Η ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

‘Σὰ’ σὲ βλέπω πάντα νἆσαι
Δίχως κῦμ’ ἀγριωπό,
Νὰ γελᾷς καὶ νὰ κοιμᾶσαι,
Λίμνη, σ’ ἀγαπῶ.

Μὲ τὸ γλήγορο πρυάρι,
Νύχτα, δειλινό, πρωΐ,
Μέσ’ ‘ς τὴ γαλανή σου χάρι
Νοιώθω μόνο τὴ ζωή.

Μέσ’ ‘ς τὸ ζωντανό σου ἀγέρι
Πὤχει ἁρμύρας εὐωδιὰ
Νοιώθω μόνο ‘σαν ξεφτέρι
Μέσ’ ‘ς τὰ στήθια τὴν καρδιά.

Πρίν βραδυάσ’ εἶμ’ ἐδῶ πέρα,
Εἶμαι, ὁ ἥλιος πρὶν νὰ βγῇ,
«Ἔχε ‘γειὰ» νὰ ‘πῶ ‘ς τὴ ‘μέρα,
«Καλῶς ἦρθες» ‘ς τὴν αὐγή.

Τὶ χαρά, τί καλωσύνη,
Ὅταν ἡ αὐγὴ χυθῇ,
Ὅταν ἡ ἡμέρα σβύνῃ,
Ὅταν ἡ νύχτα ἀπλωθῇ·

Ὅταν τὸ βαρὺ σ τ α λ ί κ ι
Μέσ’ ‘ς τὰ χέρια μου κρατῶ,
Κι’ ἀπ’ τὰ ρήχη κι’ ἀπ’ τὰ φύκη
Περνῶ σπρώχνοντας μ’ αὐτό,

Κ’ ἕναν ἦχο ἐκεῖνο βγάνῃ,
Ἕνα γέλοιο ἀπ’ τὰ νερά,
Ποῦ φλογέρα δὲν τὸ φτάνει
Καὶ πουλὶ δὲν τὸ περᾷ.

Μοναχὰ γιὰ σένα ἔχω
Προκοπὴ θαλασσινή,
Οὔτε θέλω, ἀλλοῦ νὰ τρέχω
Μὲ βαρκούλα, μὲ πανί.

Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
Ντροπαλὴ ‘ς τὰ ντροπαλά,
Ὅσῳ φεύγει καὶ τρομάζει
Τὰ πελάγη τὰ τρελλά.

Δίνει λύπες καὶ φαρμάκια,
Κ’ εἶν’ ἡ θάλασσα κακιά,
Σὺ ποτὲ δὲν ἔχεις κάκια
Κ’ εἶσαι πάντοτε γλυκειά.

Σὰ’ σὲ βλέπω πάντα νἆσαι
Δίχως κῦμ’ ἀγριωπό,
Νὰ γελᾷς καὶ νὰ κοιμᾶσαι,
Λίμνη, σ’ ἀγαπῶ!

Σ’ ἀγαπῶ γιατὶ ἀφίνει
Ἡ θωριά σου μέσ’ ‘ς τὸ νοῦ
Τοῦ δικαίου τὴ γαλήνη
Καὶ τὴ λάμψι τοὐρανοῦ.

Γιατὶ βλέπω τοὺς ‘δικούς μου
Μέσα εἰς σὲ κυματισμούς,
Καὶ τοὺς πλέον τρυφερούς μου
Ψιθυρίζεις στοχασμούς.

Νὰ παινεύεται κ’ ἐκείνη
Πῶς τὴν ὕστερη στιγμὴ
‘Γράφτηκ’ ὕστερα νὰ γίνῃ
Τῆς παλληκαριᾶς ψωμί.

Λίμνη μ’ ἀποκοιμισμένη,
Δὶχως κύμ’ ἀγριωπό,
Τουρκοφάγα δοξασμένη,
Λίμνη, σ’ ἀγαπῶ!

‘Σ τὸ βασίλειό σου ἐπάνω
Βασιλιᾶ ζωὴ περνῶ,
Καὶ μοῦ φαίνετ’, ἂν πεθάνω,
Τὸ στοιχειό σου θὰ γενῶ.

Καὶ θὰ φαίνωμαι τὰ βράδια,
Ἀπ’ τὶς ἄλλες μακρυά,
Πειὸ κρυφή μὲσ’ ‘ς τὰ σκοτάδια,
Πειὸ τρεμουλιαστὴ πρυά.

Κι’ ὅπου νε ψαρᾶ ἀντικρύζω
‘Σ τὰ ‘δικά μου τὰ νερά,
Μὲ ψαράκια θὰ γεμίζω
Τὴ γαΐτα τοῦ ψαρᾶ.

Κι’ ὅποια κόρη συντυχαίνω
‘Σ τὸ φεγγάρι τὸ λαμπρό,
Θὰ τῆς ἔχω φυλαγμένο
Ἕναν ἄξιο γαμπρό.

Καὶ θὰ βρίσκωμ’ ὁλοένα,
Χίλια νὰ σκορπῶ καλά,
Μὲ τὰ χρόνια τὰ παρθένα,
Μὲ τὰ νιάτα τὰ τρελλά,

Μὲ τὶς ἀνοιχτὲς κοπέλες
Μὲ τὰ ντροπαλὰ παιδιά·
Γλέντι’, ἀγάπες, γέλοια, τρέλλες,
Θἂχω πάντα συνοδιά.

Καὶ θὰ βλέπω πάντα νἂσαι
Δίχως κῦμ’ ἀγριωπό,
Νὰ γελᾷς καὶ νὰ κοιμᾶσαι,
Καὶ θὰ σ’ ἀγαπῶ!

Αύγουστος 1884.



Πηγή: ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ. Γ΄. ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΟΥ

Ίσως σας ενδιαφέρουν…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

The maximum upload file size: 64 MB. You can upload: image, audio, video, document, spreadsheet, interactive, text, archive, code, other. Links to YouTube, Facebook, Twitter and other services inserted in the comment text will be automatically embedded. Drop file here