ΙΣΠΑΧΑΝ
Καταιγὶς ὀξυτάτης μορφῆς ἐσκέπασε τὴν χώρα. Βράχοι ὠρυόμενοι ἐπέπεσαν κατὰ τῶν πλατυγύρων λιμνῶν καὶ τὸ πονεμένο ψάρι σύρθηκε ὥς τὸν σταθμὸ τῶν ἀναχωρητῶν. Ἐκεῖ δὲν βρέθηκε καμιὰ βοήθεια γιατὶ τὸ βέλασμα τῶν μεγαλοσαύρων ἐσκόρπισε τὰ φτερουγίσματά του κι’ ἀπὸ ‘δῶ κι ἀπὸ ‘κεῖ καὶ τὰ μανιτάρια παριεσιώπησαν τὰ πραγματικὰ γεγονότα στὴν περιιπτάμενη γαμήλιο πομπὴ τῶν στεναγμῶν ἑνὸς νέου πλανήτου. Ὁ ὄλεθρος ἐχαλιναγωγεῖτο ἀπὸ καμήλους. Οἱ κρόταφοι τῶν νεκρῶν ἀνθοῦσαν. Τὰ λίγα περιστέρια ἐκοπίαζαν γιατὸ ὁ πολτὸς τῆς λίμνης εἶχε σχηματίσει διώρυγα στὸ στενώτατο σημεῖο τοῦ περάσματός τους ἀπὸ χιλιόστομες ὕβρεις καταπατημένες μὲ γδοῦπο ἀλλοφροσύνης μανάδων καὶ μικρῶν παιδιῶν ἰσχνοτέρων καὶ ἀπὸ τὰ
κόκκαλα μιᾶς νυχτερίδος.
Κατόπι δὲν εἶχε τίποτε τὴν ἵδια σημασία. Ἡ ἡσυχία δὲν ὑπῆρχε ὡς ὀντότης πραγματική.
Πηγή: ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ)