ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ (Κωστῆς Παλαμᾶς) - Καλό μῆνα!

KONITSA

Βουνὰ ψηλά, βουνὰ ἰσκιερά, βουνὰ
γυμνά, βουνὰ πρασινισμένα,
μικρὸς ἂν εἶμαι, αἰσθήματα τρανὰ
γεννᾶτε μέσα μου καὶ ταιριασμένα!

Μιᾶς ἐποχῆς πανάρχαιας, μιᾶς χρυσῆς,
σβυστῆς, μὲ τρώγ' ἡ ἐνθύμηση κ' ἡ ἐλπίδα·
μοῦ φαίνεται, βουνά, πὼς εἶστε ἐσεῖς
ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγάλη μου πατρίδα.

Θαρρῶ, σὲ τέτοια σκοτεινὴ ἐποχή.
κρυμμένη σὲ καιρῶν ἀγνώστων βάθη,
κατέβ' ἡ ὀνειρεμένη μου ψυχὴ
καὶ φώλιασε στὰ ὕψη σας κ' ἐστάθη.

Κ' ἐστάθη κ' ἔζησε μὲ τοὺς ἀϊτούς,
μὲ τῆς γῆς τοὺς πρωτόλουβους ἀνθρώπους,
μὲ τοὺς ἀγρίους καὶ μὲ τοὺς δυνατούς,
σ' ἀπάτητα λαγκάδια, σ' ἄλλους τόπους.

Γι' αὐτὸ καημοὶ δέρνουν ἐμὲ κρυφοί,
καὶ στὰ πλευρά σας καὶ στὰ μονοπάτια,
σὲ καθεμιά σας ρίζα καὶ κορφὴ
καθὼς ὑψώνω πρὸς ἐσᾶς τὰ μάτια.

Κι ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, καὶ δὲν πλανᾷ
κανένα μάγον ὄνειρον ἐμένα,-
βουνὰ ψηλά, βουνὰ ἰσκιερά, βουνὰ
πρασινωπά, γαλάζια, μαυρισμένα,

Βουνά, παιδιὰ γιγάντικα τῆς Γῆς,
βουνὰ ἀνυπόταχτα, βουνὰ αἰώνια,
ποὺ ἔχετε τὴ λαμπράδα τῆς αὐγῆς
γιὰ χαμόγελο, γιὰ στολὴ τὰ χιόνια,

ποὺ χύνετε θυμό σας φλογερὸ
τὴν ἀστραπή, τὸ μαῦρο νέφος θλίψη,
καὶ μίλημά σας τὸ γοργὸ νερό
ποὺ μὲ βοὴ κατρακυλᾷ ἀπ' τὰ ὕψη,

ποὺ ἔχετε χίλιες γνῶμες καὶ καρδιές
κι ἀγάπη καὶ χαρὰ καὶ περηφάνια,
σὰν τοὺς ἴσκιους σας καὶ τὶς εὐωδιές,
σὰν τὰ πουλιά, τἀγρίμια, τὰ βοτάνια,

ποὺ ἔχετε τὴ δική μας τὴ ζωὴ
καὶ τὰ δικά μας ἔχετε πρωτάτα,
καὶ μοναχὰ σᾶς λείπουν, κ' εἶστε θεοί,
τὰ γεράματα· πάντα εἶστε μὲ νιάτα!

Βουνὰ τῶν ξένων τόπων σκοτεινὰ
ποὺ γλυκοχαιρετίζεστε μὲ τἄστρα,
κρυφτὰ στὴν καταχνιὰ παντοτεινά,
ἄσωστα, ἀπάτητα, ἄπαρτα σὰν κάστρα,

Βουνὰ τῆς γῆς ἑλληνικά,
διάφανα, καθαρά, πελεκημένα
ἀπὸ τεχνίτη χέρια γνωστικὰ
σὰ μετρημένα ἀγάλματα ἕνα ἕνα,

ποὺ κρύβετε τὰ μάρμαρα λευκὰ
καὶ μοσχομυρισμένα τὰ λουλούδια,
καὶ πιὸ γερὰ ἀπ' τὶς πέτρες, πιὸ γλυκὰ
κι ἀπ' τοὺς ἀνθοὺς τὰ κλέφτικα τραγούδια,

κι ἀπὸ τὰ χαῦνα πλήθη ἐσεῖς μακριά,
σὲ χρόνια σκλαβωμένα, θαμπά, κρύα,
θρέψατε ἐσεῖς τοῦ Γένους τὴ Θεά,
τὴν αἰθεροπλασμένη Ἐλευθερία!

Βουνὰ ψηλά, βουνὰ ἰσκιερά, βουνὰ
μὲ δύναμες γιομάτα καὶ μὲ κάλλη
ὤ! δῶστε μου ἀπ' τὴ χαρά σας ξανά,
καὶ κάμετέ με ὅμοιον μ' ἐσᾶς καὶ πάλι!

Καθὼς ἡ πρώτη ἀκτῖνα τοῦ οὐρανοῦ
φωτίζει ἐσᾶς πρὶν φωτιστοῦν οἱ κάμποι,
θέλω κ' ἐγὼ μέσ' στὸ δικό μου νοῦ
τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ νὰ πρωτολάμπῃ.

Ἀπὸ τὰ ὕψη θέλω μαγικὸ
τὸν κόσμο καὶ οἱ ματιές μου ν' ἀντικρύζουν,
τοῦ κόσμου τὴ βοὴ νὰ μὴ γροικῶ,
καὶ τἀνάξια πάθη νὰ μὴ μ' ἐγγίζουν.

Καὶ θέλω οἱ στοχασμοί μου καθαροὶ
νὰ μένουν, σὰν τὰ χιόνια στὴν κορφή σας,
καὶ νὰ θυμᾶται πάντα ἡ θλιβερὴ
ψυχή μου πὼς ἐπλάστηκε ἀδερφή σας.

Γιατὶ κλειστὴ ἡ ψυχή μου σὲ κορμὶ
μισό, σκυφτό, σ' ἕν' ἄρρρωστο κουφάρι,
κ' ἔχασε τὴν ἀκράτητην ὁρμή,
τὴν ὁρμὴ ποὺ εἶχε ἀπ' τὸ βοριά σας πάρει.

Καὶ σὰν ἀϊτὸς ποὺ τοῦ ἔκοψαν κακοὶ
καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ δυὸ πλατιὰ φτερά του
καὶ σέρνεται καὶ πέφτει ἐδῶ κ' ἐκεῖ
καὶ δείχνεται περίγελο ἄνω κάτου,

ἔτσι πολλὲς φορὲς κ' ἡ ἀνθρώπινη
ψυχή, κι ἂν ζῇ κι ἂν χάνεται ἐδῶ πέρα
καὶ ἄπραγη καὶ δειλὴ καὶ ταπεινή,
εἶναι γιατὶ τὸν ἔχασε τὸν ἀέρα

τὸν πρῶτο, γιατὶ ξέχασε κι αὐτὴ
ἀπὸ ποιό μέρος ἔφτασε, ποιό χέρι
τὴν ὡδήγησε πρῶτο, εἶναι γιατὶ
ποῦ θὰ ξαναγυρίσῃ δὲν τὸ ξέρει.

Ὤ! κἂν ἐσεῖς, βουνὰ ὠηλά, βουνὰ
ποὺ μιὰ φορὰ τὸν ἥλιο ἐπρωτοεῖδα
κάμετ' ἐσεῖς, νὰ μὴ σᾶς λησμονᾷ
ποτὲ ἡ ψυχή μου, ὦ πρώτη μου πατρίδα!

Καὶ κάμετε ἡ θωριά σας νὰ γεννᾷ
αἰσθήματα μεγάλα, ταιριασμένα,
σ' ἐμένα τὸ μικρό, ψηλὰ βουνά,
μὲ γιούλια καὶ μὲ ρόδα πλουμισμένα.

Καὶ κάμετε νὰ ἐλπίζω πὼς θὰ ρθῶ,
μόλις ξεφύγω ἀπὸ τὴ φυλακή μου
στὰ ὕψη σας, νὰ ξανανταμωθῶ
μ' ἐσᾶς, πατρίδα ἀληθινὴ δική μου!



Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Α΄. Γ΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ (ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ)

Ἑλλήνων Φῶς

Σχετικά άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *