Τ’ ἀληθινὸ παραμῦθι τοῦ Ὀκτώβρη

Ἡ φωτογραφία ἀπό τό http://pheidias.antibaro.gr/
Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια…Σὰν σήμερα…
Σὲ μιὰ βαθειὰ πολυθρόνα, σωριασμένος ἀπ’ τὸ βάρος τῶν χρόνων ποὺ πέρασαν, ἕνας συμπαθητικὸς ἀσπρομάλλης παπποῦς, ἁπλώνοντας μὲ κόπο τὸ ρυτιδωμένο χέρι του, χαϊδεύει τὸ καστανὸ σγουρόμαλο κεφαλάκι τοῦ μικροῦ του ἐγγόνου. Καὶ ἀργά, μὲ τρεμουλιαστὴ φωνή, ἀρχίζει τὸ παραμῦθι τἀληθινό, ποὺ ἡ ἄσβυστη θύμηση, τόφερε στὸ νοῦ του σήμερα.
— Ἕνα καιρὸ μικρέ μου, σὲ μιὰ καμαροῦλα φτωχική, μὰ παστρικὴ καὶ στὸ φῶς λουσμένη, ζοῦσε μιὰ Μάνα σεμνὴ καὶ ὄμορφη. Τὴ λέγανε ΕΛΛΑΔΑ!
Στὸ σῶμα της ἐτύλιγε πέπλο ἀραχνοΰφαντο ποῦχε ζηλευτή ὀμορφιά. Κάποτε τὸ χάρισαν τὰ παιδιά της, νυφάνοντάς το μὲ κόπο καὶ θυσίες χρόνων. Τοῦ δώσανε τὄνομα ΛΕΥΤΕΡΙΑ!
Νιώτερα παιδιά, κούρνιαζαν ὁλόγυρα στὴ Μάνα, εὐτυχισμένα στὴ ζέστα τῆς ἀγάπης της καὶ θαυμάζοντας τὄμορφο πέπλο. Ζοῦσαν λιτά, στὴ καμαροῦλα τὴ φτωχική. Γυρωπερίγυρα, πελώριοι πύργοι κατάμαυροι ὄρθωναν τὄγκωμά τους. Στὰ σκοτεινά τους σπλάχνα ζοῦσαν ἄνθρωποι βάρβαροι κι’ ἀμαρνωλοί, ὁπλισμένοι μὲ φωτιὲς καὶ ἀτσάλι. Πολλοὶ ἀπὸ δαύτους ζήλεψαν τὴν ὀμορφιὰ τῆς ΕΛΛΑΔΑΣ, φθόνησαν τὴν ἥρεμη κι εὐτυχισμένη ζωὴ τῶν παιδιῶν της, πόθησαν το μυριοπλούμιστο πέπλο τῆς ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ καὶ λούφαξαν…
Μιὰ νύχτα, ἐδῶ καὶ χρόνια πολλά, φτάσανε κάποιοι ἀπὸ δαύτους, ἀπόξω ἀπ’ τὸ μικρὸ σπιτάκι τους μὲ χλαλοή. Φωνές, φοβέρες καὶ βροντοχτυπήματα ποὺ σειότανε τὸ ἥρεμο σπιτικό!
Ξαφνικά, μιὰ φωνή ἀλλιώτικη, μὲ ὕπουλο τόνο ποὺ μόλυνε τὴ καθαρὴ καὶ ἀγνὴ ἀτμόσφαιρα τῆς καμαροῦλας ἀντήχησε: — Ἀνοίξτε!
Ἡ Μάνα σὰ νἄκουσε καὶ κατάλαβε. Ἔσκυψε κι ἀγκάλιασε τὰ παιδιά της, τὰ χάϊδεψε, τὰ φίλησε καὶ τοῦς εἶπε:
— Παιδιά μου ἀγαπημένα κι ἄλλοτε μιὰ φορὰ ξένοι σὰν δαύτους, βάρβαροι καὶ ὕπουλοι κρούσανε τὴ πόρτα μας. Τότε ἕνα λεβεντόψυχο παιδί μου, στάθηκε μπροστά τους, μὲ στήθη θεριακωμένα καὶ τοὺς φώναξε κατάμουτρα: ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ!
— Θυμηθῆτε το ἀγαπημένα μου παιδιά κι αὐτὸ καὶ τἄλλα ποὺ τόσες φορὲς σᾶς μίλησαν στὶς ψυχές σας. Καὶ δόστε τὴν ἀπόκρησι, στὸ θράσος καὶ στὴν ἀναίδεια ποὔχουνε νὰ λερώσουνε μὲ τὶς ἁμαρτίες, τους τὸ ἤσυχο σπιτικό μας καὶ νὰ μᾶς κλέψουνε ἐτοῦτ τὸ αἰώνιο στολίδι μας, τὸ πέπλο τῆς ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ!
Τὰ παιδιὰ ρίγησαν! Ἕνα, τὸ μεγαλύτερο, πετάχτηκε ζωηρά, μὲ βλέμμα λαμπερὸ καὶ φώναξε μὲ δύναμι καὶ θέλησι, ποὺ πήγαζαν βαθειὰ ἀπ’ τὰ μύχια τῆς ψυχῆς του…
— ΟΧΙ! Δὲν θ’ ἀνοίξουμε ποτέ!
Ὁ παπποῦς σιώπησε μιὰ στιγμή. Σκούπισ’ ἕνα δάκρυ ποὺ κύλησε σταὐλακωμένο του μάγουλο.
— Ἂ, παπούλη μου, τί καλὰ ποὺ δὲν ἄνοιξαν σὲ κείνους τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους! φώναξε ὁ μικρός, χτυπῶντας μὲ χαρὰ τὶς μικρές του παλάμες.
Ναί μικρέ μου, πολὺ κακοί! εἶπε ὁ γέρος, χαϊδεύοντας τὸ σγουρόμαλλο κεφαλάκι καὶ βυθίζοντας τὸ βλέμμα του στὸ κενό σὰ νἄβλεπε ζωντανή, κάποια ὁπτασία…
— Μὰ σπάσανε τὴ πόρτα οἱ βάρβαροι! πρόστεσε σὲ λίγο, ἀργὰ καὶ κοφτά.
Τρόμαξε ὁ μικρός, ἀναπήδησε καὶ γάτζωσε τὰ δαχτυλάκια του στὸ ροῦχο τοῦ παποῦ.
— Ἄχ, παπούλη μου…τί μεγάλο κακό! φώναξε.
Ὁ γέρος ἔσκυψε τὸ κεφάλι του, κύτταξε τὸ μικρὸ στὰ μάτια, χαμογέλασε παράξενα κι ἀποκρίθηκε:
— Ὄχι μικρέ μου μπροστά στὸ θάρρος καὶ στὴν ὁρμὴ τῶν παιδιῶν τῆς ΕΛΛΑΔΑΣ τρομάξανε. Καὶ στὸ φῶς ποὺ ξεχύθηκε ἀπὸ μέσα ἀστραποβόλο, τυφλωθήκανε. Στρέψανε ὀπίσω, πετάξανε τἀτσαλένια ὅπλα τους καὶ χαρήκανε στὰ σκοτάδια τῶν κατάμαυρων πύργων τους, καταντροπιασμένοι ποὺ ΝΙΚΗΘΗΚΑΝ ἀπ’ τὰ παιδιὰ τῆς ΕΛΛΑΔΑΣ.
— Ἂχ παπούλη μου τί γενναῖα παιδιά!
— Ναὶ μικρέμου, γενναῖα παλληκάρια γιατὶ φώληαζε στὰ στήθη τους βαθειὰ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴ Μάνα τους ΕΛΛΑΔΑ ποὺ τὴ τύλιγε ἐκεῖνο τὄμορφο πέπλο τῆς ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ. Μὰ ἒλα τώρα πήγαινε γιὰ ὓπνο ἀλαφρώ…
Ἔμεινε ὁ παποῦς γιὰ μιὰ στιγμή, χωμένος βαθειὰ στὴ πολυθρόνα. Ἔπειτα σιγὰ-σιγὰ σηκώθηκε, στηριζόμενος σἕνα μπαστουνάκι, προχώρησε μὲ τρεμουλιαστὰ βήματα, ἔφτασε μπροστά σἓνα ντουλάπι, τἄνοιξε μἕνα κλειδὶ καὶ τράβηξε ἕνα πέτσινο χαρτοφύλακα. Ἀπὸ μέσα τράβηξε κάτι χαρτιά, παληά κιτρινισμένα, ἐφημερίδες παληοῦ καιροῦ καὶ φωτογραφίες. Κρατῶντας τα γερὰ στὸ χέρι, ἐπέστρεψε μὲ κόπο στὴν πολυθρόνα του…..
Τὸ ξημέρωμα βρήκανε τὸ παποῦ νεκρὸ στὴν πολυθρόνα του μέσα. Στὰ πόδια του εἶχαν κυλήσει τὰ κιτρινισμένα χαρτιά. Ἀνάμεσά τους ὑπῆρχε μιὰ τριμένη φωτογραφία Ἕλληνα φαντάρου τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου. Καὶ μιὰ ἐφημερίδα εἶχε ἡμερομηνία «28 τοῦ Ὀχτώβρη 1940».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΥΡΗΣ
Πηγή: ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΙΑΒΙΒΑΣΕΩΝ, Ἀριθμός Φύλλου 6, 28 Ὀκτωβρίου 1949