02 Σεπτεμβίου 1944, Χορτιάτης

Πηγή: news.makedonias.gr

Πηγή: news.makedonias.gr

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 1944.

Η Τούλα με το ξύπνημα πετάχτηκε στην αυλή. Η μάντρα υψηλή, η πόρτα ξύλινη αμπαρωμένη δεν έδινε ορατότητα στο σοκάκι. Η μικρή ακούει έναν ασυνήθιστο θόρυβο, ένας βόμβος, μια οχλαβοή, βήματα από πάρα πολλά πόδια. Παραξενεμένη ανοίγει την πόρτα και τι να δει! Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού κάθε ηλικίας άνδρες γυναίκες, μερικοί κρατώντας κάποια πράγματα μαζί τους, με το φόβο και την αγωνία στα πρόσωπά τους περνούσαν, περνούσαν και έφευγαν προς το μονοπάτι, προς το βουνό. Ρωτάει "Που πάτε, που φεύγετε;". Δεν έμοιαζε αυτό το πέρασμα όπως κάθε πρωί που πήγαιναν οι άνθρωποι στις δουλειές τους, αυτό ήταν αλλιώτικο, σαν κυνηγημένοι, σαν να τους απειλούσε κάτι. Κάποια γυναίκα απάντησε "Πες τη μαμά και του μπαμπά σου, ο πρόεδρος έδωσε διαταγή σε 2 ώρες ν'αδειάσουμε το χωριό γιατί θα γίνει μακελειό". Το παιδί τρέχει μέσα φωνάζοντας αυτά που άκουσε, ο πατέρας εξαντλημένος δεν είπε τίποτα, μόνο σηκώθηκε αμέσως περπατώντας και έδωσε νόημα να ξεκινήσει η οικογένεια, δεν ξαφνιάστηκε, ήταν σαν να το περίμενε.

Η μητέρα ξύπνησε τα μωρά, έριξε σ'ένα σακί δυο πλαστά ψωμιά και ξεκίνησαν. Ενώθηκαν με την πορεία των συγχωριανών και προχωρούσαν αμίλητοι. Σε κάποια στροφή του μονοπατιού πάνω από την Αγία Παρασκευή δυο νέοι ντυμένοι με ωραία κοστούμια και γραβάτα προσπαθούσαν με λόγια καθησυχαστικά να πείσουν τον κόσμο να γυρίσει πίσω. "Πατριώτες, μη φοβάστε, δεν θα πάθετε τίποτα, γυρίστε στα σπίτια σας". Οι άνθρωποι είχαν στο νου τους μόνο τα λόγια του προέδρου "σε 2 ώρες χριστιανοί αδειάστε το χωριό, κρυφτείτε όπου μπορείτε, θα γίνει μεγάλο μακελειό", προχωρούσαν προς το βουνό, να κρυφτούν, να σωθούν, να σώσουν τα παιδιά τους, οι Γερμανοί δεν γνωρίζουν τα μονοπάτια και τα κατατόπια του βουνού, δύσκολα θα τους βρουν, είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας.

Να όμως που οι καταπατητές δεν ήταν μόνοι, είχαν μαζί τους Έλληνες συνεργάτες, είχαν τους λεγόμενους τότε ταγματασφαλίτες και τους βρήκαν μια χαρά!

Η διαταγή ήταν "πέτρα πάνω στην πέτρα, ούτε γάτα ζωντανή". Το χωριό, κάηκε και καταστράφηκε συθέμελα.

Όσοι κάτοικοι δεν πρόλαβαν να φύγουν ή άλλοι νιώθοντας αθώοι, έμειναν στα σπίτια τους. Σαν λυσσασμένα σκυλιά έπεσαν πάνω τους, τους μάζεψαν στην αυλή του προέδρου. Εκεί τους κράτησαν αρκετή ώρα υποβάλλοντάς τους σε γυμναστική ώσπου να τους εξαντλήσουν. Εν τω μεταξύ ο Πρόεδρος βγήκε στο μπαλκόνι να τους μιλήσει φιλικά σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τους ανθρώπους και το χωριό. Η απάντησή τους ήταν, να του αδειάσουν το όπλο στο χέρι του. Αιμόφυρτο τον κατέβασαν κάτω μαζί με την οικογένεια, τη μητέρα του 80 ετών, τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά. Κατάχλομος από το αίμα που έχανε, θέλησε η γυναίκα του να του φέρει μια καρέκλα να καθίσει. Αγριεμένες φωνές "όχι, όρθιο το σκυλί" στα Ελληνικά.

Αφού λοιπόν τους κούρασαν με τη γυμναστική, τους έβαλαν στη σειρά και τους οδήγησαν στο φούρνο του Γκουραμάνη, τους στρίμωξαν επάνω στο ζυμωτήρι, καναδυό έπαθαν ασφυξία (τυχεροί!).

Μια γυναίκα κατάφερε να πηδήξει από το μικρό παράθυρο και να ξεφύγει. Εν τω μεταξύ οι Δήμιοι άναψαν τον φούρνο, τον πυράκτωσαν καλά κι άρχισε το ψήσιμο των αθώων ανθρώπων, με πρώτους βέβαια την οικογένεια του προέδρου. Κατόπιν την οικογένεια του Γκουραμάνη. Όποιος βρεθεί σήμερα στον Χορτιάτη και σταθεί μπροστά στο μνημείο του ολοκαυτώματος, θα κουραστεί να διαβάζει το όνομα αυτό. Πάνω από 25 φορές θα δει γραμμένο Γκουραμάνης-Γκουραμάνη, ανδρικό γυναικείο παιδικό. Ολοσχερές ξεκλήρισμα της οικογένειας αυτής και των συγγενών, θα μπορέσει ο επισκέπτης αν δεν του λυγίσουν τα γόνατα, να διαβάσει μέχρι και: Γκουραμάνη ... ετών (1) ένα (Βρέφος, αβάπτιστο).

Το μακάβριο έργο στο φούρνο τελειώνει με τον εξής τρόπο: ρίχνουν μια σκόνη και μια σφαίρα, η σκόνη ανάβει, οι στοιβαγμένοι άνθρωποι τυλίγονται στις φλόγες και σε λίγο τα ερείπια του φούρνου τους σκεπάζουν σ'έναν ομαδικό τάφο.

Χορτιάτης Παρεκκλήσι στο χώρο του μαρτυρίου όπου βρισκόταν ο φούρνος Γκουραμάνη

Χορτιάτης
Παρεκκλήσι στο χώρο του μαρτυρίου όπου βρισκόταν ο φούρνος Γκουραμάνη

---

Η Τούλα με την οικογένειά της έφυγαν προς το βουνό για να σωθούν. Σε κάποια στροφή του μονοπατιού, ο πατέρας σταμάτησε και κάθισε κάτω, "Δεν μπορώ άλλο Μαρία, δε με παν τα πόδια". "Καλά Βασίλη μου, ξεκουράσου και αν μπορέσεις συνεχίζουμε". Ο πατέρας κάθεται κάτω με σκυμμένο κεφάλι, τα μάτια θολά, η φωνή δε βγαίνει. Σε λίγο φαίνονται στο μονοπάτι τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του με τις οικογένειές τους, "Εμείς πάμε πέρα στη Δαμασκηνιά". Ο πατέρας με σιγανή και επίμονη φωνή λέει στη μητέρα, "Μαρία, πάρε τα παιδιά και πήγαινε μαζί τους". "Όχι Βασίλη, δεν σ'αφήνω μόνο, εδώ μαζί κοντά σου, ό,τι πάθουμε να το πάθουμε όλοι μαζί". Η στοργή και η αγάπη της υπαγόρευσαν να πει αυτά τα λόγια, γιατί ούτε τα παιδιά της ήθελε ν'αποχωρισθεί ούτε τον άντρα της να εγκαταλείψει.

Αν ζούσε το μουλαράκι! γιατί άραγε χάθηκε μόλις μια βδομάδα πριν; αν ζούσε θα μπορούσε να κουβαλήσει τον άρρωστο πατέρα ως τη Δαμασκηνιά, όπου σώθηκαν όλοι όσοι πήγαν εκεί. Ίσως γι'αυτό η μητέρα το έκλαψε τόσο πολύ.

Το μονοπάτι ερήμωσε, όσοι πέρασαν χάθηκαν μέσα στο βουνό. Και μένει μόνη η παρέα των έξι μεγάλων με τα δέκα παιδιά. Νοιώθουν γύρω τους ησυχία και ερημία, το μέρος δεν τους τρομάζει, δεν τους είναι άγνωστο. "Ε, καλά είμαστε εδώ, ας μείνουμε για λίγο και βλέπουμε".

Τα παιδιά παίζουν ξένοιαστα και χαρούμενα, δεν καταλαβαίνουν τι κίνδυνος τα απειλεί. Ξαφνικά, τα γέλια και οι φωνές παγώνουν. Ακούγονται πυροβολισμοί, οι σφαίρες σφυρίζοντας δαιμονιωδώς φθάνουν ως τα πόδια τους και σβήνουν στο χώμα. Μόλις που προλαβαίνουν τα παιδιά να τρέξουν κοντά στους μεγάλους. Η γιαγιά όμως όρθια στο ύψωμα αψηφώντας τον καταιγισμό των σφαιρών κοιτάει προς το χωριό. "Μάνα πέσε κάτω, θα σκοτωθείς". "Το σπίτι, το σιτάρι, το καλαμπόκι, θα μας τα πάρουν, πρέπει να πάω". Η γιαγιά δεν ακούει τα παρακάλια, κατρακυλάει την πλαγιά και χάνεται στα μάτια τους. Η αρχή του τέλος, δεν θα ξαναειδωθούν πια!

Πόση ώρα πέρασε από το φευγιό της γιαγιάς, άγνωστο. Μικροί μεγάλοι τώρα σιωπηλοί με τον τρόμο στην καρδιά, οι σφαίρες σχίζουν τον αέρα. Ξάφνου, ακούγεται μια άγνωστη φωνή, έρχεται από το πάνω μέρος της ρεματιάς, "Ε, εσείς εκεί κάτω, ανεβείτε πάνω, μη φοβάστε, δυο λόγια θα σας πω και θα φύγετε". Η βουβαμάρα που ακολουθεί είναι απερίγραπτη, νοιώθουν όλοι το βάρος της μέσα τους, τους κόβεται η ανάσα, τρέμουν όλοι σύγκορμα. Η φωνή ξανακούγεται πιο έντονη τώρα και πιο ανυπόμονη, "Δεν ακούτε τι σας λέω; Ανεβείτε πάνω, δυο λόγια θα σας πω και θα φύγετε".

Πρώτος κινάει ο πατέρας, ανεβαίνει την όχθη της ρεματιάς, σχεδόν μπουσουλώντας, κοντά του ο Κωστάκης, πίσω οι μάνες με τα παιδιά, τελευταία η μητέρα με το μικρότερο αγκαλιά, τον 22 μηνών Αλέκο και δίπλα της κρατώντας την από τη φούστα η Τούλα που κρατάει απ'το χεράκι τον μικρό Γιωργάκη. Μια σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλον, ανεβαίνουν σκυφτοί, σαν τα πρόβατα επί σφαγή.

Φθάνοντας ο πατέρας πρώτος μπροστά του δέχεται αμέσως μια σφαίρα στον κρόταφο και πέφτει άπνους, ακούγονται αμέσως κλάματα και σπαραχτικές φωνές των παιδιών.

Η μητέρα με τα παιδιά της ανεβαίνει ακόμη, δεν βλέπουν τι γίνεται επάνω, ακούνε μόνο τις φωνές. Η Τούλα τρέμει σύγκορμη, ο τρόμος την έχει παραλύσει, "Τι θα μας κάνει μαμάκα μου αυτός; γιατί κλαίνε τα παιδιά;". "Σώπα κοριτσάκι μου, δεν ξέρω τι θα μας κάνει, σώπα". Χωρίς χρονοτριβή ο δήμιος σκοτώνει μία μία τις μανούλες κι αφήνει ορφανά τα παιδιά.

Η θεία Χρυσούλα αφήνει τρία κοριτσάκια, το μικρότερο νεογέννητο, το παίρνει αγκαλιά το μεγαλύτερο και γίνεται η μανούλα του.

Η θεία Λεωνόρα αφήνει τη μικρή Ευανθούλα, το αγοράκι που κρατούσε αγκαλιά το πήρε μαζί της, γιατί η σφαίρα που έπεσε επάνω της πέρασε πρώτα από το λαιμό του παιδιού.

Η θεία Κατίνα αφήνει το 14ων μηνών μωρό της, τον Παναγιωτάκη. Φαίνεται πως την ώρα του κακού, εκείνη αστραπιαία κάθισε κάτω και έβγαλε να θηλάσει το μωρό, ίσως ήλπισε πως το ανθρωπόμορφο τέρας θα θυμόταν το γάλα της μάνας του, θα σεβόταν κάποια εικόνα. Αμ δε! Τίποτα! Καμία χορδή δεν χτύπησε μέσα του, ούτε καν τον συγκίνησε αυτή η ιερή στιγμή που η μωρομάνα δίνει μέσα από τα σπλάχνα της τροφή και ζωή στο παιδί της. Την χτυπάει πισώπλατα και μένει έτσι, νεκρή, ακίνητη, κρατώντας σφιχτά το μωρό της που ανίδεο εξακολουθούσε να πίνει το γάλα της μανούλας του.

Τέλος φθάνει και η μητέρα επάνω όπου περιμένει ανυπόμονα ο χάρος. Η Τούλα βλέπει ένα όπλο στραμμένο κατά πάνω τους, η μαύρη κάνη του καπνίζει ακόμα από τις σφαίρες που ξέρασε πριν λίγο. Σημαδεύει τη μητέρα και μόλις εκείνη σήκωσε το κεφάλι να τον αντικρίσει, πατάει τη σκανδάλη, δέχεται τη σφαίρα πάνω από το αριστερό αυτί, απότομα ανοίγει τα χέρια, ο μικρός Αλέκος πέφτει κάτω, η μητέρα πέφτοντας προς τα δεξιά αρπάχτηκε από κάτι χαμόκλαδα, χρειάστηκαν κάποια δευτερόλεπτα για να φύγει η ζωή από μέσα της. Τα δυο αδελφάκια της Τούλας τρομάζουν τόσο πολύ που κλαίνε γοερά, μα και η Τούλα τρομοκρατείται το ίδιο. Βρίσκει το θάρρος και ζητάει το λόγο από το φονιά, "Γιατί! Τι την έκανες τη μαμά μου; τι την έκανες τη μαμά μου;". Η κάνη είναι στραμμένη επάνω της, καπνίζει ακόμη, δεν του είναι δύσκολο να πατήσει πάλι τη σκανδάλη, όμως "Άντε κοριτσάκι μου, μη κλαις, πάρε τ'αδελφάκια σου και πήγαινε σπίτι σου".

Τι; Πως; Από ποιο στόμα βγαίνουν αυτά τα λόγια; Κοριτσάκι μου; Αδελφάκια σου; Ποιος μιλάει τόσο στοργικά;

Καλοσύνη σας κύριε φονιά, ευχαριστώ για την υπόδειξη. Πολύ ωραία, βγήκαμε τη βολτίτσα μας, σκοτώσαμε κάμποσους, το παιχνίδι τελείωσε, διώχνουμε τα ορφανά. Πήγαινε σπίτι σου; Σε ποιο σπίτι μου να πάω κύριε φονιά, ποιον να βρω εκεί; Τη μάνα μου; Να χωθώ στην αγκαλιά της, να πιστέψω πως όλα αυτά είναι μόνο ένα κακό όνειρο; Θα βρω τον πατέρα μου, να νιώσω να με σκεπάζει η προστασία του; Ποιον θα βρω κύριε φονιά;

Αυτά φώναζε η ψυχή της Τούλας προς τον κακούργο, τα χείλη μένουν κλειστά, το μυαλό σταματάει, ο πανικός έχει κυριεύσει το είναι της. Από δω και πέρα μόνο το ένστικτο θα την καθοδηγεί. Το σώμα της το νιώθει νεκρό σαν της μανούλας της.

Όμως κινείται, σκύβει κι αγκαλιάζει τον Γιωργάκη, γαντζώνεται επάνω της σαν γατάκι, είναι μελανιασμένο από τον τρόμο και το κλάμα. Τρέμοντας, γλιστρώντας στην πλαγιά τον κατεβάζει στο βάθος της χαράδρας. "Κάτσε εδώ Γιωργάκη, ν'ανέβω να πάρω και το μωρό μας." Το σπαραχτικό του κλάμα δυναμώνει, γαντζώνεται ακόμα πιο πολύ επάνω της, με μια δύναμη αφύσικη στη φωνή τρίχρονου παιδιού. "Μη μ'αφήνεις, μη μ'αφήνειειειειειεις!!!" Είναι αδύνατο να το ησυχάσει, με τι τρόπο άλλωστε, τον ίδιο πανικό έχει κι εκείνη, γιατί καταλαβαίνει με το ένστικτο πως από δω και πέρα είναι γι'αυτά τα δυο μικρά, ο πατέρας, η μάνα, η οικογένεια που χάθηκε για πάντα, κείτονται νεκροί, άψυχοι εκεί πάνω, όπου το άλλο μωρό σπαράζει στο κλάμα, του κόβεται η ανάσα απ'τα αναφιλητά, πεσμένο κάτω δίπλα στη νεκρή μάνα, μόνο, βλέποντας τ'αδέλφια του να φεύγουν από κοντά του, νιώθει αν και μωρό ότι το αφήνουν μόνο κοντά στο φονιά που στέκει ακόμα εκεί με το όπλο προτεταμένο, παρακολουθώντας τρία μικρά, που τα χέρια του ορφάνεψαν, να ξεκινούν το δρόμο για το Γολγοθά της ζωής τους.

Με μια ύστατη προσπάθεια πιάνει τα χεράκια του, τα ξεκολλάει από πάνω της και σκαρφαλώνει πάλι στην πλαγιά να φθάσει επάνω να πάρει στην αγκαλιά της τον μικρό Αλέκο που εξακολουθεί να πνίγεται στο κλάμα και ησυχάζει κάπως όταν νιώθει τα χέρια της να το σηκώνουν από κάτω και να το κλείνουν στην αγκαλιά.

Ώσπου να φτάσει όμως επάνω, το άλλο κάτω πνιγόταν στο κλάμα και ησύχασε κι αυτό κάπως όταν έφθασε κοντά του, τον έπιασε απ'το χεράκι και ξεκίνησαν, τρία μικρά, πεντάρφανα, ολομόναχα, για που; Ποιος ξέρει; Σε ποιες περιπέτειες άραγε θα μπουν; Τι τα περιμένει από δω και πέρα;!

Σαν υπνωτισμένη προχωράει με τα μικρά, υπακούοντας, τι ειρωνεία! Στη συμβουλή του φονιά "πάρε τ'αδελφάκια σου και πήγαινε σπίτι σου." Περνάει τον ίδιο δρόμο που πριν λίγες ώρες είχε περάσει με τους γονείς, τους συγγενείς και όλους τους συγχωριανούς στο φευγιό για τη σωτηρία.

Ο δρόμος είναι έρημος, ψυχή δεν υπάρχει γύρω. Ο ήλιος στα μεσούρανα, ντάλα μεσημέρι, στην ατμόσφαιρα πλανάται μια αίσθηση νέκρας, φύλλο δεν κουνιέται, η φύση κρατάει την ανάσα της, απορημένη, ίσως συγκλονισμένη για τη φρίκη που διαδραματίζεται εμπρός της.

Προχωράει στο μονοπάτι προς το χωριό, σε λίγο εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια, βλέπει δυο από αυτά τυλιγμένα στις φλόγες, τα κεραμίδια πετιούνται ψηλά στον αέρα και ξεπροβάλλουν από μέσα τεράστιες γλώσσες φωτιάς. Προχωράει ακόμα, έχοντας μια αμυδρή ελπίδα να φθάσει στο σπίτι όπου θα βρει τη γιαγιά να της πει τα μαντάτα. Πίστευε πως η γιαγιά ήταν στο σπίτι όπου φύλαγε το σιτάρι και το καλαμπόκι.

Ξάφνου, ενώ βάδιζε στα ίσια, κάτι την έσπρωξε να γυρίσει το κεφάλι δεξιά, κάτω από τα πρώτα σπίτια ξεπρόβαλε ο δρόμος που ανεβαίνει από την Αγία Παρασκευή προς το χωριό. Βλέπει λοιπόν ν'ανηφορίζουν δυο άντρες, ντυμένοι στρατιώτες με δίκοχο στο κεφάλι, όμοιοι μ'αυτόν που πριν λίγο σκότωσε τους ανθρώπους της, στον ένα ώμο είχαν το όπλο με την ξιφολόγχη και στον άλλον είχαν από μια κουβέρτα μεταξωτή, κίτρινη η μία και ροζ η άλλη. Επιδόθηκαν δηλαδή οι κύριοι ταγματασφαλίτες και σε πλιάτσικο, αρπάζοντας τα προικιά των κοριτσιών που με κόπο και νυχτέρια ύφαιναν στον αργαλειό.

Στη θέα των δύο αυτών ανδρών γίνεται μέσα της συναγερμός, σε κλάσμα δευτερολέπτου ξυπνάει μέσα της το ένστικτο του μικρού αγριμιού που νιώθει τον κίνδυνο να το απειλεί. Το μυαλουδάκι της είναι θολωμένο, δεν λειτουργεί, δεν σκέφτεται, κινείται μηχανικά, στρέφει δεξιά και κατρακυλάει έναν μικρό κατήγορο μπροστά της πανικόβλητη. "Τρέχα Γιωργάκη!!", το μωρό το έχει αγκαλιά.

Τι έγινε; Ποια Θεία Πρόνοια, ποια δύναμη την έσπρωξε; Γιατί, το ένιωσε, ένα χέρι, μια ανοιχτή παλάμη ακούμπησε στην πλάτη της και την έσπρωξε δυνατά. Να ήταν ο αέρας, μα όχι είπαμε η φύση κρατούσε την ανάσα της, νεκρική σιγή παντού και ερημιά.

Λένε!! Πως τα μικρά παιδιά έχουν τον καλό τους άγγελο που τα φυλάει, και προπαντός τρία μικρά ανυπεράσπιστα, πεντάρφανα, τρομαγμένα, ίσως η Θεία Πρόνοια τα προστάτευε, ίσως η Αγία Παρασκευή που τα έβλεπε απ'το εκκλησάκι της και ίσως, Αυτός, που από κει ψηλά βλέπει τα πάντα και είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, αποφάσισε ότι αυτά τα τρία μικρά πρέπει να ζήσουν, για ποιο λόγο; Εκείνος γνωρίζει!

Και σήμερα ακόμη η Τούλα που θυμάται τα πάντα, νιώθει στην πλάτη της αυτή την παλάμη, να 'ναι της φαντασίας της; Να 'ναι γεγονός; Ποιος ξέρει;! [εδώ αξίζει να σημειώσω πως, στην πλάτη της θείας μου, υπάρχει ένα σημάδι από κάψιμο στο σχήμα μιας παλάμης.. απλά το σημειώνω.. ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα..]

Ροβολώντας λοιπόν τον κατήφορο, υψώθηκαν τα σπίτια κι έτσι έκρυψαν τα παιδιά από τα μάτια των κακούργων. Απ'αυτή τη στιγμή η σκέψη του σπιτιού είχε σβήσει απ'το μυαλό της μικρής, δεν θα το ξαναθυμηθεί ποτέ πια από δω και πέρα, χώνεται ανάμεσα στα σπίτια και με λαχτάρα κατευθύνεται προς το σπίτι της θείας Δενώρας ακριβώς απέναντι απ'το εκκλησάκι. Νομίζει πως θα βρει αυτή τη θεία εκεί για να της πει τι τους συνέβη, να της πει ότι τη μαμά και τον μπαμπά και όλους τους άλλους τους σκότωσαν. Νιώθει πολύ βάρος μέσα της, την πνίγει ο λυγμός αλλά δεν μπορεί να κλάψει, ο φόβος, η τρομάρα, η αίσθηση ότι είναι πια ολομόναχα και ότι ο κίνδυνος τα κυκλώνει ολόγυρα δεν της δίνουν περιθώριο για δάκρυα.

Ποια η απογοήτευσή της όμως, όταν φθάνοντας εκεί δεν βρίσκει κανέναν. Μη γνωρίζοντας τι συνέβαινε μέσα στο χωριό απόρησε. Η ψυχή της γεμίζει τρόμο και απογοήτευση. Βγαίνει στην πίσω αυλή, κάθεται κάτω από ένα δέντρο έχοντας τα μικρά δεξιά και αριστερά της. Χαμένη σ'ένα πέλαγος απελπισίας, βυθισμένη σε μαύρες σκέψεις, που να βρει βοήθεια; προστασία; Ένας κόμπος της δένει το λαιμό, ανεβαίνει μέσα της και την πνίγει το παράπονο του παιδιού, που μόνο η μητρική παρουσία και αγκαλιά μπορεί να γλυκάνει. Η αίσθηση της απόλυτης εγκατάλειψης, της απόλυτης μοναξιάς, βαραίνει τόσο πολύ μέσα της που τη βουλιάζει σε απύθμενο βάραθρο, πριν λίγες ώρες ζούσε μέσα σε επταμελή οικογένεια και τώρα η ερημιά την τυλίγει. Φουσκώνει η ψυχή κι επιτέλους αναβλύζουν τα δάκρυα, τρέχουν βουβά, δεν ανακουφίζουν όμως, που είναι τα στοργικά χέρια της μητέρας να τα στεγνώσουν;

Τα μικρά την τραβούν με τα χεράκια τους, κλαίνε, ζητάνε τη μαμά, ταλαιπωρημένα κι αυτά, πεινούν, διψούν. "Μαμ, μαμά, μαμ", το ένα. "Μαμάααα! Μαμάααα!", το άλλο.
"Πάψτε πια!! Δεν έχει μαμά, τη σκότωσαν τη μαμά!"

Σπαρακτική η κραυγή βγήκε γεμάτη απελπισία, γεμάτη λυγμούς, τρομάζουν τα μικρά και το κλάμα δυναμώνει. Ο πόνος ξεχειλίζει πια, ξεσπάσει και η Τούλα. "Δεν έχει μαμά, δεν έχει μαμά!", λέει και ξαναλέει απελπισμένη.

ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ

Στο αποκορύφωμα αυτής της απόλυτης απελπισίας, τα μάτια της πέφτουν στο μονοπάτι πάνω, που πριν λίγο πέρασε και βλέπει κάτι που της δίνει ελπίδα στην καρδιά. Μοιάζει σαν όαση, βλέπει δυο γυναίκες να προχωρούν προς το βουνό για να σωθούν. Ακριβώς πίσω τους βλέπει τη γιαγιά της να προχωράει μαζί τους, έβλεπε το πίσω μέρος, ολόκληρη τη γιαγιά, από την πλάτη, ολοζώντανη, όπως ήταν το πρωί, με το τσεμπέρι στο κεφάλι, τη φούστα και την ποδιά ζωσμένη στη μέση, προχωρούσε πίσω τους λες και δεν πατούσε κάτω, σαν να την κρατούσαν δυο αόρατα χέρια και τη σήκωναν μια πιθαμή ψηλότερα από το έδαφος. Λαχτάρησε η καρδιά της μικρής, άρχισε να φωνάζει με όλη της τη δύναμη. "Γιαγιάααα! Γιαγιάααα!" Μα η απόσταση αρκετή, πως ν'ακούσουν τη φωνή ενός μικρού παιδιού. Αρπάζει τα παιδιά, ανεβαίνουν τον ανήφορο, τρέχουν να προλάβουν τη γιαγιά.

Ακόμη μέχρι σήμερα, επί τόσα χρόνια η Τούλα αναρωτιέται πως μπόρεσε, με τα μικρά της ποδαράκια, με 22 μηνών μωρό στην αγκαλιά, με το τρίχρονο αδελφάκι να την κρατάει απ'το φουστανάκι, πως μπόρεσε να φθάσει τις γυναίκες! Γιαγιά όμως, δεν υπήρχε μαζί τους. Τι έγινε λοιπόν; Αφού την είδε ολοζώντανη να βαδίζει με τις γυναίκες, οι γυναίκες υπαρκτές, η γιαγιά ανύπαρκτη. Όποιος θέλει ας βγάλει τα συμπεράσματά του, ανάλογα με την πίστη ή τις απορίες του!

Το ότι βρέθηκε κοντά σε δυο ανθρώπους ζωντανούς έπειτα από τόσα πτώματα, μόνο όποιος έζησε παρόμοια κατάσταση μπορεί να καταλάβει τι σήμαινε για τα τρία ορφανά. "Που πηγαίνετε; Πάρτε μας κι εμάς. Τη μαμά μου και τον μπαμπά μου τους σκότωσαν. Δεν ξέρω που να πάω. Πάρτε μας κι εμάς. Δεν ξέρω που να πάω!" Με όση δύναμη της έδινε η απελπισία, έτρεχε πίσω τους και παρακαλούσε, δεν της έδωσαν σημασία, συνέχισε να κλαψουρίζει και να παρακαλάει. Η μια γυναίκα ρίχνει πάνω από τον ώμο της μια φευγαλέα ματιά. "Άσε μας βρε κοριτσάκι μου κι εσύ τώρα!" Τάχυναν το τρέξιμο περισσότερο, πανικόβλητες κι αυτές και σιγά σιγά απομακρύνονταν όλο και πιο πολύ απ' τα παιδιά. Η μικρή δεν μπορούσε να τους φτάσει.

Σε τέτοιες στιγμές, η λογική του νου είναι πολυτέλεια, όταν τις θυμάται η Τούλα και φέρνει στη μνήμη αυτή τη σκηνή, δεν τις κακίζει, δεν τις κατηγορεί. Νιώθει τον πανικό τους, τον τρόμο τους, την αγωνία τους ν'απομακρυνθούν όσο γίνεται από τον κίνδυνο, από τον θάνατο που μόλις ξέφυγαν. Είναι η στιγμή του... "Σώσον εαυτόν σωθείτω."

Χρόνια πολλά μετά, έμαθε η Τούλα ότι η μια από τις δυο γυναίκες ήταν αυτή που πήδηξε από το παράθυρο του ζυμωτηρίου όπου τους είχαν στοιβάξει, για να τους κάψουν. Έμαθε επίσης πως μέσα στο βουνό, βρέθηκε αρκετά μακριά από τον χάρο, ησυχασμένη κάπως, συνάντησε κάποιους συγχωριανούς και κλαίγοντας ανέφερε το περιστατικό. "Είδα τα μικρά του Βασίλη και της Μαρίας, αλλά δεν έκανα τίποτα, δεν καλοκατάλαβα, η τρομάρα μου ήταν τέτοια που δεν άκουγα καν τι έλεγε η μικρή, λυπάμαι που δεν κατάλαβα." Αν ζει σήμερα, θα 'ναι πολύ γριούλα, θα 'θελε η Τούλα να τη δει να την αγκαλιάσει και να της πει ότι τη νιώθει.

Συνέχισε να προχωράει στο μονοπάτι, έχοντας καρφωμένα τα μάτια της στις γυναίκες που όλο και περισσότερο ξεμάκρυναν και την τραβούσαν σαν μαγνήτης να συνεχίσει την πορεία μέσα στο βουνό, χωρίς να γνωρίζει που πηγαίνει. Κάποια στιγμή χάθηκαν από τα μάτια της, είχαν απομακρυνθεί πολύ, δεν τις έβλεπε πια, ένα σφίξιμο στην καρδιά και ξανά την τύλιξε ο φόβος. Εν τω μεταξύ άρχισε πάλι το σφαιροκόπημα, βροχή οι σφαίρες περνούσαν πάνω από τα κεφάλια τους, χάνονταν στο χώμα μπροστά τους και έσβηναν εκεί, κι αυτά προχωρούσαν μέσα σ'αυτό τον καταιγισμό χωρίς να τ'αγγίξει ούτε μια σφαίρα, λες και γύρω τους χαλούσαν τον κόσμο πυροτεχνήματα και όχι σφαίρες που σκότωναν.

Συγχρόνως άρχισε να πετάει από πάνω τους και αεροπλάνο που έριχνε και σκότωνε αυτούς που σκορπίστηκαν στο βουνό να σωθούν.

Έπρεπε πια να δύει ο ήλιος και τα τρία ορφανά βάδιζαν το ατέλειωτο μονοπάτι μέσα στο βουνό, νηστικά, ταλαιπωρημένα, διψασμένα, φοβισμένα στο άγνωστο. Ξαφνικά, βλέπει από μακριά ένα μαύρο σημάδι να κινείται να προχωράει και να τους πλησιάζει. Αναγνωρίζει μια γριούλα γειτόνισσα, κοντά εκατοχρονίτισσα. "Που πας κοριτσάκι μου με τ'αδελφάκια σου;" "Δεν ξέρω γιαγιά, το μπαμπά και τη μαμά τους σκότωσαν, δεν ξέρω που πηγαίνω." "Ελάτε μαζί μου." Συνέχισαν το δρόμο με προστάτη τώρα πια αυτή τη γιαγιούλα, έπειτα από τόσες ώρες αφότου οι φυσικοί προστάτες έπεσαν νεκροί από τα βόλια του δολοφόνου.

Η γιαγιά βάδιζε μπροστά ακουμπώντας σ'ένα ξύλο για ραβδί και μόλις άκουγε το αεροπλάνο να πλησιάζει άπλωνε τα χέρια λέγοντας "Πέστε κάτω, μπρούμυτα στο χώμα, εδώ κοντά μου", γονάτιζε κι η ίδια σκύβοντας το γέρικο κεφαλάκι της, μουρμουρίζοντας κάποια προσευχή σταυροκοπούμενη. Μόλις περνούσε ο κίνδυνος σηκωνόταν "Άντα παιδάκια μου, ξεκινάμε." Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές, ώσπου νύχτωσε.

Βγήκε το φεγγάρι κι ακόμα βάδιζαν, ο μικρός Αλέκος θρονιασμένος στην αγκαλιά της αδελφής του έπαψε να ζητάει "μαμ, μαμά, μαμ", εξαντλημένο από την πείνα δεν είχε δύναμη να γκρινιάξει, αντίθετα ο μικρός Γιωργάκης που βάδιζε δίπλα της κλαψούριζε και ζητούσε να φάει.

Περνούσαν μέσα από αμπέλια φορτωμένα σταφύλια, χιμούσε ο μικρός, έκοβε τσαμπιά, γέμιζε την αγκαλιά του και δεν χόρταινε να κόβει. Η Τούλα τον μάλωνε, άπλωνε το χέρι και του τα πετούσε κάτω, λέγοντάς του να προχωράει και να μην αγγίζει τα σταφύλια. Ο μικρός κλαίγοντας έσκυβε τα μάζευε κι έκοβε κι άλλα και πάλι η Τούλα τα πετούσε κάτω. "Κι εγώ πεινάω, αλλά δεν πρέπει, δεν είναι δικά μας, είναι ξένα, θα μας μαλώσουν."

Ποιος θα μάλωνε τρία μικρά πεινασμένα, μέσα σ'αυτό το χαλασμό; Ο πατέρας τους είχε μάθει πως δεν πρέπει ν'αγγίζουν ξένα πράγματα. Αν μας δει ο νοικοκύρης; και προπάντος, αν μας δει ο μπαμπάς; Δεν γινόταν μέσα σε μια μέρα να πιστέψει, να παραδεχτεί, να το εμπεδώσει, ότι μπαμπάς δεν υπάρχει. Θυμάται πως η γιαγιά κάποια στιγμή έβγαλε ένα μικρό κομματάκι ψωμί από την τσέπη της, μικρό μια μπουκιά, το έκοψε σε τρεις μικρότερες μπουκιές και ήταν το μοναδικό που φάγανε εκείνη την ημέρα. Τέλος έφθασαν νύχτα πια σ'ένα αμπέλι, όπου μέσα στην καλύβα ήταν ο νοικοκύρης του αμπελιού με την οικογένειά του, γυναίκα και δυο παιδιά, γείτονες κι αυτοί. Η γιαγιά εμπιστεύτηκε τα ορφανά σ'αυτούς τους ανθρώπους και χάθηκε, δεν την ξαναείδε η Τούλα.

Το ζευγάρι λοιπόν αυτό, δεν έδειξε καμιά συγκίνηση από το δράμα των παιδιών, τ'άφησαν να στέκουν έξω από την καλύβα μέσα στη νύχτα χωρίς να τα πλησιάσουν, να δείξουν λίγη συμπάθεια, συμπόνια, λίγη στοργή που τόσο την είχαν ανάγκη. Κάτι κουβέντιασαν μεταξύ τους και βγαίνοντας η γυναίκα από την καλύβα είπε στη μικρή "Δεν χωράει εδώ να κοιμηθείτε, πηγαίνετε αντίκρυ στον αχυρώνα, έχει κι άλλους εκεί, κι το πρωί ελάτε πάλι εδώ."

Κίνησαν λοιπόν μέσα στη νύχτα, τρέμοντας από φόβο, σκυλιά γάβγιζαν, τσακάλια ούρλιαζαν ψηλά στο βουνό, πέρασαν ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι κι έφτασαν στον αχυρώνα. Εκεί κατέφυγαν πολλοί για να σωθούν, γεμάτο ο αχυρώνας, αλλά κι αρκετοί απ'έξω. Κάποιες γυναίκες αναγνώρισαν τα τρία παιδιά κι άρχισαν οι ερωτήσεις κι οι απορίες, πως βρέθηκαν εκεί μόνα; που είναι οι γονείς; τι έγινε; κλπ. Κάποια γυναίκα θέλησε να πάρει το μωρό για να την ξεκουράσει, αλλά που να τ'αφήσει η Τούλα! Έγειραν στο χώμα εξουθενωμένα και παραδόθηκαν στον ύπνο.

Το πρωί σηκώθηκαν και κίνησαν πάλι για το αμπέλι, υπάκουη η μικρή στα λόγια της γυναίκας, να πάνε πάλι εκεί. Όταν όμως έφτασαν, είδαν την οικογένεια έτοιμη να φύγει, είχαν αμπαλάρει τα λίγα πράγματα που είχαν, ίσως κάποια τρόφιμα, κλπ. Άκουσε τη γυναίκα να της λέει "Εμείς θα πάμε κατά κάτι μακριά σ'άλλο χωράφι, εσείς δεν μπορείτε να 'ρθείτε. Καθίστε εδώ κι εμείς το βράδυ θα έρθουμε πάλι."

Κίνησαν κι έφυγαν, αφήνοντας τα ορφανά μόνα, χωρίς ούτε μια μπουκιά ψωμί να δώσουν στα πεινασμένα, χωρίς ένα βλέμμα να ρίξουν πίσω τους. Η καρδιά της Τούλας σφίχτηκε πάλι, την τύλιξε ο φόβος της μοναξιάς!

Απόσπασμα από το βιβλίο "Στην Πυροστιά του Πολέμου".



Πηγή: aMaryllis

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *