότερη απειλή κατάρρευσης. Η αποσιώπηση πολλών κεφαλαίων ήταν άκρως απαραίτητη για την προοπτική συνέχισης του ελληνικού αγώνα (ας θυμηθούμε την ξαφνική εξαφάνιση των θέσεων Φαλμεράϋερ και την δυνατότητα του Κ. Παπαρρηγόπουλου να εντάξει ένα υπερεθνικό «Βυζάντιο» στην προϊστορία ενός «Εθνικού 1821»). Πυρήνα αυτής της δυνατότητας αποτελούσε η καποδιστριακή σιωπή. Αυτή έδωσε την δυνατότητα να συνεχιστεί η καποδιστριακή σπίλωση μετά την δολοφονία του και να θεωρούνται πολλές κορυφαίες αντιφάσεις της περιόδου 1813-1843 ως ήσσονος σημασίας ζητήματα. Για να φτάσουμε στην αντίφαση «ο Καποδίστριας χειριζόταν επιδέξια τα πιο δύσκολα θέματα της ευρωπαϊκής πολιτικής αλλά δεν τα κατάφερε με τον Π. Μαυρομιχάλη», μεσολάβησαν πάρα πολλά. Ενδεικτικά αναφέρουμε: α) η Φιλική Εταιρεία έχοντας στόχο εθνικό, νεωτερικό και αντι-ιεροσυμμαχικό, επέλεξε ως καταλληλότερο έδαφος για την δράση της την Ρωσική αυτοκρατορία. β) η Ρωσία όχι μόνον απέτυχε να εντοπίσει την δράση της, αλλά δεκάδες υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί-πολιτικοί στήριξαν τον Υψηλάντη, επιτρέποντας σ’ αυτόν και σε εκατοντάδες εταιριστές να περάσουν τα σύνορά της με την οθωμανική Μολδαβία. γ) ο Υψηλάντης κήρυξε μια νεωτερική Επανάσταση, έχοντας πολεμήσει και χάσει το δεξί του χέρι κατά του πιστότερου εκφραστή της νεωτερικότητας του Ναπολέοντα. δ) Όλη η Ευρώπη πολέμησε τον Βοναπάρτη και την καθιέρωση του Code Civil του, αλλά η Μ. Βρετανία και η Αυστρία φάνηκαν τελείως απρόθυμες στην ρωσική πρόταση του 1814 (Ιερά Συμμαχία) που θα απέκλειε στο μέλλον τη νομιμοποίηση του όποιου Ναπολέοντα.
Αυτές είναι ορισμένες μόνον αντιφάσεις ή κενά από το αφήγημα που εδραιώθηκε περί της πρωτοβουλίας της Οδησσού και ο χρησθείς εθνικός αφηγητής, Ξάνθος, όχι μόνον επιβεβαιώνει πανηγυρικά με το Αρχείο του (έκδοση 1997-2014) ότι ο Υψηλάντης έπαιρνε τις πιο κρίσιμες διαταγές έξω από την υποτιθέμενης σημασίας πολυμελή Αρχή, αλλά ξεκινά το αφήγημα του 1845 παραδεχόμενος ότι η Οδησσός εκπορεύεται από την Βιέννη. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η σύγχυση και η αδυναμία εύρεσης χειροπιαστών αποδείξεων οφείλεται κεντρικά στην καποδιστριακή σιωπή, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα. Ας δούμε ποιοι άλλοι παράγοντες συνδράμουν προς την ίδια κατεύθυνση, ποια φλυαρία προκαλεί, δηλαδη, η σιωπή του Καποδίστρια.
Η αδυναμία καταγραφής της πραγματικής ελλαδικής ιστορίας διατρέχει ολόκληρη την πολιτισμική ιστορία, δημιουργώντας μια συνολικά πλασματική εικόνα. Αποτυπώνεται άριστα στη «Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Γιώργου Καλαματιανού (α΄έκδοση 1946). Το κράτος στο οποίο -τελικά- η πλειοψηφία θεώρησε ότι προήλθε από τη βούληση του «γλωσσικού έθνους των Ελλήνων» ταύτισε την ιστορία του με την ιστορία της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Ποιος μετέφερε το αδιέξοδό του στην άλλη πλευρά; Η ιστορία στη λογοτεχνία ή αντίθετα; Μήπως ήταν απλώς συγκοινωνούντα δοχεία;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου: “Το καραβάκι της ιστορίας”
