Ὁ Μακρυγιάννης εἰς Παλαιοὺς Ναυαρίνους καὶ εἰς Νεόκαστρον

makrigiannis-2

Τὸν Μάρτη μήνα πῆγα εἰς τοὺς Παλιοβαρίνους. Μοῦ γράφουν ἀπὸ τὸ Νιόκαστρο νὰ πάγω μέσα, ὅτι τοὺς στένεψαν πολύ, κι᾿ ἂν δὲν πάγω, νὰ δώσω λόγον διὰ τὸ κάστρο, μο᾿ κάναν διαμαρτύρηση ὁ φρούραρχος καὶ οἱ ἄλλοι. Πῆρα ἑκατὸν δεκάξη ἀνθρώπους καὶ πῆγα τὸ Μεγάλο Σαββάτο τὸ βράδυ εἰς τὸ Νιόκαστρο. Τοὺς ἄλλους τοὺς ἄφησα εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Τὴν Δευτέρα τῆς Λαμπρῆς πάγει μπονόρα ὁ Μπραΐμης, πεζούρα καὶ καβαλλαρία καὶ κανόνια, εἰς τοὺς Ἀβαρίνους νὰ μοῦ πολεμήσῃ τοὺς ἀνθρώπους μου, κι᾿ ὡς ὀλίγους θὰ μοῦ τοὺς χάλαγε. Τότε βιασμένος βήκα ἔξω εἰς τὰ κανόνια του, καὶ μέσα ῾σ ἕνα ρέμα εἰς τὴν ἄκρη τὴν θάλασσα δίνομε ἕναν χαλασμὸν τῶν Τούρκων μεγάλον, πέταγαν τὶς μπαγιοννέττες καταγῆ καὶ τοὺς πελέκαγαν οἱ Ἕλληνες σὰν βόιδια. Πῆγε μετζίλι εἰς τὸν Μπραΐμη καὶ γύρισε ὀπίσου μὲ τ᾿ ἀσκέρια του, χωρίς– νὰ λάβη καιρὸν νὰ πολεμήσῃ εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Ἀφοῦ γύρισε ὅλη ἡ δύναμη τῶν Τούρκων, μᾶς χάλασαν, κ᾿ ἐκεῖ κιντύνεψα νὰ σωθῶ, ὅτι μου λαβώθη ἕνας σύντροφός μου καὶ οἱ Τοῦρκοι μὲ πλάκωσαν ἐκεῖ ὁποῦ πολεμοῦσα νὰ τὸν σώσω, κ᾿ ἔμεινα μόνος μου, κι᾿ ἀπὸ τρίχα ἕνας Κιουλεμένης θὰ μο᾿ ῾κόβε τὸ κεφάλι, καὶ τὸν φοβέριζα μὲ τὸ ντουφέκι – ἦταν ἕνα λιθάρι καὶ κρύβονταν ἀπὸ πίσου οἱ Τούρκοι– καὶ δὲν τοὺς ἄφινα νὰ κόψουν καὶ τὸν σύντροφον. Ὕστερα ξαναγύρισαν οἱ συντρόφοι μου, ὅτι μας εἶδαν ὁποῦ κιντυνεύαμε, καὶ βαρέθηκαν ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἐκεῖ εἰς τὸν πληγωμένον ἄλλοι δεκάξι, σκοτωμένοι καὶ πληγωμένοι. Τότε τοὺς σηκώσαμε χωρὶς νὰ μᾶς τοὺς πάρουν οἱ Τοῦρκοι, καὶ τοὺς πληγωμένους τοὺς δέσαμε καὶ τοὺς ἔστειλα εἰς τὴν Ἀρκαδιά. Καὶ καθώς μας εἶπε ὁ Μιαούλης κι᾿ ὁ Ἀναστάσης Τζαμαδός, (τοὺς εἶχε εἰπῆ ἕνας Ἀουστριακὸς καπετάνιος, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ τζαντίρι τοῦ Μπραΐμη κ᾿ ἔμαθε) σκοτώθηκαν Τοῦρκοι τρακόσοι ἑβδομήντα. Περισσότεροι ἦταν, λιγώτεροι ἐγὼ δὲν ξέρω. Αὐτεῖνοι μας τὸ εἴπανε, ὅτι μάθαν ὅτι σκοτώθηκαν, καὶ λείπονταν πολλοί. Ὅτι τοὺς εἶχα στενοὺς φίλους καὶ τὸν Μιαούλη καὶ τὸν Τζαμαδὸν καὶ κάθισαν καὶ φάγαμε ψωμὶ μέσα εἰς τὸ κάστρο, καὶ μοῦ τὰ εἶπαν αὐτά.

Ὁ Μπεζαντὲ Γιωργάκης Μαυρομιχάλης κι᾿ ὁ Γιατράκος εἶχαν διχόνοια μὲ τὸν Κουντουργιώτη. Κάνουν μίαν ἐταιρία μέσα εἰς τὸ κάστρο καὶ τάζαν ἀπὸ τριάντα γρόσια τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ βγοῦνε ἔξω, νὰ μαζώξουν κι᾿ ἄλλους νὰ πολεμήσουνε τὸν Κουντουργιώτη – ν᾿ ἀνοίξουνε πάλε ἐφύλιον πόλεμον! Καὶ εἶχαν καὶ τὰ καΐκια ῾στὴν ἄκρη, εἰς τὴν πόρτα τοῦ γιαλοῦ, ἕτοιμα, τὴν νύχτα νὰ μποῦνε μέσα νὰ φύγουν. Κάτι στρατιῶτες τὸ ῾μαθαν ἀπὸ ῾ναν μπιστεμένον τους καὶ τὸ εἶπαν τοῦ φρουράρχου καὶ συχρόνως κ᾿ ἐμένα καὶ πιαστήκαμε, καὶ πήγαμε νὰ σκοτωθοῦμε. Τοὺς εἶπα: «ἐγὼ ξέροντντας ἐσάς, ἦρθα ῾δώ ῾σ ἐσᾶς καὶ κατασκότωσα τοὺς συντρόφους μου, κ᾿ ἐσεῖς πλερώνετε μιστοὺς νὰ πάρετε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ νὰ πᾶτε ν᾿ ἀνοίξετε νέον ἐφύλιον πόλεμον, ὁποῦ γιόμωσε ὁ τόπος τουρκιά;» Σκούζω καὶ συνάχτηκαν ὅλοι οἱ Ρουμελιῶτες μ᾿ ἐμένα καὶ τοὺς εἶπα: «Χωρὶς ἄλλο νὰ βουλιάξετε τὰ καΐκια, καὶ νάρθης ἐσύ, Μπεζαντέ, καὶ Γιατράκος εἰς τὸ πόστο μου, εἰς τὸν Ἰτζκαλέ, νὰ εἴμαστε μαζί, καὶ εἰς τὰ πόστα σας θὰ βάλω ἄλλους ἀνθρώπους δικούς μου. – Ἔχομεν πόλεμον ἀναμεταξύ μας καὶ θ᾿ ἀνοίξω τὶς πόρτες νὰ μποῦνε καὶ οἱ Τοῦρκοι μέσα!» Τότε βούλιαξαν τὰ καΐκια, καὶ τοὺς πῆρα εἰς τὸ πόστο μου κ᾿ ἔπιασα τὰ πόστα τοὺς ἐγὼ μ᾿ ἀνθρώπους σίγουρους, κ᾿ ἔτζι ἐσυχάσαμε. Καὶ κάθονταν εἰς τὸ πόστο μου, καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ μὴν μαθευτῆ αὐτὸ ἔξω. Κ᾿ ἔκαμα τεμπίχι τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν τὸ εἴπαμε κανενού. Ὅμως ἐγὼ τὸ βάνω ἐδῶ. Μοῦ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Μπεζαντὲς ὅτι τὸ εἶχε γινάτι, ὅτι ἐκεῖνοι κάθονται εἰς τὶς Χῶρες κ᾿ ἐμεῖς σκοτωνόμαστε νύχτα καὶ ἡμέρα μ᾿ ἑβδομήντα δράμια νερό, ἐγὼ τὸ μέραζα, καὶ ῾στὸ ὑστερνὸ τοὺς μέραζα τριάντα πέντε δράμια μοναχά. Ἀφανιστήκαμε ἀπὸ τὴν δίψα, ξεράθηκε ἡ γλώσσα μας.

