«μνημεῖο στὸν ἄγνωστο ἱδιώτη»
TO MONO ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΜΑΖΙ του πεθαίνοντας ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ μικρὸ ἐκεῖνο μέρος τῆς περιουσίας του ποὺ ἴσα ἴσα δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν ἄλλο. Κάτι λίγες αἰσθήσεις ἢ στιγμές· δυὸ τρεῖς νότες κυμάτων, τὴν ὤρα ποὺ τὸ μαλλὶ τὸ παίρνει ὁ ἀέρας μὲ τὰ γλυκὰ ψιθυρίσματα μὲς στὸ σκοτάδι· ὀλίγες μέντες ἀπὸ δυὸ κοντὰ κοντὰ βαλμένες ἀνάσες· ἕνα τραγούδι βαρύθυμο, σὰν βράχος μαῦρος· καὶ τὸ δάκρυ, τὸ δάκρυ τῆς μιᾶς φορᾶς, τὸ γιὰ πάντοτε. Ὅλα ὅσα, μ’ ἄλλα λόγια, κάνουν τὴν ἀληθινή σου φωτογραφία, τὴν καταδικασμένη νὰ χαθεῖ καὶ νὰ μὴν ἐπαναληφθεῖ ποτέ.
Ἀποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αὐτὸ τὸ ἔσχατο τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀντίτυπο. Ποὺ ἐὰν συμβαίνει νὰ διακρίνουμε πίσω του ἀφρισμένη τὴ θάλασσα ἢ λευκὸ τὸ σπιτάκι, νὰ μὴν προσπερνᾶμε, τάχατες οἱ ἀνώτεροι ἐμεῖς, παρὰ νὰ γονυπετοῦμε καὶ νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας μὲ δέος. Ἕνα εἰκόνισμα εἶναι κι αὐτὸ τὸ πελαγίσιο κομμάτι, ποὺ τὸ ξύλο του ἔχει μαυρίσει ἀπὸ τοὺς καπνοὺς παλαιῶν ἀγώνων ἀλλὰ ποὺ τ’ ἁγιωτικό του ἀναδίδει ἀκόμη Ἀναξίμανδρο.
Μιλῶ μ’ ἕναν φανατισμὸ ποὺ δὲν εἶναι παρὰ σωφροσύνη στὸν κύβο. Νά ‘σαι σκληρὸς ἀπέναντι στὸ μέλλον σου μαρτυρεῖ πόσο τρυφερὸς εἶσαι ἤδη ἀπέναντι στὰ στοιχεῖα ποὺ κρυφὰ προσφέρεις γιὰ νὰ τὸ συνθέσουν. Ἀλλὰ ποιὸ μέλλον; Τίνος; Τὸ ἀπώτερο, τὸ μετὰ κάθε ἰδιώτη μέλλον, ποὺ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ δημόσιο. Πάνω σὲ μιὰ τέτοιου εἴδους λατρευτικὴ στάση, φαντάζομαι, θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συμπέσουν οἱ κορυφαῖοι τῆς πολυθεΐας καὶ οἱ ἅγιοι πάντες τῆς χριστιανοσύνης. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ σ’ ἕνα πέτρινο, σχεδὸν διάφανο, εἰδώλιο ποὺ λευκάζει κι ἀναδύεται ἀπὸ τὰ κύματα συμπίπτουν οἱ λιγοστὲς γραμμὲς τῆς Πάρου ἢ τῆς Σικίνου καὶ οἱ πτυχὲς τοῦ μανδύα μιᾶς ἁγίας Μαρίνας, ἢ μιᾶς Διαμάντως ποὺ ἐναποθέτει λουλούδια στὸν ἐπιτάφιο.
Περιμένω τὸν καλλιτέχνη —ποὺ ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες ὑπάρχουν ν’ ἀναφανεῖ— τὸν ἱκανὸ νὰ στήσει, ἀποστραγγίζοντας ὅλο τὸ ἀπόθεμα τοῦ θυμητικοῦ μας, τὸ «μνημεῖο στὸν ἄγνωστο ἱδιώτη». Ὅπως ὣς τώρα ἐστήσαμε σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ τόπου μας κάποιο μνημεῖο στὸν «ἄγνωστο στρατιώτη».
Θὰ πρέπει νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν κυανὴ καὶ λευκὴ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ καὶ ν’ ἀντανακλᾶ ὅλο φῶς πάνω στὴν πίσσα τῆς Εὐρώπης ποὺ θάβουμε σήμερα ἐν ὄψει μιᾶς ἄλλης ποὺ μοιάζει νὰ γεννιέται. Χωρὶς διάκριση. Πάνω στοὺς μέλανες δρυμοὺς, στὰ τέρατα τῆς Chartres καὶ τοῦ Duomo, τοὺς Καρτέσιους καὶ τοὺς Καλβίνους, τοὺς Κάντ καὶ τοὺς Μάρξ, τὸν Πάπα —Θεὸς σχωρέσει τους.
Πηγή: ὀδυσσέας ἐλύτης, τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ, Ἴκαρος