Οδυσσέας Ελύτης - Απόσπασμα από το Άξιον Εστί (1959)

Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου
και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι
ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ'

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

 

                              Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη
διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα-
θημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που
κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που
εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει
σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

        Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω

που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά
συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπά-
νας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που
ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρή-
γορο των πολυβόλων.

        Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον
άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες
φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε
κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δα-
δί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολε-
το, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-
λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-
μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε
ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και
πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού
ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν
κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια
πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

        Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέ-
ρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμω-
ναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που
ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες,
μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα
να 'ναι.

        Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει
σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που
συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλ-
λαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να
που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη
πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις
γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά πα-

λιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλα-
στοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12,
μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελά-
τες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και
Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχών-
τας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριά-
ζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές
τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος
του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επρο-
χωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε
Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

        Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές
και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλού-
σιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα
πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να
διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγο-
ρο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώ-
ρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες
με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκό-
μοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις
παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν
ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας
ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχα-
με ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυ-
τές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,
«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα,
ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θα-
νάτου.

        Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πια-
σμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περί-
πολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες
κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιο-

φύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα
στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

        Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν
μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-
βολίδες.

                                                        

 

   β'

 Νέος πολύ και γνώρισα *

Όχι του δάσους μία στιγμή *

Μόνο του σκύλου που αλυχτά *

Των χαμηλών σπιτιών καπνοί *

Η ανομολόγητη ματιά *

 

Όχι που αργούν στον άνεμο *

Πέφτει η γαλήνη σαν βροχή *

Μόνο του ζώου που σπαρταρά *

Της Παναγίας δύο φορές *

Στην πεδιάδα της ταφής *

 

Μόνο της θύρας χτύπημα *

Μήτε σημάδι καν χεριού *

Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ *

Στων αδερφών τη μοιρασιά *

 Η πετροκόλλητη σαγή *

των εκατό χρονώ φωνές

στα στέρνα ο πεύκινος τριγμός

στα βουνά τ' ανδροβάδιστα

και κείνων που ψυχορραγούν 

του κόσμου του άλλου η ταραχή

 

των πελαργών μικρές κρωξιές

και γρούζουν τα κηπευτικά

τα πνιχτά κι ασυλλάβιστα

ο μαύρος γύρος των ματιών 

και στην ποδιά των γυναικών

 

κι όταν ανοίξεις πια κανείς

στη λίγη πάχνη των μαλλιών

γαληνεμό δεν έλαβα

μου δόθη ο κλήρος ο λειψός

και το ζακόνι των φιδιών.

 

Γ'

        Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ' εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων

        και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς

        και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας

        και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.

        Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

        και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

        μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.

        Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

        Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.

        Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

        την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

        και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

        και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.

        Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

        Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

 

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!
 

 

 

Δ'

 

        Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

        στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ

        το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη

        στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα

        τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα

        την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.

        Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.

        Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μού άναψαν
γινάτι γι' άλλες, πιο λευκές Ελένες!

        Γι' άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα

        στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!

        Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.

        Άλλου μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα

        παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα

        και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!

                                                             

 γ΄

 

Μόνος κυβέρνησα *

Μόνος αποίκησα *

Μόνος εκόλπωσα *

Επάνω στον αγρό *

Τάισα τα λουλούδια κίτρινο *

Επυροβόλησα την ερημιά *

Είπα: δε θα 'ναι η μαχαιριά *

Και είπα: δε θα 'ναι το Άδικο *

Το χέρι των σεισμών *

Το χέρι των έχτρων *

Μου, εφρένιασαν εχάλασαν *

Μία και δύο *

Προδόθηκα κι απόμεινα *

Πάρθηκα και πατήθηκα *

Το μήνυμα που σήκωνα *

 

Μόνος απέλπισα *

Μόνος εδάγκωσα *

Μόνος εκίνησα *

Ταξίδι σαν της σάλ *

Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση *

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό *

Είπα: με μόνο το σπαθί *

Και είπα: με μόνο το Άσπιλο *

Στο πείσμα των σεισμών *

Στο πείσμα των εχτρών *

Μου, ανάντισα κρατήθηκα *

Μία και δύο *

Θεμελίωσα τα σπίτια μου *

Πήρα και στεφανώθηκα *

Το στάρι που ευαγγέλισα *

τη θλίψη μου

τον εγκαταλειμμένο Μάιο

τις ευωδιές

με τις αλκυονίδες

βαυκάλισα τους λόφους

με κόκκινο!

βαθύτερη από την κραυγή

τιμιότερο απ' το αίμα!

το χέρι των λιμών

το χέρι των δικών

ερήμαξαν αφάνισαν

και τρεις φορές

στον κάμπο μόνος

σαν κάστρο μόνος

τ' άντεξα μόνος!

 

το θάνατο

μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα

για το μακρύ

πιγγας μες στους αιθέρες!

 το ατσάλι κι η ατιμία

και τ' άρματα

του κρύου νερού θα παραβγώ

τον νου μου θα χτυπήσω!

στο πείσμα των λιμών

στο πείσμα των δικών

ψυχώθηκα κραταιώθηκα

και τρεις φορές

στη μνήμη μόνος

την άλω μόνος

το 'δρεψα μόνος!

 

 ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

 ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ

Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους υστέρα από τρεις σωστές
εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για
τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και
ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια
ώρα αρχύτερα και να φύγουνε. Ότι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους
ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη
την όψη μας.

        Και συνέβηκε τότες ένας απ' αυτούς να 'χει μαζί του κάτι παλιές
εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μόλο που το 'χαμε κιό-
λας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος
εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με
άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Άρτας. Και σημαίνανε
όλη μέρα οι καμπάνες, και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και
παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης.

        Βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσό μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μή-
νες τώρα μέσα στις ερημιές αγριέψει, και, χωρίς να το λέμε, πολύ λο-
γαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο
Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας
τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίπο-
τε, μονάχα με τα μάτια τού δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη.

        Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να
'χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρι-
σε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί που 'ναι ταγμένοι για τη
ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι
στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβά-
τια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε
ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο
μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι
δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς, που κά-
θομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης:
«Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει
από τα πριν χαμένα, κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα
πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και
γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά - γρήγορα κείνοι που είναι ναν
τα 'βρουν, θαν τα 'βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος
λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα 'βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δεί-
χνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου,
η ώρα ετούτη που μας ακούει».

        Και ευθύς ακούστηκε στον αέρα η σκοτεινή σφυριγματιά της οβί-
δας που έφτανε. Και πέσαμε όλοι καταγής μπρούμυτα, πάνω στις σκάρ-
πες, ότι γνωρίζαμε απόξω πια τα σημάδια του Αόρατου, και με τ' αυτί

μας ορίζαμε από πριν το μέρος όπου θα 'σμιγε η φωτιά το χώμα ν' ανοί-
ξει και να χυθεί. Και δεν επείραξε η φωτιά κανέναν. Κάτι μουλάρια
μονάχα σηκώθηκαν στα πισινά τους ποδάρια και άλλα ταράχτηκαν και
σκόρπισαν. Και μέσα στην κάπνα που κατακάθιζε θωρούσες να τρέ-
χουνε πίσω τους χειρονομώντας οι άνθρωποι που τα 'χανε φέρει με κό-
πους ίσαμε κει. Και τα πρόσωπα τους χλωμά, και ξεφόρτωναν τη ρέγ-
γα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να
φύγουνε, ότι δεν ήτανε μαθημένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα
βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας.

 

                                                             

 

 δ'

Ένα το χελιδόνι *

Για να γυρίσει ο ήλιος *

Θέλει νεκροί χιλιάδες *

Θέλει κι οι ζωντανοί *

 

Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *

 

Πάρθηκεν από Μάγους *

Το' χουνε θάψει σ' ένα *

Σ' ένα βαθύ πηγάδι *

Μύρισε το σκότα *

 

Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *

 

Σάλεψε σαν το σπέρμα *

Το φοβερό της μνήμης *

Κι όπως δαγκώνει αράχνη *

Έλαμψαν οι γιαλοί *

 

Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *

κι η Άνοιξη ακριβή

θέλει δουλειά πολλή

να 'ναι στους Τροχούς

να δίνουν το αίμα τους.

 

μ' έχτισες μέσα στα βουνά

μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

 

το σώμα του Μαγιού

μνήμα του πελάγου

το 'χουνε κλειστό

δι κι όλη η Άβυσσο.

 

μέσα στις πασχαλιές και Συ

μύρισες την Ανάσταση!

 

σε μήτρα σκοτεινή

έντομο μες στη γη

δάγκωσε το φως

κι όλο το πέλαγος.

 

μ' έζωσες τις ακρογιαλιές
στα βουνά με θεμέλιωσες! 

                                

                                  

                                                    Ε'

        Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

        και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.

        Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός

        κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.

        Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;

        Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

        Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς

        Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις

        πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!

        Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

        Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά

        και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει

        άκαυτη βάτος!

                                                    ς'

        Ο ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου!
Στη θηλή της θύελλας τα σκοτεινά του χείλη

        και η ψυχή του πάντοτε με της θαλάσσης το λάχτισμα
πάνω στα πόδια του όρους!