Ὁ Μπραΐμης ἐδίπλωσε τὰ κανόνια του καὶ μπόμπες καὶ γρανάτες. Καὶ δὲν μᾶς ἄφιναν οὔτε νύχτα, οὔτε ῾μέρα. ἀκατάπαυτα πόλεμος. Τὸ κάστρο ἦταν σάπιον καὶ γκρεμίζεταν, κ᾿ ἐμεῖς φκειάναμεν μὲ ξύλα σὰν κασσόνια ἀπὸ μέσα καὶ τὰ γιομίζαμε χῶμα. Καὶ δουλεύαμε καὶ πολεμούσαμε νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ ταινιάσαμε. Κι᾿ ἀρρώστησαν οἱ περισσότεροι ἐξ αἰτίας τοῦ ἀγῶνος τοῦ πολλοῦ καὶ τῆς δίψας. Οἱ κανονιαραῖοι καὶ οἱ τζενιέριδες τοῦ Μπραΐμη ἦταν ὅλοι Γάλλοι, κι᾿ ἀφάνισαν τὸ κάστρο. Ὅσα ἀσκέρια ἦταν εἰς τὶς Χῶρες μὲ τὸν Κουντουργιώτη τρώγαν ἀρνιὰ καὶ τὰ πλέρωσε μιστοὺς καὶ γεμεκλίκια ἀπὸ ἕξι μηναῖα, τοὺς δικούς μου ὅσους εἶχα εἰς Παλιοβαρίνους καὶ εἰς Νιόκαστρο δὲν τοῦ ἔδωσε μήτε λεπτό. Θύμωσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ γύρευαν νὰ μὲ πάρουν νὰ πᾶμε πίσου εἰς τὴν Ἀρκαδιά. Καὶ πέφτουν ὅλου τοῦ κάστρου οἱ ἄνθρωποι ἀπάνου μου νὰ μὲ βαστήξουν, εἰδὲ φεύγουν ὅλοι. Καὶ τότε βιάστηκα νὰ πλερώσω ἐξ ἰδίων μου τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ἔλεγε νὰ γένωμε ὅλοι ἀξιωματικοὶ ὅσοι πιάσαμε τοὺς Ἀβαρίνους, ἐκεῖνοι οὔτε καὶ τὸν μιστόν μας δίνουν. Οἱ κόλακες ἀγαποῦνε τοὺς κόλακας καὶ οἱ ψεῦτες τοὺς ψεῦτες. Πλέρωσα τοὺς ἀνθρώπους ἐξ ἰδίων μου, δανείστηκα, καὶ τοὺς ἔστειλα εἰς τὰ πόστα τους.
Ὅσους εἶχα εἰς τοὺς Ἀβαρίνους δὲν μποροῦσαν νὰ βαστήξουν μόνοι τους πλέον, ὅτι φοβέριζαν οἱ Τοῦρκοι νὰ τοὺς ριχτοῦν διὰ νυχτὸς κι᾿ ὡς ὀλίγους νὰ τοὺς χαλάσουνε καὶ νὰ κερδέψουνε τὴν θέσιν. Ἄρχισε πρῶτα ὁ Μπραΐμης κ᾿ ἔκοψε τέσσερα χαντάκια ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρη τῆς θάλασσας ὡς τὴν ἄλλη καὶ τὰ γιόμωσε ἀπὸ πίσου ἀσκέρι, ῾στὸ κάθε χαντάκι. Καὶ εἰς τὰ δυὸ ἀνάμεσα εἶχε σὰν πιάτζα, κ᾿ ἐκεῖ εἶχε τὸ τζαντίρι του καὶ πεζούρα, διαλεμένο ἀσκέρι, καὶ καβαλλαρία. Ἀπὸ τὴν Μοθώνη ὡς τὸ Νιόκαστρον ἦταν γιομάτο τζαντίρια κι᾿ ἀσκέρια. Ἀφοῦ τελείωσε αὐτὰ τὰ χαρακώματα κι᾿ ἀσφάλισε τὰ κανόνια του, ὅτι φοβώνταν νὰ μὴν βγοῦμε πίσου ἀπὸ τὸ κάστρο ἔξω εἰς τὰ κανόνια του, κι᾿ ἀφοῦ ῾τοιμάστηκε, εἶχε νὰ κινηθῆ ἀναντίον τῶν ὀλίγων εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Τότε ἔστειλαν τὸν ἀξιωματικὸν ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους καὶ μοῦ εἴπανε ὅτι πηγαίνουν Τοῦρκοι ἐκεῖ καὶ παρατηροῦν μὲ τὰ κιάλια τὴν θέσιν τῶν Ἀβαρίνων διὰ νὰ κάμουν κίνημα. Καὶ μοῦ παράγγειλαν ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους, ἂν δὲν ἔρθουν κι᾿ ἄλλα στρατέματα ἀπὸ τὶς Χῶρες, ὁποῦ κάθονται ἐκεῖ περίτου ἀπὸ δεκάξι χιλιάδες, «τότε ἐμεῖς, ἂν δὲν ἔρθουν κι᾿ ἀπὸ αὐτούς, θ᾿ ἀφήσουμε τὴν θέσιν νὰ ῾ρθούμε κ᾿ ἐμεῖς αὐτοῦ εἰς τὸ κάστρο, ἢ θὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀρκαδιά». Τάστειλα αὐτὰ ἐπίτηδες τοῦ Κουντουριώτη τόσες φορὲς καὶ ἦρθε εἰς Ἀβαρίνους μὲ τὸ σῶμα του ὁ Χατζηχρῆστος κ᾿ ἔπιασε τὴν θέσιν μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου.


Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη - Ἀπομνημονεύματα
Βιβλίον Α´, Κεφάλαιον ἕβδομον

Πηγή: www.nektarios.gr

Σχετικά άρθρα...

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *