Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά (Ὀδυσσέας Ἐλύτης)
Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα
– Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
– Θόη θόη θμός
– Ἔ; Τί;
– Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
– Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
– Θμὸς θμὸς ἄδυσος
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.
Πηγή: www.nektarios.gr

Στό ποιητικό αὐτό ἔργο,ὁ ‘Ελύτης,ὀρίζει τό δέντρο τῆς ζωής του ὥς Φωτόδεντρο.
Δηλώνει ὄτι ἀντέχει ὄλες τίς κακουχίες μέ ψηλά τό κεφάλι καί παρουσιάζεται ἀμείλικτος σέ ὄσους προσπάθησαν ν΄ἀνακόψουν τήν πορεία του πρός τό Φως.
Μιά προσωπική ἀναγκη νά μείνει ζωντανός καί καθαρός.