Κώστας Κουκκίδης: "Ένας Έλληνας κουβαλά την σημαία του έως τον θάνατο"

Η κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς άρχισε τυπικά στις 27 Απριλίου 1941, όταν το γερμανικό απόσπασμα με επικεφαλής τον λοχαγό Peter Jacoby ανέβηκε στην Ακρόπολη για να αναρτήσουν την γερμανική σημαία με την σβάστικα. Η συνθηκολόγηση για ανακωχή και παράδοση είχε υπογραφεί, οπότε, έμενε πια και το θλιβερό μέρος της έπαρσης της σβάστικας στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.

Τότε, οι γερμανοί αξιωματικοί απευθύνθηκαν στον νεαρό φρουρό της Ελληνικής σημαίας και του ζήτησαν να την υποστείλει. Εκείνος, αμίλητος και συντετριμμένος, αρνήθηκε λέγοντας όχι με το κεφάλι. Τότε την εντολή εκτέλεσε ένας γερμανός στρατιώτης, ο οποίος, υπέστειλε τη σημαία μας, την δίπλωσε με στρατιωτικό τρόπο και την παρέδωσε συγκινημένος στα χέρια του φρουρού της, Κώστα Κουκκίδη στου οποίου τα μάγουλα έτρεχαν δάκρυα. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτισμένη. Και τότε συνέβη το αναπάντεχο άφησε κατάπληκτους τους γερμανούς:

Ο Κουκκίδης, άνοιξε αμίλητος τη σημαία, την τύλιξε γύρω του κι έπεσε τρέχοντας από την Ακρόπολη, αιφνιδιάζοντας τους πάντες.

Ο Κωνσταντίνος Κουκκίδης, ήταν μόλις 17 χρονών…

Το γεγονός συντάραξε το γερμανικό απόσπασμα, οι επικεφαλής του οποίου ζήτησαν και έλαβαν άδεια από τη Βέρμαχτ να αναρτηθεί και η ελληνική σημαία δίπλα από τη σβάστικα ως δείγμα θαυμασμού προς την ηρωική πράξη του Έλληνα φρουρού. Όπως και έγινε. Μάλιστα, η ελληνική, ήταν η μόνη σημαία κατακτημένου κράτους που επετράπη να ανεμίσει.

Μνημείο Κώστα Κουκκίδη Αργότερα έγινε μεγάλο σούσουρο στις γειτονιές για «τον Κωστάκη που έπεσε από την Ακρόπολη με τη σημαία». Αυτή την ιστορία, μου τη διηγιόταν ο παππούς μου Νικόλας Λιγνός, κάθε φορά που με ανέβαζε για τσάρκα στην Ακρόπολη και μου τόνιζε «να μην την ξεχάσω ποτέ». Αργότερα, σαν παιδάκι, την ξέχασα. Ώσπου πήγα ξανά στην Ακρόπολη και στο ανέβασμα, στην δεξιά πλευρά υπάρχει μια αναθηματική πλάκα με το όνομά του νεαρού ήρωα: «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΚΙΔΗΣ».

Ψάχνοντας περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση, διάβασα στο ιντερνετ ότι το όλο περιστατικό αμφισβητείται, ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πρόκειται για μύθο και ο Κουκκίδης να είναι «ανύπαρκτος λαϊκός ήρωας» και «κύημα της φαντασίας των καταπιεσμένων Ελλήνων».

Άλλωστε, όπως λένε τα δημοσιεύματα της εποχής, η προδοτική κυβέρνηση Τσολάκογλου η οποία συνθηκολόγησε και παρέδωσε την Ελλάδα, υποχρεώθηκε να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει.

Σχετικά με την θάνατο του Κωνσταντίνου Κουκκίδη, επειδή δεν μπόρεσαν να βρουν το όνομά του καταχωρημένο στα στρατιωτικά μητρώα της εποχής κυκλοφορούν κάμποσες εκδοχές εκτός από αυτήν που σας είπα.

Ότι ήταν εύζωνος που φρουρούσε τη σημαία στην Ακρόπολη, στις 27 Απριλίου 1941, και όταν το γερμανικό απόσπασμα του ζήτησε να την υποστείλει, εκείνος το έκανε και μετά την τυλίχτηκε και πήδηξε από το Βράχο.

Ότι ήταν εθελοντής νεολαίος (είπαμε ήταν μόνο 17 χρονών) και πάνω στην αποκοτιά της νιότης έπραξε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ότι δεν ήταν καν στρατιώτης αλλά μέλος της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας) του δικτάτορα Μεταξά, όπου φύλαγαν τη σημαία εκ περιτροπής. (βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη» του Ιωάννη Γιαννόπουλου). Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται:

Ο Κυριάκος Γιαννακόπουλος, παιδί ακόμη, πουλούσε τσιγάρα στην Πλάκα, γεννημένος πριν ένδεκα χρόνια στο Θησείο. Έτυχε την στιγμή της θυσίας να στρέψει το βλέμμα του προς την Ακρόπολη:

«Την ώρα ακριβώς που έπεφτε το παιδί με την σημαία τυλιγμένο και κτυπούσε στους βράχους. Έκανα να τρέξω προς τα εκεί και δεν μπορούσα. Ναι προσπάθησα, να πάω και εγώ εκεί… Το παιδί… τρέξανε, χάλασε ο κόσμος, έγινε σεισμός εκείνη την ώρα που είδαν το παιδί, όλος ο κόσμος αναστατώθηκε. Πού να πάω εγώ παιδάκι τότε, να χωθώ, εκεί μέσα στην στοά της Ακροπόλεως, να μαζέψω… να προσφέρω τι; Απλώς πήρα τα πράγματά μου και έφυγα. Σκοτώθηκε εκείνη την ώρα. Κτύπησε στους βράχους και εκτινάχθηκε. Το θυμάμαι, το βλέπω σαν να το βλέπω τώρα. Αυτό το πράγμα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από τα μάτια μου, μόνο όταν πεθάνω!».

Ο Στάθης Αρβανίτης, μικρό παιδί κι αυτός, θυμάται:

«Ήμουνα τότε επτά χρονών. Μέναμε ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη. Εκείνη την ημέρα στις 27 Απριλίου -μια ημέρα ηλιόλουστη με καθαρότατο ουρανό- ο πατέρας μου είχε απαγορέψει και στον αδελφό μου και στην μητέρα μου να βγούνε απ’ το σπίτι. Εγώ ήμουνα στην ταράτσα και έπαιζα με το αυτοκινητάκι μου. Ξαφνικά βλέπω ένα σώμα, μάλλον πρέπει να ‘τανε τσολιάς, να πέφτει από την Ακρόπολη και να χτυπιέται στους βράχους. Κατέβηκα κάτω και το ανέφερα στον πατέρα μου, ο οποίος μέσα στην σύγχυση την στιγμή που έμπαιναν οι Γερμανοί, κάπως δεν με πίστεψε. Μετά 15 ημέρες έρχεται και μου λέει: “Μικρέ είχες δίκιο. Το είπε το BBC.”».

Συγκλονιστική επίσης είναι η σχετική έρευνα του Χαράλαμπου Ρούπα, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12 Μαΐου 2006 στην εφημερίδα «Το Βήμα της Αιγιαλείας»:

«Εγώ και οι φίλοι μου, περίεργοι και αργόσχολοι συνταξιούχοι, αρχίσαμε να ψάχνουμε στην Πλάκα μέσα στα παραδοσιακά ταβερνάκια και καφενεία, μήπως βρούμε κάποιο γεροντάκι που να μάς έλεγε κάτι το σχετικό. Όλοι γνώριζαν το περιστατικό, αλλά μάς έλεγαν, “άκουσα… μού είπαν…”, δηλαδή αυτά πού γνωρίζαμε κι εμείς.

Τελικά, ψάχνοντας και κάνοντας με υπομονή την έρευνά μας, βρήκαμε μία γριούλα που μάς είπε: “Πηγαίνετε κάτω στου Μακρυγιάννη (μάς είπε περίπου την διεύθυνση), κι εκεί ζει ένας πρώην τσαγκάρης. Αυτός είναι ο γιος τού παγοπώλη ο οποίος με το καροτσάκι του πήρε τον νεκρό στρατιώτη, και τον επήγε στο Α’ Νεκροταφείο και τον έθαψε”.

Τελικά, συναντήσαμε τον γερο-τσαγκάρη. Δυσκολευθήκαμε όμως να τού δώσουμε να καταλάβει το τι θέλαμε να μας πει, διότι ούτε άκουγε, κι ούτε έβλεπε καλά. Στο τέλος, συγκινημένος, μάς είπε:

“Εκείνη την ημέρα είχαμε κλεισθεί στα σπίτια μας, όπως κι όλη η Αθήνα. Εγώ τότε ήμουν 16 χρονών. Ακούσαμε στον δρόμο μία γριά που στρίγκλιζε. Πεταχτήκαμε τότε στον δρόμο δύο-τρεις, για να δούμε το τι συμβαίνει, και τότε είδαμε το τραγικό αυτό θέαμα: Ένα χιλιοστραπατσαρισμένο πτώμα ντυμένο στο χακί και μία σημαία γύρω του ματωμένη. Χαρτιά, πορτοφόλι κλπ. δεν βρέθηκαν επάνω του, εκτός από ένα δελτάριο που έγραφε το όνομά του. Το δελτάριο το κράτησε ένας φίλος τού πατέρα μου.

Επειδή ο πατέρας μου κι εγώ μοιράζαμε κολώνες πάγου στα σπίτια, είχαμε ένα καρότσι. Το έβαλαν το παλληκάρι μέσα μαζί με την σημαία, το σκέπασαν με μία κουβέρτα και το πήγαν μαζί με τον φίλο του στο Α΄ Νεκροταφείου και το έθαψαν.

Εκεί βρήκαν έναν παπά και του είπαν τι είχε συμβεί. Αυτός τούς πήγε σε έναν ανοικτό τάφο, τύλιξαν το παλληκάρι με ό,τι είχε μείνει από την σημαία, είπε και δύο - τρία λόγια ο παπάς και το παράχωσαν.

Εκείνο όμως που πρέπει να σας τονίσω, αυτό το τραγικό περιστατικό από στόμα σε στόμα το είχε μάθει όλη η Αθήνα. Ο πατέρας μου φοβήθηκε και δεν με πήρε μαζί του. Εάν πήγαινα κι εγώ, τότε θα σας υπέδειχνα που ακριβώς είναι παραχωμένο το παλληκάρι. Τον πατέρα μου, τον έχασα τον Ιανουάριο τού 1942 στην μεγάλη πείνα.”»

Άλλος αντιστασιακός ερευνητής, ο Κώστας Κωστοπούλος γράφει:

«Ο Ήρωας Στρατιώτης, χτυπώντας πάνω στα βράχια, στην διαδρομή τής πτώσεώς του στον γκρεμό από τον βράχο τής Ακροπόλεως, όταν τελικά κατατρακυλώντας, έπεσε στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα, είχε πολτοποιηθεί και η στολή του ήταν καταξεσκισμένη. Όταν τον περιμάζεψαν δύο-τρεις κάτοικοι τής Πλάκας, δεν βρήκαν τίποτε επάνω του εκτός από ένα τσαλακωμένο ταχυδρομικό δελτάριο στο οποίο έγραφε πολύ κακογραμμένα το όνομα τού παραλήπτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ. Αυτά τα στοιχεία είχαν καταθέσει δύο γέροντες (επιζώντες ακόμη) σχετικά με το ανωτέρω περιστατικό».

Η εφημερίδα Daily Mail με θέμα «Ένας Έλληνας κουβαλά την σημαία του έως τον θάνατο» (Α Greek carries his flag to the death) γράφει στις 9 Ιουνίου 1941:

«Ο Κώστας Κουκκίδης, Έλληνας στρατιώτης ο οποίος φρουρούσε το εθνικό σύμβολο των Ελλήνων πάνω στην Ακρόπολη, τυλιγμένος με την Γαλανόλευκη, εφόρμησε στο κενό και αυτοκτόνησε (27/4/1941)».

Επίσης, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, αναφέρει στα απομνημονεύματά του, πως: «Ο Έλλην φρουρός τής Ελληνικής σημαίας επί τής Ακροπόλεως, μη θελήσας να παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος τής αναρτήσεως τής εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ της Ακροπόλεως κρημνισθείς και εφονεύθη. Εκάθησα στο γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου και δακρύων…».

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge Nicolas Hammond αναφέρει:

«Την 27ην Απριλίου 1941, λίγο προτού χαράξει, όλα ήταν κλειστά. Τότε έμαθα ότι οι Γερμανοί διέταξαν τον φρουρό της Ακρόπολης να κατεβάσει το ελληνικό σύμβολο. Πράγματι, εκείνος την υπέστειλε. Τυλίχθηκε με αυτήν και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον βράχο…».

Ακόμη, υπάρχει μία δήλωση του επικεφαλής της Δ.Ι.Σ. (Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού που αναφέρει, ότι

«εκ των ιστορικών αρχείων, εμφαίνεται ότι ο φρουρός στρατιώτης της σημαίας ηυτοκτόνησεν περιβληθείς ταύτην».

Ακόμη, ο μεγάλος λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης αναφέρει στο διήγημά του «Τα άλογα του Κουπύλ»:

«…την κατέβασε, τυλίχθηκε μέσα κι έπεσε χωρίς ηρωισμούς απ’ το βράχο».

Τέλος στο τιμητικό λεύκωμα του ΚΚΕ «Έπεσαν για τη ζωή» λέγεται μεταξύ άλλων:

«Τη στιγμή που άλλοι έδιναν γη και ύδωρ στους χιτλερικούς, ο Έλληνας στρατιώτης, πιστός στα πατριωτικά ιδανικά, προτίμησε να αυτοκτονήσει τυλιγμένος με τη γαλανόλευκη, πέφτοντας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, παρά ν’ ανεβάσει στον ιστό τη σβάστικα».

Όπως και να έχει το γεγονός, και ο μύθος που πλέκεται γύρω του, ο νεαρός Κωνσταντίνος Κουκκίδης, επέλεξε το θάνατο από την ατίμωση. Η ηρωική του πράξη, αναφέρεται μεταξύ των 7 ηχηρών αυτοκτονιών που ακολούθησαν την παράδοση της χώρας μας στους Γερμανούς και έγιναν γνωστές:

Στις 9 Απριλίου 1941 αυτοκτονεί ο υποστράτηγος Ιωάννης Ζήσης, μέσα στη σκηνή του, μη μπορώντας να δεχτεί τον άδικο και εξευτελιστικό αφοπλισμό του συντάγματός του.

Το ίδιο διάστημα, αυτοκτονεί στο Ριζό Μακεδονίας ο κυκλαδίτης λοχαγός Ευάγγελος Νομικός, για να αποφύγει τη βέβαιη αιχμαλωσία από τους γερμανούς.

Αυτοκτονεί επίσης έξω από το νοσοκομείο των Καμένων Βούρλων ο Χιώτης ανθυπολοχαγός Νικόλαος Πάππης όταν είδε να πλησιάζουν τα γερμανικά στρατεύματα.

Ο διοικητής της 8ης Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βερσής, μετά την συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου, καλεί τους στρατιώτες του και τους λέει:

«Πολεμήσαμε γενναία τους Ιταλούς και τους νικήσαμε. Μια άλλη ξένη δύναμη δεν μας επιτρέπει να χαρούμε τη νίκη και να απολαύσουμε το αγαθό της ελευθερίας… Επετεύχθη συνθηκολόγησις που μας υποχρεώνει να παραδώσουμε τα όπλα τα ιερά που τόσο αγαπήσαμε και μας χάρισαν νίκες. Και τώρα τους ζυγούς λύσατε. Ζήτω η αιωνία Ελλάς».

Και ο τότε στρατιώτης Ανδρέας Δαλακάκης εξιστορεί το τι συνέβη μετά:

«Ψάλαμε μετά συγκινημένοι τον εθνικό ύμνο και αρχίσαμε να αποχωρούμε. Ο Βερσής, αποτραβήχτηκε παράμερα πίσω από ένα πυροβόλο και αυτοκτόνησε, γιατί δεν ήθελε να παραδώσει τα όπλα!..»

Στις 18 Απριλίου αυτοκτονεί ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής.

Την Κυριακή, 27 Απριλίου, ημέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αυτοκτονεί ο Κώστας Κουκκίδης πηδώντας από την Ακρόπολη τυλιγμένος στην σημαία μας.

Την ίδια μέρα πίνει δηλητήριο η γνωστή συγγραφέας η οποία πεθαίνει 7 μέρες μετά. Στον τάφο χαράχτηκε μόνο η λέξη «Σιωπή…»

Info:

Οι πληροφορίες πάρθηκαν με προσοχή από διάφορες έρευνες στο διαδίκτυο. Η ιστορία αποτυπώνεται όπως ελέχθη από τον Νικόλαο Λιγνό.



Πηγή: e-fungus.gr


Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.