        Ξεριζώνει δρυς και δριμύς κατεβαίνει ο θρηίκιος.
Μικρά καράβια στου κάβου το γύρισμα

        ξάφνου μπατάρουν και χάνονται.
Και πάλι προβαίνουν ψηλά μες στα νέφη

        απ' την άλλη μεριά του βυθού.
Στις άγκυρες έχουν κολλήσει τα φύκια

        στα γένια θλιμμένων αγίων.
Ωραίες αχτίδες γύρω στην όψη

        την άλω του πόντου δονούν.
Νηστικοί κατά κει τ' άδεια μάτια γυρίζουν οί γέροντες

        Κι οι γυναίκες τη μαύρη σκιά τους επάνω
στον άχραντο ασβέστη φορούν.

        Μαζί τους εγώ, το χέρι κινώ
Ποιητής των νεφών και των κυμάτων!

        Στον σεμνό τενεκέ με το χρώμα βουτώ
τα πινέλα μαζί τους και βάφω:

        Τα καινούρια σκαριά
τα χρυσά και τα μαύρα εικονίσματα!

        Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Κανάρη!
Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Μιαούλη!

        Βοηθός και σκέπη μας άγια-Μαντώ!

 

                                                     Ζ'

        Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»

        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν

        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών

        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.

        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι·

        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν

        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις

        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα

        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.

        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»

        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.

        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.

        Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

 

                                                     Η'

        Ήρθαν
με τα χρυσά σιρίτια

        τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας

        και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.

        «Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός

        αμήν.»
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα

        όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά

        με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο

        κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα

        και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ' αόρατο γάγγαμο.

        Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά

        των ματιών η απονιά
κι η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.

        Αδελφοί μας εγέλασαν!
«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας

        και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν.»

        Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα

        θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε

        της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!

                                                             

ε'

Με το λύχνο του άστρου *

Στο αγιάζι των λειμώνων *

Που να βρω την ψυχή μου *

 

Λυπημένες μυρσίνες *

Μου ράντισαν την όψη *

Που να βρω την ψυχή μου *

 

 Οδηγέ των ακτινών *

Αγύρτη που γνωρίζεις *

Που να βρω την ψυχή μου *

 

Τα κορίτσια μου πένθος *

Τ' αγόρια μου τουφέκια *

Που να βρω την ψυχή μου *

 

Εκατόγχειρες νύχτες *

Τα σπλάχνα μου αναδεύουν *

Που να βρω την ψυχή μου *

 

Με το λύχνο του άστρου *

Στο αγιάζι των λειμώνων *

Που να βρω την ψυχή μου *

στους ουρανούς εβγήκα

στη μόνη ακτή του κόσμου

το τετράφυλλο δάκρυ!

 

ασημωμένες ύπνο

Φυσώ και μόνος πάω

το τετράφυλλο δάκρυ!

 

και των κοιτώνων Μάγε

το μέλλον μίλησέ μου

το τετράφυλλο δάκρυ!

 

για τους αιώνες έχουν

κρατούν και δεν κατέχουν

το τετράφυλλο δάκρυ!

 

μες στο στερέωμα όλο

Αυτός ο πόνος καίει

το τετράφυλλο δάκρυ!

 

στους ουρανούς γυρίζω

στη μόνη ακτή του κόσμου

το τετράφυλλο δάκρυ!

Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να 'ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν.
Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ' αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι' αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό.

Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ' όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας - και της εποχής μας.
Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Πηγή: Ανεπίσημος Ιστότοπος Του Οδυσσέα Ελύτη

Σχετικά άρθρα...

4 Σχόλια

  1. Ο/Η Χρύσα λέει:

    "Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν΄αρθρώσω...."

  2. Ο/Η Χρύσα λέει:

    "Όταν άνοιξα τον Οδηγό μου,κατάλαβα.
    Μήτε σχεδιαγράμματα,μήτε τίποτα.
    Μόνο λ έ ξ ε ι ς.
    Αλλά λέξεις που οδηγούν με ακρίβεια
    σ΄αυτό που γύρευα..."

  3. Ο/Η Χρύσα λέει:

    Η πορεία της Ελληνικής Γλώσσας στάθηκε ισχυρότερη από ιστορικά γεγονότα.Όσες φορές ο ελληνισμός ιστορικά καταποντίστηκε,Εκείνη,ακολούθησε αντίστροφη πορεία.
    Σε αυτό εδώ το σημείο ο Οδυσσέας Ελύτης τόλμησε να την μεταμορφώσει με μοναδικό και καταλυτικό τρόπο.....
    ....παραβιάζοντας κανόνες,γνωρίζοντας ακριβώς τούς κανόνες....νέα ρήματα,σύνθετες λέξεις,αναγραμματισμούς,λεξιγρίφους.....

    "Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ
    από το ιώτα
    και γδάρε το
    ίσαμε το πι"

    "Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα να μ΄έλεγαν τρελό
    πως από΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *