1821 - ΑΠΛΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης. Θεόδωρος Βρυζάκης, 1865

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης. Θεόδωρος Βρυζάκης, 1865

Τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὕψωσεν εἰς τὸ μοναστῆρι τῆς Ἁγίας Λαύρας ὁ ἀρχιεπίσκοπος Γερμανός. Ἡ ἀκρίβεια τοῦ γεγονότος ἀμφισβητεῖται. Τὴν περίφημον λειτουργίαν τῆς Ἁγίας Λαύρας, γύρω τῆς ὁποίας πλέκονται ἀπὸ τριῶν τετάρτων αἰῶνος τὰ ἄνθη τῶν ρητόρων καὶ τῶν ποιητῶν, δὲν τὴν ἐκύρωσε τελεσιδίκως ἡ Ἱστορία. Τί πρὸς τοῦτο; Ἡ ἐθνικὴ συνείδησις τῆς ἐπέθηκε τὴν σφραγίδα τὴν ἀνεξίτηλον. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πηγάσῃ ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τὴν Ἁ γ ί α ν   Λ α ύ ρ α ν, ἀπὸ τὸ ἄσβεστον διὰ μέσου τῶν αἰώνων πῦρ, ἀπό τὴν ἀκοίμητον φλόγα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς.

Ὅπου ἀναδεικνύεται περιφανῶς ἡ ἀλήθεια τῆς γνώμης: ἡ παράδοσις ἀληθεστέρα τῆς ἱστορίας.

*
**

Τινὲς τῶν ἱστοριογράφων τοῦ Ἀγῶνος ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ἑλλάς τοῦ 1821 θραύουσα τὰ δεσμά της, δὲν ἠτένιζε τόσον πρὸς τὴν Ἑλλάδα τοῦ Βυζαντίου, πρὸς τὴν μητέρα τῶν Κομνηνῶν καὶ τῶν Παλαιολόγων, ὅσον πρὸς τὴν Ἑλλάδα τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τὰς Θερμοπύλας καὶ τὸν Λεωνίδαν. Ἄλλοι πάλιν ὑποβάλλουν τὰ ἀντίθετα. Κατ' αὐτοὺς περισσότερον τῆς ἀρχαίας ἡ Βυζαντινὴ παράδοσις εἰκόνιζε τὰ ξίφη καὶ ἐνέπνεε τοὺς ἄθλους τῶν Τουρκοφάγων. Ἄλλοι ἀγωνίζονται νὰ συμβιβάσουν καὶ τὰ δύο ἰδεώδη. Δόσις ἀληθείας ἐνυπάρχει εἰς ὅλους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους, ἀλλ' ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἀλήθεια ὅλη. Τοὺς Ἕλληνας τοῦ εἰκοσιένα συνδέει πρὸς τὸν ἀρχαῖον Ἑλληνικὸν κόσμον ἡ ἀσυνείδητος δύναμις τοῦ  ἀ τ α β ι σ μ ο ῦ  μᾶλλον ἢ καθαρά τις συνείδησις τοῦ παρελθόντος.

Οἱ ἀρματωλοὶ τοῦ εἰκοσιένα μαντεύουν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον σκοτεινῶς τὴν ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα, δὲν τὴν γνωρίζουν ὅμως· μὴ προσέχετε εἰς τὴν χρῆσιν καὶ τὴν κατάχρησιν τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν ἐνδόξων ὀνομάτων μέσα εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα καὶ τὰς ἐπιστολὰς τῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ τῶν πρωτοστατῶν τοῦ Ἀγῶνος· τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ τὰς ἐπιστολὰς συνθέτουσιν οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ γραμματικοὶ ἐκείνων καλύπτοντες καὶ καλλύνοντες δι' ἀττικῶν ἀνθέων τὴν γυμνὴν σκέψιν τῶν καπεταναίων καὶ κυρίων των· καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ κύριοι, ἀγράμματοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, φέρονται ὡς νὰ ἑλκύονται ἰσχυρότερον ἀπὸ δύο μαγνήτας: τὴν θρησκείαν καὶ τὴν παράδοσιν. Ἀμφότερα πατρίδα ἔχουν τὸ Βυζάντιον, ὄχι τὴν Σπάρτην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τραγουδεῖ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, ὄχι τὸν Παρθενῶνα. Καὶ ὅμως οἱ ἥρωες τοῦ 1821 δὲν εἶναι βυζαντινοί· εἶναι Ἕλληνες, καθ' ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως· ἀλλ' Ἕλληνες  ν έ ο ι.

*
**

Ἀλλ' ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα εἴδωλα ἕν μόνον ἐπέπλευσε τοῦ ὠκεανοῦ τῶν αἰώνων. Μόνον τοῦτο δὲν κατέπεσεν ἀπὸ τοῦ βάθρου του· ἀλλ' ἀπ' αὐτοῦ ἀπαρασάλευτον ἐξακολουθεῖ νὰ δέχεται τὸ λίβανον καὶ τὴν σμύρναν τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς. Εἶναι τὸ εἴδωλον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ἡ φοβερὴ Γοργόνα ἀφ' ὅτου ἐξηφανίσθη ὁ Μέγας δὲν ἔπαυσε νὰ διαπλέῃ τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας, βροντοφωνοῦσα τὴν ἐρώτησιν:

—Ζῇ ὁ βασιλιᾶς ὁ Ἀλέξανδρος; Καὶ ὁ αἰώνιος ναύτης, ὁ αἰώνιος Ἕλλην δὲν ἔπαυσε νὰ ἀπαντᾶ: —Ζῇ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος! —Ζῇ ἀλλ' ἐβαπτίσθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν χριστιανικὴν κολυμβήθραν.

*
**

Ὁ μυστηριώδης «κοιμώμενος πένης βασιλεὺς» τῶν παλαιῶν βυζαντινῶν χρησμῶν, ὁ «ἀληθινὸς βασιλεύς, παρ' οὐδενὸς βλεπόμενος καὶ παρὰ μηδενὸς γνωριζόμενος, ὁ τοῖς πᾶσι σκοτεινὸς καὶ ἀφανής, τῷ δὲ Θεῷ καὶ ἑαυτῷ φανερὸς» δὲν νομίζετε ὅτι ἦτο ἡ πατρὶς ἡμῶν καθ' ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ὁποίας τὴν ἐπέτειον ἑορτάζομεν σήμερον; Ἀλλ' ὁ βασιλεὺς ἐξύπνησε, καὶ ἀνέλαμψε καὶ ἐγνωρίσθη. Ἐξ οὗ καὶ τὸ θάμβος τῶν λαῶν πρὸ τοῦ ὑπερφυοῦς ὁράματος ἐκείνου. Καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ.

*
**

Ἀφότου συνέστημεν εἰς ἐλεύθερον βασίλειον δὲν γνωρίζω νὰ ἐξημέρωσεν ἄλλη ἐπέτειος, ὡς ἡ ἐφετεινὴ τῆς εἰκοστῆς πέμπτης τοῦ Μαρτίου, ὑπὸ περιστάσεις τόσον ἀσυνήθεις εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Ἡ ἀτμοσφαῖρα εἶναι γεμάτη ἀπὸ βαθεῖαν ἀγωνίαν, ἀπὸ τὴν προσδοκίαν τοῦ ἐκτάκτου, τοῦ δεινοῦ, ἀπὸ τὴν ὀπτασίαν φοβερὰς τινος κρίσεως. Δι' αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὴν πανηγυρίσωμεν σήμερον μὲ θρησκευτικὴν κατάνυξιν καὶ μὲ μυστηριώδη συντριβήν. Εἰς κάποιον παιγνίδι ἐθέσαμεν ὅλον μας τὸ εἶναι· ἢ τοῦ ὕψους ἢ τοῦ βάθους· ἐβάλαμεν εἰς τὸν πάγκον ὅλην τὴν περιουσίαν μας. Καὶ περιμένομεν. Ἀλλ' ἡ παρομοίωσις εἶναι ἀσεβής. Δὲν εἴμεθα παῖκται. Εἴμεθα οἱ ταπεινοὶ ἐργάται τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Ἐκεῖνοι ποὺ παίζουν τὰ ἱερώτερα καὶ τὰ τιμαλφέστερα εἰς βάρος ἡμῶν εἶναι ἄλλοι.

*
**

Πόλεμος! μία βροντόφωνος κραυγὴ ἀναδίδεται ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἀπὸ κάθε γωνίαν Ἑλληνικήν. Ὁ Ἑλληνισμὸς διαρρυγνύεται κραυγάζων στενορείως: Πόλεμος! θέλομεν τὴν ἱερὰν πομπὴν τῆς θυσίας, τὴν πορφύραν τοῦ αἵματος, τὴν ἡδονὴν τοῦ μαρτυρίου, τὴν εἰρωνείαν τοῦ ἀκανθίνου στεφάνου, τὴν ὕβριν τοῦ ὄξους καὶ τῆς χολῆς. Μόνον οὕτω θὰ συντριβῇ ὑπὸ τὴν πτέρναν μας ὁ ὄφις τῆς τυραννίας, μόνον οὕτω ὁ ἄγγελος τοῦ πολέμου, ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου, θὰ μᾶς δείξῃ τόν δρόμον τὸν ὁδηγοῦντα πρὸς τὸν παράδεισον τῆς Νίκης, καὶ βαθύτερον καὶ ὑψηλότερον ἀκόμα πρὸς τὸν ἕβδομον οὐρανὸν τῆς Εἰρήνης.

*
**

Πλὴν τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Πετρόμπεη, τοῦ Νότη Βότσαρη, καὶ εὐαρίθμων ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τοῦ Ἀγῶνος, πάντες ὅσοι πρωτηγωνίστησαν εἰς αὐτόν, ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ὡς ἥρωες, μόλις ὑπερβαίνουσι τὸ τριακοστὸν ἔτος ἢ καὶ δὲν τὸ ὑπερβαίνουν. Ὁ ἴουλος τῆς πρώτης νεότητος μόλις χνοάζει ἐπὶ τῶν παρειῶν τῶν περιφημοτέρων ἐξ αὐτῶν. Ζήτω ἡ νεότης, μόνη αὐτὴ σοφὴ καὶ μεγαλουργός!

*
**

Φαντάζομαι τὸν πόλεμον ὡς τὸν Ἅγιον Δημήτριον, τὸν Μυρόβλητον ἥρωα πολιοῦχον τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπαντῶντα πρὸς τοὺς δεομένους αὐτοῦ διὰ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους θέτει εἰς τὰ χείλη του ὁ παλαιὸς ὑμνογράφος:

«Μὴ ἀνιῶ, ὦ πατρίς μου, ὑπαχθεῖσα τυράννοις, ὦν δι' ἐμοῦ εὑρεῖν ἀπαλλαγὴν ζητεῖς· ἐκλυτρώσομαι γὰρ καὶ νῦν ἐκ θλίψεων καὶ πληρώσω ἐνθέων ἀγαθῶν καὶ φυλάξω καὶ σώσω. Μὴ φοβοῦ οὖν, πατρίς μου, ἐμὲ κατέχουσα. Τοὺς ἐχθροὺς σου γὰρ πάντας πατάξω ἐν Χριστῷ καὶ φυλάξω καὶ σώσω σε τὴν ἐμὲ τιμῶσαν».
            Ἐθ. «Ἀκρόπολις», 27 Μαρτ. 1897

Κ. Π.



Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος IE΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
Ἑλλήνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.